Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

"Μαύρο εκλεκτό" του Γιάννη Ευσταθιάδη



Ήλιος. Ριπές φθινοπώρου. Καταιγίδα καλοκαιρινή. Χιόνι. Μέσα στα σύννεφα μια ομοιοκαταληξία για τη λύπη. Ίχνη αγάπης σαπισμένης[1]

Θα μπορούσε να είναι στίχος, θα μπορούσε να είναι και σκηνοθετική σημείωση στο περιθώριο σεναρίου. Και παρόλη την έντονη κάποιες φορές ποιητική ματιά στο σύνολο του έργου, η συλλογή του Γιάννη Ευσταθιάδη Μαύρο εκλεκτό αποτελείται από διηγήματα, δεκατέσσερα τον αριθμό. Πυκνός λόγος, λέξεις αγωγοί ανάμνησης, τα κείμενα αυτά διανύουν ατομικές πορείες, συμβάλλοντας παράλληλα σε μια συνολική εικόνα εξαρχής οριοθετημένη.

Υπάρχει αυτή η ποικιλία που τόσο απολαμβάνουν οι λάτρεις των διηγηματικών συλλογών, κάθε ένα από τα δεκατέσσερα κείμενα διαγράφει την δική του πορεία μέχρι να «ενταχθεί» στο συνολικό έργο, και δεν αναφέρομαι μόνο στο θέμα που προφανώς διαφέρει σε κάθε περίπτωση αλλά και στον τρόπο γραφής, και το κυριότερο, στην θέση που παίρνει ο παρατηρητής-αφηγητής κάθε φορά. Έχουμε δεκατέσσερα ανεξάρτητα μεταξύ τους κείμενα «μιλημένα» με την ίδια φωνή χωρίς αμφιβολία, αλλά κάθε φορά με καινούριες λέξεις. 

Το «Μαύρο κουτί», ένα από τα καλύτερα κείμενα που θα βρει κανείς σ’ αυτή τη συλλογή, είναι κλασσικό παράδειγμα: στακάτη, διακεκομμένη γραφή, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τελικών σκέψεων, με λίγα ρήματα, μετά βίας τα απαραίτητα. Διαβάζοντάς το, με έκανε να αναρωτηθώ πόσο διαρκούν οι τελευταίες σκέψεις ενός ανθρώπου, πόσες λέξεις χωράνε στον «υπόλοιπο» χρόνο του. Στο «Βελονισμό» ξεδιπλώνεται η συνήθεια του συγγραφέα να θέτει σε κίνηση παράδοξα πλησιάσματα λέξεων, κερδίζοντας συμπυκνωμένη δύναμη συναισθημάτων σε ένα παιχνίδι αισθήσεων και διαστάσεων, φαντασίας και πραγματικότητας. Κι ένας ρεαλισμός σχεδόν κατόπιν εορτής. Φαίνεται πως είναι πάγια τακτική του συγγραφέα να τελειώνει τα διηγήματά του με ένα twist που ξεπερνάει το πρώτο ξάφνιασμα για να δώσει τη λύση, να εξηγήσει τις απορίες και να κλείσει το διηγούμενο συμβάν. 

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης επιλέγει να διηγηθεί ιστορίες ανεπαίσθητης ρουτίνας: συμβάντα και σκέψεις ανθρώπων που έχει οι περισσότεροι έχουν λίγο-πολύ συναντήσει στη ζωή τους. Το ενδιαφέρον του πράγματος έγκειται στο τι αποκαλύπτει η ματιά του από το ήδη προφανές, το ήδη σχεδόν γνωστό, οικείο. Στο «Μαύρο εκλεκτό», το διήγημα που έχει δώσει τον τίτλο της στην συλλογή, ο αναγνώστης βρίσκεται θεατής σε ένα παιχνίδι με τον χρόνο, προσφιλές θέμα του δημιουργού που εμφανίζεται συχνά και υπολανθάνει ακόμα συχνότερα. Τον χρόνο που περνάει, που στέκεται, που άλλες φορές βιάζεται και που σίγουρα τελειώνει. Ο χρόνος στο κείμενο είναι λυτρωμένος από την στατικότητά του για λίγο, για όσο κρατάει ένα διήγημα. Σαν ο συγγραφέας να στέκεται μόνο στις χρονικές τομές που σηματοδοτούν την ζωή κάποιου, και να αφήνει κατά τα άλλα τον χρόνο να κυλάει και να κυκλοφορεί σε πλήρη ελευθερία. Βρισκόμαστε θεατές σε μια αναδρομή μέχρι το πιο βαθύ παρελθόν της ύπαρξης του ήρωα, μέχρι το σημείο της σύλληψης, και τον βλέπουμε να επιστρέφει στο στάδιο της ανυπαρξίας ή καλύτερα στο στάδιο ανάμεσα στην ύπαρξη και ό,τι προηγείται αυτής. 

Είναι γεγονός ότι σ’ αυτή την δουλειά παρεμβάλλονται κείμενα άλλων, χωρίς να δίνονται εκείνη τη στιγμή οι υποχρεωτικές και απαραίτητες πληροφορίες ως προς το πού και από ποιον γράφτηκαν, αφήνοντας έτσι την –ψευδή- αίσθηση ότι ολόκληρο το κείμενο είναι του Ευσταθιάδη, παρόλο που σε διάφορα σημεία αναφέρεται σε υποσημείωση γενικά ότι υπάρχουν δάνεια κείμενα. Ο συγγραφέας δίνει όλες τις πληροφορίες με λεπτομέρειες στο τέλος του βιβλίου, δεν σημαίνει όμως ότι έστω και για λίγο τα όρια ανάμεσα στο δικό του κείμενο και το κείμενο έμπνευσης ή αφετηρίας δεν είναι θολά. Δεν βλέπω γιατί εμπίπτει στον αναγνώστη να παίζει στα δάχτυλα το διακείμενο, θα ήθελα αντίθετα, να ξέρω ποιο είναι το ακριβές, πέραν πάσης αμφιβολίας, περίγραμμα της γραφής του δημιουργού. Και πριν σκεφτεί κάποιος ότι υπονοώ κάποιου είδους κλοπή, επιμένω στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς εύκολα να αποκτήσει άποψη για ένα κείμενο αν υπάρχουν σημεία που… ιδιωτικά συνομιλεί με κάποιο άλλο, όσο και αν αναφέρεται ό,τι χρειάζεται να αναφερθεί στο τέλος της έκδοσης.

Συνολικά το Μαύρο εκλεκτό είναι ένα βιβλίο που χαίρεται κανείς να διαβάζει. Τα συστατικά του στοιχεία, δομικά, θεματικά και στιλιστικά, βρίσκονται σε μια απολαυστική δυναμική ισορροπία, το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Ο έρωτας είναι το θέμα αλλά όχι το περίγραμμα, το θάνατος και ο φόβος είναι απελευθερωμένοι από τον πανικό, οι άνθρωποι κινούνται με σιγουριά για να πλησιάσουν τον αναγνώστη. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 21.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου