Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Η τέχνη ως ποίηση καθημερινότητας στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό




Ars longa vita brevis.

Η ζωή είναι βραχεία, η τέχνη μακρά. Αυτή είναι η αφοριστική ρήση που διατυπώθηκε απόλυτα και κατηγορηματικά από τον Ιπποκράτη, δίνοντας το νόημα και την πεμπτουσία της τέχνης: με άλλα λόγια η τέχνη ξεπερνά τη ζωή και συναντά την αιωνιότητα. Ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα[1] την ορίζει ως την πρώτη μορφή σκέψης του ανθρώπου που προηγείται της επιστημονικής και φιλοσοφικής γνώσης, ή για να είμαστε ακριβέστεροι αποτελεί την αφετηρία και το έναυσμα της επιστημονικής και φιλοσοφικής γνώσης. Ετυμολογικά συνδέεται με το αρχαίο ρήμα τίκτω, που σημαίνει γεννώ, και οι παράγωγες λέξεις που γεννά το ρήμα αυτό, τοκετός, τέκος, ο απόγονος, τέκνον, παραπέμπουν στο δημιουργικό κομμάτι της τέχνης, αυτό που αναδομεί τη ζωή με νέους γόνιμους καρπούς και την επανεκκινεί σε ανώτερες πορείες. Γι΄αυτό και νοηματικά η τέχνη, ήδη από τους αρχαίους χρόνους, συνδέεται με την ποίηση, που είναι η κατασκευή, το φτιάξιμο, η δημιουργία, αλλά και η ευφάνταστη σύλληψη που οδηγεί τον άνθρωπο σε δρόμους ψυχής ουράνιους και φωτεινούς, αιθεριώνοντας την ύπαρξή του. Η τέχνη είναι η ανάγκη της ύλης να συναντήσει το πνεύμα και να ανυψωθεί. Η τέχνη είναι η ανάγκη του πνεύματος να συναντήσει την ύλη και αποκτώντας μορφή να εκφρασθεί. Η τέχνη είναι η ανάγκη του πνεύματος να συγκατοικήσει στην ύλη και αρμονικά μαζί της να συμπορευθεί.

Είναι η πεποίθηση αυτή που βρήκε την ιδεωδέστερη αποτύπωση στην αρχαία ελληνική καλλιτεχνία, όπου η τέχνη υπάρχει για να υπηρετεί την ομορφιά και η απόλαυση της ομορφιάς είναι κοινό δικαίωμα και αίτημα. «Φιλοκαλούμεν μετ΄ευτελείας»[2], διακήρυξε ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο υπονοώντας σαφώς πίσω από αυτήν τη διατύπωση την άποψη που διαπνέει όλο του το έργο: ότι δηλαδή η τέχνη πρέπει να προσφέρεται δωρεάν και αφειδώς και να διατρέχει την ανθρώπινη καθημερινότητα. Και όλοι οι άνθρωποι να μετέχουν σε αυτήν. Και τότε ακριβώς οικοδομείται η πόλη που μένει γνωστή στην ιστορία της ανθρωπότητας και για την ομορφιά των κτηρίων της -και αναφέρομαι στην Αθήνα που μνημονεύεται ως «κλεινόν άστυ»[3], το μόνον ένδοξον άστυ της ιστορίας, αυτό δηλαδή που εντυπωσίασε την ανθρωπότητα για τον τρόπο που κόσμησε και πρόβαλε την ύλη (γιατί η λέξη άστυ παραπέμπει στο άψυχο υλικό μιας πόλης, στο οποίο όμως μεσολαβεί η τέχνη και αναφέρομαι εδώ στα οικήματα μιας πόλης, στα δημόσια οικοδομήματα της, στους ναούς της, αλλά και στον εξωτερικό στολισμό της με αγάλματα, τοιχογραφίες, εγχάρακτες στήλες και επιγραφές).

Είναι αυτή η υπέροχη σύλληψη που εκφράσθηκε εδώ, πως το δικαίωμα στην απόλαυση της τέχνης είναι ένα καθολικό δικαίωμα, βαθύτατα δημοκρατικό, από το οποίο καμία ανθρώπινη υπόσταση δεν πρέπει να αποκλείεται. Κι αν ο φτωχός Αθηναίος δεν έχει την δυνατότητα της πολυτελούς κατοικίας, έχει όμως τη δυνατότητα της πολυτελούς απόλαυσης ενός επιβλητικού καλλιτεχνήματος που θα κοσμεί τον χώρο του, έχει τη δυνατότητα της αισθητικής περιδιάβασης στους δρόμους μιας ωραία κτισμένης πόλης του, έχει το δικαίωμα της ισότιμης θέασης και ακρόασης σε ένα εκπληκτικά κατασκευασμένο αρχαίο ελληνικό θέατρο, η αρχιτεκτονική του οποίου τού επιτρέπει, όπου και αν στέκεται σαν θεατής, ισότιμα να παρακολουθεί, ισότιμα να ευφραίνεται και ισότιμα να μετέχει στη γνώση.

Κι αν η λέξη τέχνη έχει πολλές σημασίες και πολλούς χαρακτήρες, κι είναι και ιατρική η τέχνη με θεραπευτικό χαρακτήρα, κι είναι και σοφιστική η τέχνη με εκπαιδευτικό χαρακτήρα, ο εικαστικός χαρακτήρας της τους εμπεριέχει όλους, γιατί η τέχνη παιδαγωγεί και θεραπεύει, για αυτό και πρέπει να είναι χρηστική, εννοώντας με την επισήμανση «χρηστική» την αναγκαιότητα να κυριαρχεί στον καθημερινό τρόπο ζωής του ανθρώπου. Η τέχνη δεν υπάρχει μόνο για να παρουσιάζεται στα μουσεία και τις εκθέσεις, γιατί τότε φυλακίζεται, αλλά πρέπει να αποτυπώνεται και στην καλοκεντημένη ποδιά της γυναίκας της υπαίθρου, που την φορεί την ώρα που εκτελεί τις οικιακές της εργασίες, και στην καλοσκαλισμένη ξύλινη κανάτα που κερνά το κρασί την ώρα του οικογενειακού δείπνου και στο καλοϋφασμένο πάπλωμα που σκεπάζει το κουρασμένο ανθρώπινο κορμί την ώρα της πολύτιμης ανάπαυσής του. Αναφέρομαι σε σκηνές και εικόνες ενός λαϊκού πολιτισμού, που ευτυχώς σε πολλούς από εμάς ακόμα είναι οικείος, ο οποίος ως προς τον προσανατολισμό του είναι άμεσος απόγονος του αρχαίου ελληνικού προκατόχου του, του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού -και μιλώ για τον προσανατολισμό εκείνο που θέλει την τέχνη μέσα στη ζωή, με καθαρά χρηστικό χαρακτήρα, και όχι έκθεμα μουσειακής ή ιδιωτικής συλλογής, προνόμιο συνήθως των ολίγων, «αποστειρωμένο» όμως και αποκομμένο απ’ τη ζωή, στην ουσία εγκλωβισμένο μέσα στην ίδια του την ομορφιά[4].

Εδώ θα χρησιμοποιήσω λέξεις, γιατί κι αυτές είναι προϊόν μιας τέχνης, της τέχνης του λόγου και ανασταίνουν στον νου μας ως εικόνα την ιδέα που εκφράζουν. Λέξεις απλές φαινομενικά, που τις χρησιμοποιούμε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, αγνοώντας το βάρος και τη δυναμική τους. Γιατί βεβαίως όταν λέμε τη λέξη άγαλμα, δεν κάνουμε κάποιον ιδιαίτερο ετυμολογικό συνειρμό, ο γλωσσοπλάστης όμως που έθεσε την έννοια ήξερε πως η θέαση ενός ωραίου έργου τέχνης, κάνει την ψυχή να αγάλλεται, να ανακουφίζεται δηλαδή και να χαίρεται, και πως εάν θέλουμε να έχουμε ευνομούμενες πολιτείες και δίκαια διοικούμενες θα πρέπει να έχουμε πολίτες και άρχοντες, πρωτίστως ευτυχισμένους, και ποιο άλλο πράγμα μπορεί να κάνει αποτελεσματικά και άμεσα ευτυχισμένο τον άνθρωπο, πλην της τέχνης; Κι επειδή μιλάμε για εικαστική τέχνη, ποια άλλη τέχνη έχει τη δύναμη να εισβάλλει ασυναίσθητα στον άνθρωπο, χωρίς πρόκληση συναισθήματος, όπως η μουσική, αλλά με διανοητική πρόκληση και αφύπνιση του νου του, όπως η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, οτιδήποτε δηλαδή υπηρετεί την εικόνα;

Ας αναλογιστούμε τις λέξεις: Γλυπτική, από το γλύφω που σημαίνω σκάπτω, κοιλαίνω, όπως η φύση σμιλεύει τα στοιχεία της και τους δίνει μορφή, η βροχή ή η θάλασσα που σμιλεύει τον βράχο και του δίνει σχήμα, τον τεύχει δηλαδή, τον κατασκευάζει, δίνοντας του καμπύλες και γραμμές πλησιέστερες προς την αρμονία·και το ίδιο και ο γλύπτης που με τη σμίλη, το αρχαίο γλύφανο, καμπυλώνει, την άμορφη μάζα, η ο γραφεύς, ο οποίος με την γραφίδα του, τον αρχαίο στύλο, γλάφει στην πέτρινη στήλη, δηλαδή δεν γράφει απλώς τα γράμματα, δεν τα σκαλίζει μόνο, χαράσσοντας τις γραμμές του, αλλά τα καμπυλώνει πάνω στην σκληρή ύλη της πέτρας, τα κάνει γλαφυρά, καλλίγραφα δηλαδή και ευανάγνωστα, με απαλές γραμμές που κυρτώνουν, δημιουργώντας όμορφη οπτική εικόνα στη γραφή, αυτό που αιώνες μετά επιβίωσε με πολλές σημασίες ως «γλαφυρόν ύφος».

Ας σταθούμε λίγο στην αρχιτεκτονική, την κορωνίδα των εικαστικών τεχνών στους αρχαίους Έλληνες[5], «την πρωτίστη, αρχική, σπουδαιοτάτη τέχνη»[6], αυτή που δίνει στον χώρο αίσθηση Ολύμπιας, θεϊκής, κατοικίας και γίνεται κάθε ώρα και κάθε στιγμή, τροφός και παιδαγωγός του ανθρώπου ενοίκου[7]. Στις Εννεάδες του ο Πλωτίνος, αφήνει να εννοηθεί ο υψηλός χαρακτήρας της τέχνης αυτής θεωρώντας πως το αρχετυπικό σπίτι επαναλαμβάνει την αρχιτεκτονική του σύμπαντος. «Ένα χαμηλότερο επίπεδο, ένας ενδιάμεσος χώρος, ψηλά ένας θόλος, στο οποίον υπάρχει ένα άνοιγμα που αντιστοιχεί στην ηλιακή θύρα, από την οποία κανείς δραπετεύει απόλυτα έξω από τον χώρο και τον χρόνο στο άπειρο και άχρονο εμπύρειον. Οι λειτουργικές και συμβολικές αξίες συμπίπτουν. Αν μία στήλη καπνού ανεβαίνει στην οπή του θόλου, αυτό δεν είναι απλώς μία ευκολία, αλλά και μία αναπαράσταση του άξονα του σύμπαντος που διαχωρίζει ουρανό και γη, ουσία και φύση, κι είναι το ίδιο, αν και χωρίς διαστάσεις ή πυκνότητα»[8]. Aς θυμηθούμε τη σημασία της λέξεως ζωγραφική από το ουσιαστικό ζώον που αρχικά δηλώνει την υπόσταση, την οντότητα, την ύπαρξη στη γη και το αρχαίο ρήμα γράφω, χαράζω, απεικονίζω, με το πινέλο μου δηλαδή απεικονίζω τη ζωή, πρωτίστως τη φύση-κι ας μην ξεχνάμε εδώ ότι οι πρώτες ανθρώπινες εικόνες, οι βραχογραφίες, απεικόνιζαν ζώα του περιβάλλοντος χώρου.

Πώς να μην κάνουμε εδώ μία ιδιαίτερη μνεία στην πρώτη σκέψη του ανθρώπου, αυτή που ταύτισε τα λίθινα εργαλεία με τα φυσικά στοιχεία, και στην αρχή τα περιέγραψε ως κεραυνούς, και στη συνέχεια έτσι τα ποίησε, έτσι δηλαδή τα αναπαράστησε, θεωρώντας την πέτρα που κρατούσε αχτίδα του ηλιακού φωτός και αργότερα όπλο, της ηλιακής θεότητας που κατατρόπωνε τον δράκοντα, και πολύ αργότερα ρομφαία του Αρχάγγελου Μιχαήλ που κατατρόπωνε τον Σατανά, και ανάλογα την αποτύπωσε[9]; Και μας διασώζονται τέτοια ευρήματα, από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τους νεώτερους, λίθινα αντικείμενα καθημερινής χρηστικότητας, με σεβασμό χειροτεχνημένα, να θεωρούνται η αποτύπωση του οπλισμού μίας υπερφυσικής εξωλογικής οντότητας, μιας θεότητας, που συνυπάρχει στη ζωή μας.

Να εδώ κι ένα παράδειγμα, πως η τέχνη, που γεννιέται, που υπάρχει σαν ορμέφυτο τελικά στον άνθρωπο, μπορεί μέσα από τη χρήση της να γεννήσει τον ανώτερο λεπτοφυή στοχασμό, φιλοσοφικό και θεολογικό. Και να πως γεννιούνται στην ανθρώπινη σύλληψη τα αρχαία ξόανα, οι ξύλινες δηλαδή εικαστικές αποτυπώσεις του θείου, έντεχνα σκαλισμένα στο ξύλο, κι οι εξέλιξή τους, τα είδωλα, που μακριά από τις αρνητικές σημασιολογίες που έχει αποκτήσει η λέξη, δηλώνει την αποτύπωση της ιδέας που έχω, αυτού δηλαδή που εγώ φαντάζομαι και βλέπω ως μορφή του θεού, την αποτύπωση της ιδέας αυτής στην πέτρα ή σε οποιοδήποτε άλλο υλικό αντικείμενο, σε αντιδιαστολή με την εικόνα, που είναι πάλι αποτύπωση, αποτύπωση όμως πράγματος που εγώ βλέπω και αναπαριστώ[10].

Tι είναι τελικά η τέχνη; Η πράξη η οποία, πρωτίστως, ποιεί την ιδέα, για την οποία μόλις μιλήσαμε και δεν είναι μόνο ιδέα θεού, αλλά και οποιαδήποτε άλλη ιδέα, μια φιλοσοφική ιδέα για παράδειγμα. Κι αν η λέξη ποίηση, η δημιουργία δηλαδή, ετυμολογικά συσχετίζεται με τη φύση και την πορεία του μικρού σπόρου του λουλουδιού που ξεκινά από τα έγκατα της γης και διανύει τα σκοτάδια της μέσα από δυσκολίες, για να ξεμυτίσει τελικά στον βράχο και να αναβλαστήσει στο φως, ως ποία, ως πόα δηλαδή απ’ όπου και η λέξη ποίησις και πόεσις και poesia στα λατινογενή γραφή[11], καταλαβαίνουμε πως το ξύπνημα της ιδέας, οποιαδήποτε ιδέας, η πραγματοποίηση οποιασδήποτε υψηλής σύλληψης γίνεται μέσα από την τέχνη, από την εξωτερίκευσή της δηλαδή στα υλικά της φύσης, στην πέτρα που θα σμιλευτεί, στη στήλη που χαραχθεί, στη τοιχογραφία που θα απεικονισθεί. Οι σοφοί λένε πως τα ζώα διαφέρουν από τα φυτά γιατί έχουν τη δυνατότητα να κινούνται. Ο άνθρωπος πάλι διαφέρει από το ζώο γιατί έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει συνειδητά, έχει τη δυνατότητα δηλαδή να ποιήσει. Ή πιο απλά έχει τη δυνατότητα να κάνει τέχνη.

Αγγελική Κομποχόλη


[1] Πλατ., Πρωταγόρας, 318e-326e.
[2] Θουκυδ., Περικλέους Επιτάφιος, Β, 40.
[3] Ευρυπιδ., Ίων, στιχ. 262.
[4] Πρβλ. ενδεικτικά Ομ., Ιλιάς, Ε 735, Ξ 178,  Σ 593, κ. εξ.
[5] Πρβλ. W. R. Lethaby, Architecture, Mysticisme and Myth, London, 1892, 183 κ. εξ.
[6] Πρβλ, Α. Coomaraswamy,  Η χριστιανική και η ανατολική φιλοσοφία της τέχνης, Πεμπτουσία, Αθήνα 1994, σελ. 25-26.
[7] Πρβλ M. J. Friedländer, Essays über Landschftsmalerei, Hague, 1947, σ. 12.
[8] Ο.π.
[9] Ο.π. Επίσης βλ. A. Hultkrantz, The Supernatural Owners of Nature, Stockholm 1961.
[10] Πρβλ. ενδεικτικά J. Bremmer, What is a Greek Myth, στο «Interpretations of Greek Mythology», London, Sydney, 1987, σελ. 1-9.
[11] Πρβλ. ενδεικτικά Πλατ., Συμπ., 24, Σοφ., Οιδ. Τύραν., 537.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου