Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

"Επείγουσα ανάγκη ελέου" του Θανάση Βαλτινού



Ο Θανάσης Βαλτινός εδώ και πολλά χρόνια δεν χρειάζεται συστάσεις, είναι από τους λίγους συγγραφείς που εκτός από λογοτεχνική ταυτότητα (απολύτως διακριτή, ειρήσθω εν παρόδω) διαθέτει και κοινωνική, είναι μια παρουσία με ειδικό βάρος στο λογοτεχνικό στερέωμα. Η τελευταία συλλογή διηγημάτων του έτυχε της αναμενόμενης προσοχής, γράφτηκαν πράγματα σχετικά με τα ίδια τα κείμενα αλλά και τον δημιουργό τους ως προσωπικότητα και ως φωνή των γραμμάτων (http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=767066 είναι ένα από αυτά που έπεσε στην αντίληψή μου), τώρα ακόμα περισσότερο λόγω της φετινής προεδρίας του στην Ακαδημία. 

Είναι γεγονός, δεν έχω απογοητευτεί μέχρι τώρα από τα κείμενα του Βαλτινού, παρόλο που κάποια μου αρέσουν περισσότερο από άλλα. Στα κείμενα που απαρτίσουν την Επείγουσα ανάγκη ελέου η πρόζα είναι στεγνή και στακάτη, κινείται στα γνώριμα νερά του ρεαλισμού και της τεχνικής ακρίβειας. Όπως είπαν και άλλοι πριν από μένα, ο Βαλτινός διηγείται ανώδυνες, εύκολες ιστορίες, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον γιατί στην πορεία τα πράγματα αλλάζουν, έχει ρόλο αφηγητή-παρατηρητή που δεν εμπλέκεται και δεν συμπάσχει, με μια ακρίβεια όμως στις λέξεις που ανατρέπει τα πάντα. 

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βρίσκομαι αντιμέτωπη με ένα κείμενο (ή περισσότερα, όπως εδώ) που μου γεννά συναισθήματα, και σκέψεις, και θέσεις, αλλά μου είναι σχεδόν αδύνατο να ψηλαφήσω τους μηχανισμούς που παράγουν την συγκίνηση. Όλες μου οι εμμονές που αφορούν στο τεχνικό μέρος της πρόζας, που δεν είναι και λίγες, δοκίμασαν τις αντοχές τους, για να καταλήξω τελικά σε ένα ημι-συμπέρασμα: όλα έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ο συγγραφέας φωτίζει τα σημεία που τον ενδιαφέρουν. Το κοινό σημείο όλων των διηγημάτων αποδεικνύεται τελικά πως είναι ο φωτισμός: τι είναι αυτό που θέλει ο συγγραφέας να δει ο αναγνώστης του. Και ο Βαλτινός το κάνει τόσο καλά που, ενώ εκθέτει κι άλλα, ο αναγνώστης ακολουθεί μόνο το φως, σ’ ένα παιχνίδι σκιών, αερικών και ενδόμυχων σκέψεων.

Σ’ αυτόν τον κατ’ επίφαση ρεαλισμό, η προσοχή του αναγνώστη κλειδώνει γρήγορα στο ανομολόγητο. Σε όλα αυτά που δεν ακούγονται, που δεν διαβάζονται στις λέξεις, τουλάχιστον όχι ευθέως, αλλά που είναι όσο υπαρκτά είναι και τα υπόλοιπα, στους ήρωες που φαίνονται, με όνομα, με οστά και σάρκα, που μιλάνε, που υποφέρουν και που στέκονται δίπλα σε όσους άλλους κινούνται στις σελίδες του βιβλίου αμίλητοι, ισχυροί παρόλα αυτά, και με καταλυτική παρουσία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει μια δεύτερη γραφή, παράλληλη με την πρώτη, που ξετυλίγει το νήμα της στις σιωπές και στα κενά μεταξύ των λέξεων του Βαλτινού και των συναισθημάτων των ηρώων και του αναγνώστη. Στηρίζεται στην παρατηρητικότητα του αφηγητή, τον σεβασμό του στο περίγραμμα των ανθρώπων που ανεβάζει στη σκηνή, στις δικές τους ισορροπίες και ανάγκες. Δεν κατάφερα να εντοπίσω πώς υλοποιείται μια τέτοια υπέρβαση, αυτός ο διάλογος του κειμένου με τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά το γεγονός είναι ότι συμβαίνει και είναι μια ισχυρή αναγνωστική εμπειρία, υποθέτω και μια ακόμα απόδειξη ταλέντου για κάποιον που έχει ήδη πολλές. 

Προσπαθώντας να εστιάσω στο πώς και κυρίως στο πού της συγκίνησης, διαπίστωσα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον συστατικό αφήγησης, τις μεταπτώσεις στον χρόνο. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην αφηγηματική ανάμνηση και το συναίσθημα που είναι συνδεδεμένο μαζί της, έτσι δημιουργείται εκεί ένα «κενό» ικανό να χωρέσει σκιές και σκέψεις που δεν βρίσκουν τον χώρο τους στις λέξεις της ιστορίας. Στην συγκεκριμένη συλλογή, υπάρχει ένα ειδικό βάρος στα ανείπωτα που συμβαίνουν, στις παύσεις, στον χώρο που δίνει ο συγγραφέας στους ήρωες και στον αναγνώστη για να ξεδιπλώσουν σκέψεις και αισθήσεις που με τη σειρά τους θα καταλήξουν μέρος της συνολικής αφήγησης. 

Ο Βαλτινός είναι ένα πεζογράφος με εκτενή προσωπική και λογοτεχνική ιστορία, λίγοι γράφουν και ανασαίνουν τον ελληνικό εμφύλιο και την κατοχή όπως αυτός. Στην επείγουσα ανάγκη ελέου το παρελθόν έρχεται να ισορροπήσει με το παρόν σε μια δυναμική σχέση αλληλοϋποστήριξης χωρίς υπεκφυγές και με όλη την απαραίτητη γενναιότητα που απαιτούν ανάλογες περιστάσεις. Οι ήρωες διάγουν βίους προσωπικούς, που όμως τελικά μας αφορούν όλους και οι ιστορίες καταλήγουν να είναι κάθαρση για αυτούς που τις βιώνουν αλλά και για όσους τις διαβάζουμε.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου