Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Συνέντευξη με τον Βάσο Πτωχόπουλο

Όταν του ζήτησα συνέντευξη μετά την παρουσίαση του έργου του που έγινε στον Ιανό μάλλον τον ξάφνιασα και δέχθηκε, γιατί - όπως μου εκμυστηρεύθηκε αργότερα - είναι 35 χρόνια που δεν δίνει συνεντεύξεις. Προφανώς βέβαια φταίει και το όνομα της Σοφίας Ιορδανίδου, που χρησιμοποίησα ως διαβατήριο, για να τον προσεγγίσω.

Πρόκειται για τον Βάσο Πτωχόπουλ(λ)ο, το εκδοτικό παληκάρι της Κύπρου που η ψυχή του ματώνει για την Ελλάδα και που η άποψή του πλουταίνει το νόημα της λέξης "ελληνισμός". Είναι από "αυτούς που μετράμε στα δάχτυλα δηλαδή", όπως μου έγραψε μια Κύπρια φίλη.


Χριστίνα Λιναρδάκη: κ. Πτωχόπουλλε, θα ήθελα να ξεκινήσουμε με μια ερώτηση που ενδιαφέρει πολύ τους αναγνώστες του ιστολογίου μας:  Πώς αποφασίσατε να συμπεριλάβετε την ποίηση στο εκδοτικό πρόγραμμα του "Αιγαίον"; Ποια είναι η σημασία της ποίησης για σας;

Βάσος Πτωχόπουλλος: Χωρίς την ποίηση δεν υπάρχει μνήμη. Δεν αποφάσισα να συμπεριλάβω την ποίηση στο εκδοτικό μου πρόγραμμα, η ποίηση ήρθε και με βρήκε. Μην ξεχνάτε πως η Κύπρος είναι η νήσος των ποιητών. Με τη μεγάλη ποίηση του έθνους φέραμε εις πέρας το 1955-59, το ίδιο και το 2004. Αν δεν κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας οι νεκροί ποιητές μας, ίσως σήμερα να μιλούσαμε τουρκοελληνικά. Κάθε φορά που ο κυπριακός λαός βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, μας σώζουν οι ποιητές, οι ήρωες και οι άγιοί μας. Είναι κρίμα που στην Ελλάδα δεν ξέρετε τον Μόντη, τον Μηχανικό, τον Παστελλά, τον Βασιλείου, τον Πασιαρδή και τους μεγάλους διαλεκτικούς ποιητές μας.

Χ.Λ.: Υποστηρίζετε την ποίηση που γράφεται στην κυπριακή διάλεκτο,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εκδίδετε και Ελλαδίτες ποιητές ή Κύπριους ποιητές που γράφουν στα ελληνικά, έτσι δεν είναι;

Β.Π.: Συγγνώμη, αλλά στα ελληνικά γράφουν και οι Κύπριοι. Προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει αν κάποιοι γράφουν στη διάλεκτο ή όχι, φτάνει να γράφουν καλά. Απορρίπτω πολλές συλλογές που καταφθάνουν στη διάλεκτό μας, όπως και άλλα που γράφονται στην κοινή νεοελληνική. Όταν ζεις και δημιουργείς σε ένα χώρο, δεν μπορείς να μην αφουγκράζεσαι τις ιδιαιτερότητες αυτού του χώρου. Η Κύπρος είναι πιο ελληνική από την Ελλάδα, αλλά με τις ιδιαιτερότητες και τις παραξενιές της, δεν το λέω εγώ, ο Καβάφης το είπε.

Χ.Λ.:  Η ποιητική σας σειρά «Νεοέλληνες λογοτέχνες» τραβάει μια γραμμή που ενώνει τη Λευκωσία με την Αθήνα. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτήν.

Β.Π.: Καμιά γραμμή δεν ενώνει τη Λευκωσία με την Αθήνα. Βρισκόμαστε σε έναν διαρκή εμφύλιο πόλεμο. Εμείς λατρεύουμε τη μητρόπολη και η μητρόπολη δεν μας θέλει. Κάποτε, φυσικά, κάποιοι μας θέλουν, διότι το Υπουργείο Παιδείας πληρώνει… Καλύτερα να μην πω περισσότερα.

Χ.Λ.: Πέρα από την ποίηση, όμως, εκδίδετε και βιβλία ιστορικά, πολιτικά, λογοτεχνικής κριτικής…  Σκοπεύετε να επεκταθείτε και σε άλλους τομείς;

Β.Π.: Δυστυχώς, δεν είμαι του προγραμματισμού. Κάνω ότι μπορώ με βάση το δικό μου κριτήριο και το κριτήριό μου δεν είναι λογοτεχνικό. Ζω και αναπνέω με το πιστόλι του Τούρκου στον κρόταφο. Ζω με τον πόνο ότι δεν θα πεθάνω στο χωριό μου. Ζω με τη δυστυχία να ξέρω πως ίσως όλοι οι αγώνες του λαού μας να ήταν μάταιοι. Καμιά φορά, σκέφτομαι πως πάω πάνω και με ρωτά ο Παλληκαρίδης: «Μου έφερες λίγες ποιητικές συλλογές;» Με πιάνει δύσπνοια. Τι να του πω του ανθρώπου;

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι το όραμα που είχατε για τον εκδοτικό σας οίκο έχει επιτευχθεί σήμερα, τριάντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυσή του;

Β.Π.: Δεν είχα κανένα όραμα για τον εκδοτικό οίκο. Μαζί με τους φίλους μου, Σάββα Παύλου και Λάκη Πίγγουρα, βγάλαμε το πρώτο βιβλίο το 1982. 34 χρόνια μετά, το μυαλό μου εκδοτικά είναι θολό, όσο ήταν το 1982. Γι’ αυτό και ο Άκης Πάνου μιλά στην καρδιά μου. Το τραγούδι του Το θολωμένο μου μυαλό είναι ένας από τους ύμνους μου.

Χ.Λ.: Θα θέλατε να είχατε γεννηθεί στον ελλαδικό χώρο;

Β.Π.: Ναι, αν ήταν γειτόνισσά μου η ΜΣΚ.

Χ.Λ.: Θα θέλατε να είχατε γεννηθεί σε μιαν άλλην Κύπρo;

Β.Π.: Δεν υπάρχει άλλη Κύπρος, μία είναι η Κύπρος και αυτή είναι χάλια. Πώς να το κάνουμε όμως; Εδώ βρίσκεται η γενέτειρά μου, η μεγάλη μου αγάπη, η Γιαλούσα.

Χ.Λ.: Τι είναι αυτό που σας δονεί περισσότερο απ’ όλα; Για τι «ορίσατε και φυλάττετε Θερμοπύλες»;

Β.Π.: Δυστυχώς, δεν φυλάττω τίποτα. Έζησα απλά και απλά πράγματα επιθυμώ. Ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι βότκα με λεμόνι και με φίλους να ακούω Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Μοσχολιού, Μενιδιάτη, Πάνου, Γκάτσο, Αρβανιτάκη, Βιτάλη, Χαρούλα, Χατζηχρήστο, Παπάζογλου, Στελλάκη, Γαβαλά, Στράτο, Χατζηδάκι, Ξαρχάκο, Γκρέυ, Μαρίκα Νίνου, Μούτση, Λύδια και βάλε και βάλε. (Βάλτε κι εσείς καμιά 150αριά ονόματα της μουσικής μας και θα είστε μέσα). Αν φτιάξουμε κεφάλι, ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί το Ξύπνα καημένε μου ραγιά.

Χ.Λ.: Σας ευχαριστούμε πολύ για όσα μοιραστήκατε μαζί μας. Νιώθω σαν να συνομίλησα με ένα λιοντάρι: είναι ίσως η πιο αυθεντική συνέντευξη που έχω πάρει ποτέ. Σας ευχαριστώ ειλικρινά πολύ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου