Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Τέχνη, κριτική και ΜΑΓΥΑ στο διαδίκτυο

«Η ομορφιά είναι επιφανειακή αλλά η ασχήμια έχει βάθος» 
(Νεοελληνικό ευφυολόγημα)

«Ίσως υπάρχουν γυναίκες που υποπτεύονται ότι δεν είναι ωραίαι, 
αλλά δεν υπάρχει ποιητής, που να μην έχει τη βεβαιότητα ότι είναι μεγάλος» 
(Ξενόπουλος Γρηγόριος)



Όταν είμαστε μωρά ή πολύ μικρά παιδιά, υπάρχουν τα αυθόρμητα «μ’ αρέσει» (περνάω καλά και γελάω) και τα «δεν μ’ αρέσει» (περνάω χάλια και κλαίω). Χωρίς ιδιαίτερη λογική επεξεργασία. Όσο μεγαλώνουμε καταλήγουμε στο «μ’ αρέσει» και το «δεν μ’ αρέσει» με περισσότερους δισταγμούς, περισσότερη σκέψη και λόγια, λιγότερα γέλια και λιγότερα κλάματα. Ξεκινάω επομένως με μια αυθαίρετη παραδοχή:
Όλες και όλοι είμαστε κριτές και κριτικοί.

Γεννιόμαστε κριτές και κριτικοί. Ερασιτέχνες οι περισσότερες και οι περισσότεροι.

Όπως είμαστε ερασιτέχνες σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές μας ιδιότητες. Αν ήξερα κάποια επαγγελματία «νονά», διπλωματούχα «θεία» ή διδάκτορα «παππού», που να έχουν κάνει ειδικές σπουδές, να έχουν διδακτορικό και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος γι’ αυτές τις ιδιότητες, θα φρόντιζα να τους πασάρω όσα βαφτιστήρια, ανίψια και εγγόνια ξέρω που τους έλαχε προβληματική νονά, άχρηστος θείος ή δυσλειτουργικός παππούς.

Στην καθημερινή μας όμως ζωή είμαστε σχεδόν όλες και όλοι αυθεντίες της κριτικής. Ακόμα κι όταν το μόνο επιχείρημα που έχουμε για να στηρίξουμε μια θέση αρέσκειας ή απαρέσκειας είναι φράσεις όπως «Μα, είναι τόσο ωραίο!» ή ―αντίστροφα― κάτι σαν «Μα δεν το βλέπεις πόσο χάλια είναι!». Και κάπου εκεί, τις πιο πολλές φορές, εξαντλείται η αυτονόητη και βαθιά ατεκμηρίωτη κρίση μας και κριτική μας.

Ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο είναι η συνειδητοποίηση της άγνοιάς μου για το πώς θα μπορούσα να τεκμηριώσω αντικειμενικά, λογικά, ηθικά και (αν είναι ποτέ δυνατόν!) σχεδόν μαθηματικά τα ακραία υποκειμενικά μου κριτήρια περί του ωραίου και του ηθικού στις αισθητικές μου κρίσεις, αποφάσεις και κριτικές.

Έχω γράψει αρκετές φορές για το πόσο μου αρέσει ένα έργο τέχνης και έχω πολλές φορές προσπαθήσει να στηρίξω με αντικειμενικό τρόπο την κριτική μου για διάφορα πράγματα. Και πάντα ―εκ των υστέρων― ξέρω ότι η κρίση μου παραμένει υποκειμενική και με τα ίδια μου τα λόγια θα μπορούσε κάποιος άλλος να στηρίξει την απέχθειά του για κάτι που εμένα με έχει ενθουσιάσει. Κάτι σαν τον πατσά ή τον παστουρμά ένα πράμα. Που ή σ’ αρέσει ή δεν σ’ αρέσει.

Ό,τι βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, αγγίζουμε, μυρίζουμε, νιώθουμε και καταναλώνουμε, το κρίνουμε. Ιδέες, θεωρίες, έργα τέχνης, τεχνολογίας και χειροτεχνίας, καταναλωτικά προϊόντα, τροφές, ποτά, σώματα, πρόσωπα, λόγια, σχέσεις, τοπία, φύση… Ακόμα κι ένα βρέφος, κρίνει και αποφασίζει πολύ γρήγορα αν θα βάλει τα κλάματα σε μια τροφή ή αγκαλιά που δεν του αρέσει.

Αυτο ισχύει και στον πραγματικό κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο στον εικονικό διαδικτυακό κόσμο, όλα, όλες και όλοι αποτελούν αντικείμενα της κρίσης και της κριτικής μας. Πόσες, πόσοι από εμάς θα σηκωθούμε από τη θέση μας και θα πάμε να κολλήσουμε ένα «λάικ» στο μέτωπο, στο στήθος ή στον πισινό έτσι και δούμε ένα ωραίο πρόσωπο ή σώμα στο μετρό, στο τρόλει, στο λεωφορείο ή στον δρόμο; Πόσες και πόσοι θα απλώσουμε ένα τεράστιο μπάνερ με γελαστοφατσούλες ή υψωμένους αντίχειρες σ’ ένα πραγματικό ηλιοβασίλεμα;

Τα κρίνουμε, αλλά οι κρίσεις μας μένουν μέσα στη σκέψη μας. Το πολύ πολύ να τις μοιραστούμε με την παρέα μας ή το ταίρι μας. Στο διαδίκτυο όμως… Α! Εκεί να δεις αυτοκόλλητα και φωνακλάδικες σκέψεις!

Οι περισσότερες και οι περισσότεροι αρκούνται σ’ ένα λάικ ή σε κάποια συναισθηματεικονοφατσούλα. Αυτό το κάνω κι εγώ. Αλλά υπάρχουν και τα «Αριστούργημα!», τα «Κούκλα/κούκλος είσαι!» ή «O.M.G. [Oh My God!=Ω, Θεέ μου]» και μερικά ακόμα πιο τιτανοπελωριοτεράστια κοσμητικά που αποτελούν κομμάτια του λεξιλογίου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Υπάρχουν όμως και οι «μετρ» του είδους ―κι εγώ δεν βγάζω έξω την ουρά μου― που προσπαθούν να στηρίξουν ή να δικαιώσουν την κρίση τους και την κριτική τους με κάποιες θεωρητικές τοποθετήσεις που, κατά τη γνώμη τους, μπορούν να μετατρέψουν το υποκειμενικό «μ’ αρέσει» (πολύ πιο αστήριχτο κι αυθαίρετο από το «γουστάρω» της πρέφας) σ’ ένα αντικειμενικό και διαχρονικό «Καλό κ’ αγαθό» ή (ακόμα χειρότερα) σ΄ένα αδιαμφισβήτητο «Αριστούργημα!».

Λες και είναι ποτέ δυνατόν να αποφανθούμε με βεβαιότητα για το πόσων καρατίων είναι ένα ποίημα, ένα σώμα, ένα πρόσωπο, ένας πίνακας ζωγραφικής ή ένα μουσικό έργο, όπως θα κάναμε για έναν πολύτιμο λίθο.

Εγώ τουλάχιστον ξέρω ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.Αλλά ούτε και θέλω. Κι όταν δεν θέλω να κάνω κάτι, σπάνια το μπορώ. Το μόνο που θέλω ―κι ακόμα μπορώ να κάνω― είναι να βλέπω πολύ, να ακούω πολύ, να γεύομαι, να οσφραίνομαι, να αγγίζω, να αγαπάω, να επικοινωνώ με ανθρώπους που μου αρέσουν, να διαβάζω πολύ και να αναστοχάζομαι αυτά που διαβάζω, στοχάζομαι και γράφω. Θέλω επίσης να γράφω όσο μπορώ περισσότερο και να μπορώ να γράφω όσο καλύτερα γίνεται με βάση τις μέχρι τώρα γνώσεις μου περί του (υποκειμενικά, πάντοτε) αρίστου. Που σημαίνει να βάζω ολοένα πιο ψηλά τον δικό μου πήχυ κι ας μην έχω ποτέ μου ασχοληθεί με άλματα εκτός απ’ αυτά της σκέψης και του ονείρου.

Ας με συγχωρέσουν όσες και όσοι γράφουν τον πήχυ με ήτα στο τέλος καθώς το ύψιλον του δικού μου πήχυ με βοηθάει να μετράω ιστορικά το μπόι μου με μέτρο το χέρι μου από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό μου, που ανθεκτικά στηρίζει και ακολουθεί τις άκρες των δαχτύλων μου αυτή τη στιγμή που πληκτρολογούν ένα κείμενο που είναι μια απολογία και μια ομολογία.

Ομολογώ ότι αδυνατώ να χρησιμοποιήσω για τις υποκειμενικές κρίσεις και κριτικές μου ένα διαχρονικό και οικουμενικό σύστημα μέτρων και σταθμών που θα μπορούσε να μετρήσει και να αξιολογήσει οποιοδήποτε αγαθό που έχει να κάνει με αισθητική, τέχνη, δίκαιο και ηθική.

Είμαι καταναλωτής κάθε είδους τέχνης και απολογούμαι για το ότι είμαι κι ένας άγριος κι ανήθικος καταναλωτής της φύσης. Μπορεί κάποιες φορές να ντρέπομαι γι’ αυτό και για το ότι δεν αλλάζω ζωή εξακολουθώντας να χρησιμοποιώ βενζινοκίνητα αυτοκίνητα, καταναλώνοντας ζωικές πρωτεΐνες, φορώντας δερμάτινα παπούτσια, τρώγοντας προϊόντα που περιέχουν φοινικέλαιο από φυτείες που έχουν εκτοπίσει και καταστρέψει παρθένα δάση και χρησιμοποιώντας πολλά άλλα πράγματα εχθρικά προς άλλα είδη και τον πλανήτη. Αλλά δεν θα το αναλύσω περισσότερο γιατί άλλος είναι ο σκοπός μου στο κείμενο αυτό.

Το σώμα μου (και με τη λέξη «σώμα» ορίζω όλες τις βιολογικές, μορφολογικές και νοητικές μου ιδιότητες, δεξιότητες, δυνατότητες και ικανότητες) είναι ο δέκτης για όλες τις εκπομπές άλλων σωμάτων και του κόσμου που με περιβάλλει και που είμαι σε θέση να ανιχνεύω ακόμα και αν δεν τις κατανοώ ή δεν τις αντιλαμβάνομαι όλες και πλήρως.

Έτσι κι αλλιώς, συμμετέχω εκ γενετής σε μια πληθώρα δικτύων που κι αν δεν μπορώ να τα κατανοήσω ή να τα ορίσω όλα, με ορίζουν αυτά. Για το αν με κατανοούν έχω μεγάλη αμφιβολία αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι αν η λέξη δίκτυα δεν είναι πάντα η πιο σωστή λέξη για τα πολλά υπερσύνολα, στα οποία ανήκω ως υποσύνολο, τη χρησιμοποιώ επειδή απ’ την αρχή αναφέρθηκα στο διαδίκτυο.

Χρησιμοποιώ και καταναλώνω τροφές, φαγητά, ποτά και ουσίες που μου προσφέρουν χαρά και ικανοποίηση των ζωτικών μου αναγκών αλλά πολλές φορές και κάποιων όχι και τόσο ζωτικών αναγκών όπως είναι η αισθητικές, λογικές, ηθικές και άλλες πηγές χαράς που μου προσφέρουν κάτι που είναι δύσκολο να το ορίσω. Επειδή ακριβώς μου είναι δύσκολο να ορίσω πότε και πώς αντλώ απόλαυση από κάτι τόσο απροσδιόριστο που μόνο με τη μαγεία και τα μάγια είναι συγκρίσιμο, θα ορίσω σαν ΜΑΓΥΑ* και τη μονάδα μέτρησης της απόλαυσης που μου προσφέρει κάτι που μου αρέσει και καλύπτει τις αισθητικές μου απαιτήσεις.

Πώς όμως διαμορφώθηκαν αυτές οι αισθητικές (αλλά και ηθικές και λογικές) απαιτήσεις μου; Προφανώς μέσω της κατανάλωσης προϊόντων τέχνης αλλά και σωμάτων.

Δεν είμαι μόνο καταναλωτής και χρήστης έργων τέχνης, προσώπων και σωμάτων με την αγοραία έννοια των όρων. Έχω πολλές φορές αναστοχαστεί τα όρια ανάμεσα στο «πνευματικό» και το «υλικό» αγαθό χωρίς να έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα μου τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την ικανοποίηση της πείνας και της δίψας μου, μέσω τροφής και ποτών, από την ικανοποίηση που μου δίνει ένα χάδι, ένα φιλί, μια γλυκιά κουβέντα ή ένα, κατά την κρίση μου, όμορφο και ωραίο ποίημα. Μου είναι επίσης δύσκολο να διαχωρίσω αυτά που καλύπτουν ζωτικές μου ανάγκες από εκείνα που δίνουν χαρά στη ζωή μου, χωρίς να αγνοώ ότι η έλλειψή των δεύτερων αποκλείεται να με οδηγήσει στον θάνατο τόσο σύντομα όσο η έλλειψη αέρα, τροφής και νερού.

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι προτιμούν να ζουν εντέχνως κι όχι μόνο να επιβιώνουν, ως άτομα ή ως είδος. Όποιος θεωρεί την τέχνη, τα γλυκόλογα και το χάδι περιττά πράγματα, ας σκεφτεί σε τι είδους κόλαση θα έχει καταδικαστεί ένα βρέφος που στερήθηκε απολύτως οποιοδήποτε χάδι ή γλυκόλογο· ακόμα κι αν καταφέρει να επιβιώσει μιας άθλιας παιδικής ηλικίας.

Το μόνο που έχω να πω για όλα αυτά είναι ότι πολλές φορές αυτά τα δύο ―τα «ζωτικά» όπως ο αέρας, η τροφή, το νερό, η κατάλληλη θερμοκρασία και η αναπαραγωγή και τα «μη ζωτικά» όπως τα χάδια, η συναισθηματική ασφάλεια, το ερωτικό παιχνίδι και η τέχνη― χορεύουν πιασμένα χέρι χέρι στον χρόνο. Έτσι συμβαίνει στη σκέψη τη δική μου και, απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω και να θυμάμαι, στη σκέψη πολλών άλλων ανθρώπων.

Κι όποτε αυτός ο χορός διακόπτεται, πολεμιέται ή καταργείται, τότε έρχεται ο κυριολεκτικός πόλεμος (που για μένα δεν είναι κι ούτε μπορεί να είναι, αλληγορικά ή φιλοσοφικά, «πάντων πατήρ») να μπολιάσει με φόβο και θάνατο μια ζωή που έτσι όπως θα της λείπει η χαρά της αγάπης και η αγάπη της χαράς ―ως στόχος― δεν θα μπορεί να αποβλέπει σ’ ένα μακάριο και ισορροπημένος τέλος/σκοπό αλλά μόνο με τον φόβο και τον θάνατο θα συντροφιάζει όσο θα αναπνέει.

Το τι είναι αυτό που θα μετατρέψει ένα παιδί σε ασυνείδητο ή φανατικό λειτουργό της απανθρωπιάς, της ηθικής αναλγησίας, της αγριότητας και του φόνου δεν μπορώ να το απαντήσω αλλά υποπτεύομαι ότι είναι η απουσία αγάπης, χαδιών, ασφάλειας και τέχνης (ακόμα και με τη μορφή ενός όμορφου νανουρίσματος) την εποχή που διαμορφώνεται ο μικρός άνθρωπος.Δηλαδή στα πρώτα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τότε που μυείται στα πολυποίκιλα «μ’ αρέσει» και «δεν μ’ αρέσει», πολλές φορές με οδυνηρό τρόπο. Όλα αυτά δηλαδή που μπορεί να του πάρει μια ζωή να τα αποκωδικοποιήσει, αν το καταφέρει.

Μου αρέσει το έργο τέχνης όταν μου αρέσει.

Μου αρέσει το ανθρώπινο σώμα όταν μου αρέσει κι αυτό.

Αυτή η ταυτολογία είναι το μόνιμο περιεχόμενο κάθε κριτικής που κάνω ―εκ των υστέρων― για οποιοδήποτε έργο τέχνης ή σώμα.

Αλλά είναι και μερικά έργα τέχνης, πρόσωπα και σώματα που μου γυρνάνε τόσο πολύ τα άντερα που αρκετές φορές ασχολούμαι διανοητικά με αυτά περισσότερο από ότι με εκείνα που μου αρέσουν· μέσα σε μια σχεδόν μαζοχιστική και σπάταλη ενασχόληση με κάτι που με αηδιάζει και με θυμώνει μερικές φορές. Το διαδίκτυο μού δίνει αρκετές αφορμές και υλικό για τέτοιου είδους σπατάλη σκέψης, χρόνου και αηδίας παρ’ όλο που είμαι αρκετά γρήγορος στις αισθητικές μου αποφάσεις.

Να το ξαναπώ: τα κριτήριά μου για το τι μου αρέσει και τι μου γυρνάει τ’ άντερα σ’ ένα έργο τέχνης ή σε ένα σώμα είναι απολύτως υποκειμενικά και κάθε απόπειρα εκλογίκευσης ή θεωρητικοποίησης αυτών των κριτηρίων, σκοντάφτει πάνω στον βράχο της επίγνωσης της αδυναμίας μου να αρθρώσω λογικά και αντικειμενικά επιχειρήματα σε οποιαδήποτε κρίση ή κριτική μου για θέματα αισθητικής, ηθικής και δικαίου.

Επειδή όμως αρνούμαι να υποταχθώ στην παντοδυναμία ενός τέτοιου βράχου και επειδή το παιχνίδι με τη ματαιότητα δεν τελειώνει ποτέ, όπως δεν τελειώνει και η αναζήτηση της ικανοποίησης σ’ αυτό που κάνω, θα επιχειρήσω αν όχι να εκλογικεύσω τα κριτήρια της αυθαιρεσίας μου ως προς την κρίση μου, αλλά να τους δώσω όνομα και κάπως να τα περιγράψω. Ακόμα και με περιφραστικές ταυτολογίες, σε μια απόπειρα να λειάνω ―όπως θα έκανε ένα επίμονο κύμα― τον προαναφερθέντα και καθ’ όλα σεβαστό βράχο της επίγνωσης των αδυναμιών μου.

Θα μιλήσω επομένως στη συνέχεια του κειμένου αυτού για τα κριτήρια με τα οποία αποφασίζω αν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει ένα έργο τέχνης, ένα σώμα ή πρόσωπο. Με επίγνωση του ότι το πιθανότερο είναι να πω με πολλά λόγια το πολύ απλό «μου αρέσει αυτό που μου αρέσει». Αλλά γιατί μου αρέσει κάτι και γιατί μου γυρνάει τ’ άντερα κάτι άλλο;

Αυτό όμως θα γίνει στο Δεύτερο Μέρος αυτού του κειμένου και επικαλούμαι την υπομονή, την επιμονή σας (αλλά όχι και την επιείκειά σας) εκλεκτές αναγνώστριες και εκλεκτοί αναγνώστες που γνωρίζετε ότι η βιασύνη και η ανυπομονησία ποτέ δεν αποτέλεσαν τις καλύτερες αρετές των φίλων της τέχνης και των σωμάτων.

Άλλωστε, χωρίς αυτές τις αρετές (υπομονή και επιμονή) δεν θα είχατε φτάσει την ανάγνωσή σας μέχρι εδώ και, το πιθανότερο, δεν θα διαλέγατε να διαβάσετε ένα κείμενο με τίτλο «Τέχνη, κριτική και ΜΑΓΥΑ*».

Όσο για το τι σημαίνει η λέξη ΜΑΓΥΑ*, σας υπόσχομαι ότι η απορία σας θα λυθεί στο Β΄ Μέρος.

Μέχρι τότε, το μόνο που μπορώ να σας αποκαλύψω είναι ότι πρόκειται για ένα καινοφανές και χρηστικό αρκτικόλεξο που η σημασία του αποτελεί μονάδα μέτρησης αισθητικών απολαύσεων και, αν δεν σας κάνει κόπο, προσπαθήστε να βρείτε τις λέξεις που είναι τα συστατικά του. Δεν αποκλείεται να καταλήξετε σε μια εκδοχή πολύ πιο ευφάνταστη, χαριτωμένη και ουσιαστική από τη δική μου.

Κωστής Α. Μακρής

(η συνέχεια την επόμενη Τρίτη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου