Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Τέχνη, κριτική και ΜΑΓΥΑ στο διαδίκτυο (Β΄ μέρος)

«Η ομορφιά είναι επιφανειακή αλλά η ασχήμια έχει βάθος» 
(Νεοελληνικό ευφυολόγημα)

«Ίσως υπάρχουν γυναίκες που υποπτεύονται ότι δεν είναι ωραίαι, 
αλλά δεν υπάρχει ποιητής, που να μην έχει τη βεβαιότητα ότι είναι μεγάλος» 
(Ξενόπουλος Γρηγόριος)



ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου αναφέρθηκα στην αναγκαιότητα της τέχνης και άλλων αγαθών, «μη απολύτως αναγκαίων» για την επιβίωση του ανθρώπου· τέτοια είναι η αγάπη, τα χάδια, τα γλυκόλογα και η άσκηση, μέσω της παιδείας, της αισθητικής απόλαυσης έργων τέχνης αλλά και σωμάτων.

Αναφέρθηκα επίσης στο ότι πολλές φορές μπαίνουμε στον πειρασμό να μετατρέψουμε το αυθαίρετο, υποκειμενικό και ταυτολογικό «μου αρέσει επειδή μου αρέσει» σε κάτι πιο αντικειμενικό, μετρήσιμο και τεκμηριωμένο θεωρητικά. Να βρούμε δηλαδή τα κριτήρια με τα οποία μετράμε τις προσωπικές μας αισθητικές επιλογές.

Τα κριτήρια με τα οποία εγώ αποφασίζω αν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει ένα έργο τέχνης, ένα σώμα ή πρόσωπο είναι ―θα το έχετε ήδη καταλάβει― τόσο αυθαίρετα, αναγκαστικά και υποκειμενικά, όσο και η επιλογή ρούχων, χρωμάτων και ερωτικών συντρόφων. Απολύτως μη μετρήσιμα δηλαδή.

Αυτά τα κριτήρια έχουν αλλάξει αρκετά από την εποχή που ήμουν μωρό και ―όπως είπα και στην αρχή του Πρώτου Μέρους― υπήρχε μόνο το «μ’ αρέσει» (περνάω καλά και χαμογελάω) και το «δεν μ’ αρέσει» (περνάω χάλια και κλαίω και ουρλιάζω). Έχουν γίνει πιο πολύπλοκα και πιο αντιφατικά παρ’ όλη την προσπάθεια εκλογίκευσής τους μέσω μιας παιδείας που έχει πάρα πολύ προσπαθήσει να παίξει τον ρόλο ενός ιδεολογικού «κηδεμόνα» (με την ορθοπαιδική έννοια του όρου, κάτι σαν «κορσές») σε σχέση με το τι επιλέγω και τι απορρίπτω.

Πρώτη λοιπόν, για μένα, έρχεται η άμεση σωματική επίδραση που έχει πάνω μου ή μέσα μου το έργο τέχνης ή το σώμα. Τα βάζω δίπλα δίπλα αυτά ―έργο τέχνης και σώμα― γιατί είναι παρόμοια η συγκίνηση που δέχομαι από τη μορφή τους. Είναι κάτι σαν συντονισμός των δικών μου ιδιοσυχνοτήτων με το ερέθισμα που δέχομαι.

Γράφοντας «ιδιοσυχνότητα» αναφέρομαι σ’ αυτό που πολλοί ονομάζουν «προσλαμβάνουσες παραστάσεις» και είναι κάτι που ―μάλλον― ξεκίνησε να χτίζεται μέσα μου από τη βρεφική μου ηλικία, για να μην πω την εμβρυϊκή μου περίοδο, καθώς δεν ξέρω ή δεν θυμάμαι πόσες φορές είχε ακούσει η μαμά μου, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της σε μένα, την 9η του Μπετόβεν, αν είχε παρακολουθήσει πιο χαρωπά μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Ντάνυ Καίυ, τον Τζην Κέλλυ ή τον Βασίλη Αυλωνίτη, αν διάβαζε φωναχτά ποιήματα του Καβάφη, του Βάρναλη, του Σολωμού, του Πολέμη ή του Δροσίνη, αν έτρωγε κέικ σοκολάτας με τσάι, τσουρέκι με γάλα ή προτιμούσε σουτζουκάκια σμυρνέικα και γαλακτομπούρεκο ως επιδόρπιο.

Αυτά τα λέω επειδή πρώτα διαισθάνομαι ή νιώθω κάτι από το κείμενο που διαβάζω, από τη μουσική που ακούω, από την εικόνα που βλέπω ή από το πρόσωπο-σώμα που κοιτάζω. Αυτό το «κάτι», που μπορεί να ονομαστεί συγκίνηση ή συντονισμός, ερεθίζει μνήμες, φορτία παιδείας, στοιχεία ανατροφής, κατάλοιπα βιωμάτων ευχαρίστησης αλλά και πόνου που έχουν κατασταλάξει μέσα μου και έχουν καταφέρει να μεταλλαχθούν σε αισθητικά κριτήρια που κάθε απόπειρα ορισμού τους καταλήγει σε μια ταυτολογία ή στη, σχεδόν πάντα αποτυχημένη, μεταγραφή ενός όρου (π.χ. ωραίο, όμορφο, βαθύ) σε μια πολύπλοκη διατύπωση που αδυνατεί να μειώσει την άγνοιά μου για το «καθαυτό» ωραίο ή όμορφο.

Έχει να κάνει και με μια γρήγορη απόφαση κατάταξης σε μια κλίμακα αξιών τής οποίας τις λογικές διεργασίες δεν προλαβαίνω να συνειδητοποιήσω, όπως δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω ή να ελέγξω ποιες ακριβώς εντολές δίνει ο εγκέφαλός μου στα πόδια μου όταν περπατάω και σκέφτομαι διάφορα πράγματα. Όποτε έχω επιχειρήσει να σκεφτώ πώς ακριβώς περπατάω, έχω κινδυνέψει να πέσω.

Τη συγκίνηση ή τον συντονισμό ακολουθεί η αισθητική απόλαυση του περιεχομένου και των εννοιών του έργου τέχνης ή του παρατηρούμενου σώματος, που αγγίζουν τις βιωμένες ή φαντασιωμένες εμπειρίες μου, τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και τις μνήμες μου είτε αυτές είναι καθαρά ζωικές και γενετήσιες είτε άλλες που αναφέρονται σε ακαθόριστες μνήμες περί του πόσο αγαπητός, ερωτεύσιμος, επιθυμητός ή απεχθής και ανεπιθύμητος (έμπρακτα ή κατά δήλωση του άλλου προσώπου) έχω υπάρξει και τι έχω καταφέρει να κάνω κι εγώ για τους άλλους με στόχο να είμαι αποδεκτός και να συμμετέχω στον κόσμο τους σαν κάποιος που τους ενθαρρύνει με αλήθεια και αγάπη στην αγάπη και παίρνει σαν αντάλλαγμα αγάπη, ενθάρρυνση και αποδοχή με ενσυναίσθηση.

Επειδή όλες αυτές οι σκέψεις που καταγράφω έχουν πάρα πολύ «τζόγο» και μπορεί να ακούγονται απολύτως αστήρικτες ―όπως και είναι― θα φέρω σαν (προσωπικό μου) παράδειγμα το ποίημα «Ιθάκη» του Κ. Π. Καβάφη σε συσχετισμό με τις φωτογραφίες της Ρωσίδας χορεύτριας και πρώτης μπαλαρίνας στην Opera Comique, Μόνας Πάεβα, που ποζάρισε γυμνή στον Παρθενώνα για την Ελληνίδα φωτογράφο Νelly's.

Και το ποίημα του Καβάφη και οι φωτογραφίες της Nelly’s έχουν για μένα τόσο ισχυρά συναλλαγματικά αποθέματα από συλλογικές ιστορικές μνήμες εικόνων, λέξεων και ερωτικών συνειρμών και μου φανερώνουν τη βαθιά γνώση των εκφραστικών μέσων των δημιουργών τους, που ―κατά τη δική μου «παιδεία»― με οδήγησαν στη δημιουργία ή στο εφεύρημα της λέξης ΜΑΓΥΑ* που πλέον αποτελεί τη μοναδική μονάδα μέτρησης για το τι μου αρέσει και τι όχι.

Καταλήγω δηλαδή στην απόφαση ότι υπάρχουν έρχα τέχνης όπως και πρόσωπα ή σώματα που μου προσφέρουν πάρα πολλές ΜΑΓΥΑ* και με κάνουν να χαίρομαι περισσότερο κι από έναν χορτάτο γάτο που λιάζεται και δέχεται διακριτικά χάδια από ένα παιδί που τον αγαπάει, και κάποια άλλα που μου δίνουν από μηδενικές μέχρι και αρνητικές ΜΑΓΥΑ*.

Η μέτρηση σε ΜΑΓΥΑ* των έργων τέχνης και των προσώπων ή σωμάτων που καταναλώνω, μερικές φορές εξαρτάται κι από άλλες παραμέτρους που δεν σχετίζονται μόνο με το κρινόμενο έργο (τέχνης ή ανθρώπινης υπόστασης) αλλά κι από τη δική μου «νευροφυσιολογική» κατάσταση. Θα έλεγα «ψυχική» κατάσταση (που για πολλές και πολλούς είναι πιο κατανοητή λέξη) αλλά τείνω περισσότερο σε σωματικούς/φυσιολογικούς όρους παρά σε θρησκευτικούς, όταν θέλω να μιλήσω για τη λειτουργία της σκέψης, του εγκεφάλου και του όλου σώματός μου.

Για να γίνω πιο σαφής (πράγμα σχεδόν αδύνατον, επειδή είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι κάθε απόπειρα διασαφήνισης αμφιλεγόμενων εννοιών οδηγεί σε αιρέσεις και σχίσματα) θα δηλώσω ότι μου αρέσει πολύ να βλέπω υπόλευκα και κάπως λερωμένα κτίρια ―όπως πολλές Αθηναϊκές πολυκατοικίες― φωτισμένα με το φως του δύοντος ηλίου, που τους δίνει ένα πορτοκαλοκίτρινο χρώμα, καθώς προβάλλονται σ’ έναν γκριζομόβ συννεφιασμένον ορίζοντα προς τη μεριά της ανατολής. Ένα τέτοιο τοπίο μού προκαλεί μεγάλη συγκίνηση χωρίς να ξέρω γιατί. Κι αν τύχει να βρεθώ μαζί με έναν άνθρωπο ή μ’ ένα ποίημα μπροστά σε μια τέτοιαν εικόνα, η κρίση μου γίνεται αυτομάτως πιο ευνοϊκή και οι ΜΑΓΥΑ* μου αυξάνονται ραγδαία. Αυτό για μένα παραμένει ένα άλυτο αίνιγμα αισθητικής απόλαυσης που την πηγή του, τα αίτιά του ή την αφορμή του αγνοώ. Αν αντέξει ο άνθρωπος ή το ποίημα κάτω και από διαφορετικές συνθήκες, τότε η κρίση μου γίνεται πιο σταθερή αλλά είμαι ήδη θετικά προκατειλημμένος κι αυτό επίσης είναι κάτι που αδυνατώ να το αλλάξω ή να το ερμηνεύσω αντικειμενικά.

Όπως άλυτο μυστήριο παραμένει για μένα και το ζήτημα της επιλογής και της συναρμογής των λέξεων, των φράσεων και των ενοτήτων, δηλαδή η δομή ενός έργου του λόγου. Ποίημα, διήγημα, παραμύθι, χρονογράφημα, μυθιστόρημα. Όλα τα έργα του λόγου… Αλλά και για ένα πρόσωπο ή για ένα σώμα μού είναι ακόμα πιο μυστηριακή η έλξη που μπορεί να μου προκαλέσει όταν μάλιστα οι «λέξεις» και οι «φράσεις» του δεν ακουμπάνε ― με την τοπολογική έννοια― πάνω σε «εγκεκριμένα» ιστορικά πρότυπα καλλονής. Αυτά που γράφω είναι ίσως σαφή για ένα ποίημα ή ένα μυθιστόρημα· αλλά για ένα σώμα; Ποιες είναι οι λέξεις, οι φράσεις και τα κεφάλαια ενός προσώπου ή ενός σώματος; Ντυμένου ή γυμνού.

Εδώ ας αυτοσχεδιάσει η αναγνώστρια και ο αναγνώστης μου.

Όπως μιλάμε για το σώμα ενός ποιήματος, ας δούμε και το ανθρώπινο σώμα ως ένα ποίημα και τότε θα αρχίσουμε να μετράμε πολλές λέξεις και φράσεις. Που δεν έχει και τόση σημασία πόσον ωραίες, όμορφες ή άρτιες είναι μεμονωμένα αλλά το κατά πόσο συνταιριάζονται αρμονικά, συμμετρικά, ρυθμικά σ’ ένα σύνολο που προκαλεί ευχαρίστηση ή και έξαρση, ανάλογη με εκείνη της γενετήσιας ορμής, στον αναγνώστη/θεατή.  Νομίζω ότι όλες και όλοι έχουμε κατά καιρούς συναντήσει μια μάλλον άσχημη μύτη όμορφα βαλμένη σ’ ένα ελκυστικό και απολύτως ερωτεύσιμο πρόσωπο.

Ένα άλλο κριτήριο για το πόσες ΜΑΓΥΑ* θα μετρηθούν τελικά στην απλωμένη, σαν ζητιάνου, παλάμη της αισθητικής προσδοκίας μου, είναι η ηθική του έργου τέχνης, του προσώπου ή του σώματος. Κι εδώ είναι που φωλιάζουν κατά δεκάδες τα μαύρα φίδια της απροσδιοριστίας και της ασάφειας. Γιατί όσο δύσκολο μου είναι να ορίσω τι είναι ωραίο, αρμονικό και όμορφο, άλλο τόσο πρακτικά αδύνατον είναι να ονομάσω κάτι «ηθικό» ή «ανήθικο». Είτε έργο τέχνης είτε σώμα.

Έχει ειπωθεί ότι «Η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος».

Η δογματική και αναπόδεικτη αυτή φράση, που δεν ξέρω με σιγουριά να πω ποιος, πότε και γιατί την είπε, υπογραμμίζει μέσα μου την ανικανότητά μου να μιλήσω με, έστω και δειλή, βεβαιότητα και για την αισθητική αλλά και για το μέλλον. Άρα; Πώς και πού να στηρίξω οποιαδήποτε κρίση και κριτική μου για ένα έργο τέχνης, πρόσωπο ή σώμα; Πώς να δικαιλογήσω τις ΜΑΓΥΑ* που εισπράττω ή χάνω κάθε φορά;

Οπότε, ως ανάξιος ερασιτέχνης κριτικός, καταφεύγω ―άλλη μια φορά― σε μια σειρά από ταυτολογίες. Κι επειδή η θετική ταυτολογία «μ’ αρέσει αυτό που μου αρέσει» είναι κομψή και απολύτως ταιριαστή με τα αισθητικά πιστεύω μου, θα ασχοληθώ με την άλλη πλευρά. Αυτή που μου γυρνάει τα άντερα.

Και ορίζω ως αντιαισθητικό, ρηχό, κακόγουστο, απωθητικό, παράλογο και ανήθικο για μένα, το έργο τέχνης, σώμα ή πρόσωπο που είναι ψεύτικο, ματαιόδοξο, δίχως αυτογνωσία, αίσθηση μέτρου και αιδημοσύνη, αρπακολλατζίδικο, άξεστο, αντιγραμμένο (το κλεμμένο δεν με ενοχλεί καθόλου, αν έχει βρει άξια θέση), απαίδευτο, ανελλήνιστο, αδιάβαστο, μνησίκακο, αβασάνιστο, μισαλλόδοξο, άρρυθμο, φτηνιάρικο, άνευρο, κοινότοπο, ανερμάτιστο, πορνικό αλλά όχι ερωτικό, ανακόλουθο, στρατευμένο, φανατικό και ―πάνω απ’ όλα!― δήθεν.

Αυτό ειδικά το τελευταίο, το «δήθεν», είναι κάτι που δεν μπορεί να πει τίποτα περισσότερο απ’ όσα μπορεί να πει για κάποιον η φράση «αυτός είναι ένας κλέφτης, ψεύτης, υποκριτής, αμόρφωτος και γεμάτος λίγδες, σκατά και μύξες άθλιος τύπος που παριστάνει τον σπουδαίο, τον καθαρό, τον μορφωμένο και τον έντιμο» αν δεν συνοδεύεται από χειροπιαστές αποδείξεις όλων των κατηγοριών που αποδίδονται στο συγκεκριμένο πρόσωπο.

Έτσι κι εγώ, με απολύτως αυθαίρετα και υποκειμενικά κριτήρια, δηλώνω ότι πάνω απ’ όλα απεχθάνομαι τους ψεύτες, τους υποκριτές και τους «δηθενιστές». Αυτούς δηλαδή που ο έφηβος ήρωας του Σάλιντζερ (ή η μεταφράστριά του) στο βιβλίο «Ο φύλακας στη σίκαλη» (ή με όποιον άλλον τίτλο το θέλετε) αποκαλούσε με βδελυγμία «Ιμιτασιόν».

Επομένως, για να μου γυρνάει τα άντερα ένα έργο τέχνης, ένα πρόσωπο ή σώμα θα πρέπει να έχει πάνω του απλωμένη, από πάνω ως κάτω σαν σημαία, την «αφοβιά» (ή το θράσος) του συνειδητού ψεύδους και της ψευδούς συνειδητότητας. Υπάρχουν βέβαια πολλά «ψεύτικα» σώματα που μπορούν να διεγείρουν πρόσκαιρα τις αισθήσεις μου. Αλλά αρκεί μια δεύτερη ματιά για να τα απορρίψω. Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και με ένα έργο τέχνης. Αρκετές φορές, στο παρελθόν, έχω παρασυρθεί από ψιμυθιωμένα έργα που μετά από χρόνια, όταν ξέφτισαν μέσα μου τα βερνίκια, τα φτιασίδια και τα κοκκινάδια τους, φάνηκε η ανεπάρκειά τους και έχασα μέσα σε μια στιγμή όλες τις ΜΑΓΥΑ* που ―νόμιζα ότι― μου είχαν χαρίσει.

Αυτό όμως που αρκετές φορές μού δημιουργεί μια χλωμή και ιδιοτελή θλίψη, καθώς διατρέχω πολλές σελίδες και τόπους του διαδικτύου, είναι η πίστη αρκετών ότι η ευκολία της «αυτοέκδοσης», της «αυτοπροώθησης» και της «εκθεσιμότητας», στις σημερινές εποχές της διαδικτυακής ανοχής, μπορεί να αποτελέσει ικανό άλλοθι για όσες και όσους επιχειρούν να «βάψουν αβγά» χωρίς τη γνώση της τεχνικής του βαψίματος ή της παρασκευής και χρήσης της κατάλληλης βαφής.

Χρησιμοποίησα τη λέξη «ιδιοτελής» για τη θλίψη μου, επειδή μου αρέσει να διαβάζω και να βλέπω πράγματα που να μου αρέσουν ακόμα κι όταν ζηλεύω τα αποτελέσματα και τις ικανότητες των δημιουργών ή κατόχων τους.

Το ότι ένα σύγχρονο λογοτεχνικό έργο μπορεί να μου προκαλέσει συγκίνηση ανάλογη με ένα έργο του Παπαδιαμάντη, του Ντίκενς ή του Τολστόι δεν σημαίνει ότι θα ζηλέψω περισσότερο τον σύγχρονο δημιουργό του από τον συγγραφέα που δεν ζει πια μαζί μας. Αλλά ούτε και λιγότερο.

Έχω πολλές φορές διαβάσει και ξαναδιαβάσει ζηλευτές σελίδες, πασχίζοντας να αποκρυπτογραφήσω αυτό που ζήλεψα με σκοπό να το κατακτήσω για λογαριασμό μου. Έχω αποστηθίσει φράσεις με σκοπό να τις κλέψω και να τις χώσω κάποια στιγμή ―παραφράζοντάς τες, κάπως― σε μια ταιριαστή σ’ αυτές δική μου σελίδα. Και δεν ντρέπομαι καθόλου να τα λέω και να τα γράφω όλα αυτά. Άλλωστε, αντιγράφοντας έμαθα να γράφω όταν ήμουνα μικρός. Έτσι και τώρα: διαβάζοντας μαθαίνω και να γράφω και να διαβάζω και να μαθαίνω και να κρίνω.

Γνωρίζω ότι θα υπάρξουν αρκετές και αρκετοί που διαβάζοντας αυτές τις γραμμές θα σκεφτούν άσχημα για μένα. Τις και τους ευχαριστώ που έφτασαν μέχρι εδώ γιατί δείχνει πείσμα, αντοχή και υπομονή η πράξη τους. Αλλά αν τύχει και σκεφτούν άσχημα για τη φλύαρη απόπειρά μου να δώσω ένα περίγραμμα κάπως πιο ευρύ και πιο βαθύ από ένα ξερό «μ’ αρέσει ό,τι μου αρέσει» στην κρίση και στην κριτική μου για τα έργα τέχνης, τα πρόσωπα και τα σώματα γύρω μου και για όσα καλά, κακά ή αχαρακτήριστα παράγονται, αναπαράγονται και διαδίδονται στο διαδίκτυο, θα τους παραπέμψω στο ρητό του Τάγματος της Περικνημίδος: 
Honi soit qui mal y pense = Nτροπή σε αυτόν που σκέφτεται άσχημα.

Και θα το πάω ακόμα παραπέρα: Ντροπή σ’ αυτές και σ’ αυτούς που όχι μόνο σκέφτονται άσχημα αλλά και γράφουν και εκφράζονται και εκτίθενται άσχημα.

Δεν φταίω μόνον εγώ που οι ΜΑΓΥΑ* μου είναι τόσο ακραία υποκειμενικές, απαιτητικές και θρασύτατες. Έτσι με μεγάλωσαν οι δικοί μου αλλά έτσι με μάθανε και μερικοί πολύ διαβασμένοι φίλοι μου και δάσκαλοί μου.

Πολλοί από αυτούς μπορεί να μη ζουν πια, αλλά με συντροφεύουν πάντα και σπάνια τους αποχωρίζομαι. Και είναι πολλοί από αυτούς που ακόμα μου χαρίζουν απλόχερα πολλές ΜΑΓΥΑ* για να μετράω και τα δικά τους έργα αλλά και τις δικές μου προσπάθειες.



-----------

*ΜΑΓΥΑ // Μ.Α.Γ.Υ.Α. = Μονάδα Αισθητικά Γόνιμης Υποκειμενικής Απόλαυσης, αυθαίρετο, υποκειμενικό και ελαστικό μέτρο για την αισθητική αξιολόγηση των έργων της τέχνης και της φύσης φτιαγμένο από εμένα για προσωπική χρήση.



Κωστής Α. Μακρής

18 Μαρτίου 2016



(Όχι ότι ήταν απαραίτητη η παράθεση του ποιήματος, αλλά έτσι, για τη χαρά της ανάγνωσης, Κ.Α.Μ.)



Ιθάκη
(Κ. Π. Καβάφης)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου