Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

"Άλμπα" του Θωμά Τσαλαπάτη




«Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας - οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. Το βιβλίο μου ανοίγει και κλείνει με εικόνες πόλεων που συνεχώς αλλάζουν σχήμα και χάνονται, κρυμμένες μέσα σε δυστυχισμένες πόλεις..."
Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις


Όσοι έχουν διαβάσει το Ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ δεν περιμένουν αυτό που θα έλεγε κανείς μια «προβλέψιμη» ποίηση στην Άλμπα. Η γραφή του Θωμά Τσαλαπάτη είναι παράδοξη αλλά πιστή στο ίδιο της το προφίλ, κι έτσι η Άλμπα έρχεται να σταθεί δίπλα στον κύριο Κρακ με την άνεση του γνώριμου και του φίλου. 

Για το αν κατατάσσεται (και παρόλο που σχεδόν ακούω ήδη κάποιους να λένε «τι σημασία έχει πού κατατάσσεται;», γιατί τελικά έχει) στην ποίηση ή στην «κατά κάποιο τρόπο πρόζα», θα το δούμε παρακάτω, αναγνωρίζω το ελάσσων του θέματος. Τουλάχιστον προς το παρόν. 

Αντιθέσεις, αντιστροφές και όνειρο. Αυτά είναι οι πρώτες ύλες αυτής της δουλειάς. Ο χρόνος, που πότε παγώνει και ακινητοποιείται πάνω σε πρόσωπα και πράγματα και πότε τρέχει με τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της μνήμης, είναι το πρώτο στοιχείο που παραπέμπει σε αυτό που θα λέγαμε πραγματικότητα του ονείρου. Στιγμές που σέρνονται στον χρόνο, τοποθετημένες δίπλα σε άλλες προσαρμόζονται στον γρήγορο χρόνο της αφήγησης, καθώς και ήρωες που ισορροπούν με την καταλυτική παρουσία του αφηγητή, βάζουν τον αναγνώστη σε μια κατάσταση παράδοξης αμφιβολίας, και θέτουν τη βάση για μια τελικά αγωνιώδη ποίηση που καταλαμβάνει το χώρο: 

Ώρα χάρτινη και ο καιρός βουλιαγμένος[1]

Τα κείμενα που απαρτίζουν την Άλμπα κινούνται σ’αυτή την τόσο χαρακτηριστική «ενδιάμεση» πραγματικότητα των σκιών που φωλιάζουν στα όνειρα. Ο χώρος και ο χρόνος στη συλλογή αυτή δεν είναι αυτό που φαίνονται εκ πρώτης όψεως, και αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που θεμελιώνει αυτή την αίσθηση του «οικείου αγνώστου», όταν ο αναγνώστης νομίζει ότι ξέρει τι θα επακολουθήσει, μόνο και μόνο για να βρεθεί ξαφνικά και απρόβλεπτα σε μονοπάτια που δεν υποψιαζόταν. 

Ένας δεύτερος πυλώνας αυτής της δουλειάς είναι η δημιουργία, το στήσιμο της εικόνας των πραγμάτων και των ανθρώπων, περαστικών και πρωταγωνιστών εξίσου. Το μάτι είναι το πρώτο εργαλείο προσέγγισης αυτής της παράδοξης πραγματικότητας είναι όμως σε θέση να καταλάβει τα συμβαίνοντα και τα αόρατα; Η εικόνα στην Άλμπα δρα εκτός πεπατημένης, ό,τι εκτίθεται είναι άδειο από πίσω, σαν να κρύβει γύμνιες και κενά, ή σαν όλα να αρχίζουν με την πρώτη ματιά στα πράγματα, αλλά να τελειώνουν και κάπου εκεί.

Η έλξη των αντιθέτων σε συνδυασμό με ένα παιχνίδι αντιδιαστολών (ο μέσα και ο έξω χωρόχρονος που σχηματίζεται στα κείμενα, είναι ένα παράδειγμα ανάμεσα σε άλλα) που φτιάχνει ένα περίγραμμα για να το καταρρίψει αμέσως μετά, αφήνουν στον αναγνώστη μια αίσθηση του ανοίκειου, μια έλλειψη ισορροπίας, ηθελημένη πιθανότατα. Η Άλμπα χτίζει και χτίζεται μέσα σε μια κατάσταση ονείρου μεν, ενός ονείρου διαστρεβλωμένου δε, που μετατρέπεται όχι στον αντίστοιχο εφιάλτη αλλά στο ίδιο του το ανάποδο: στην Άλμπα ο αναγνώστης βρίσκεται χωρίς να το καταλάβει στην πίσω πλευρά του καθρέφτη. 

Για μένα η πρωτοτυπία της Άλμπας είναι η χωροταξική εικόνα που κάποιες φορές έρχεται να ευθυγραμμιστεί με την προσωπική, την ατομική πραγματικότητα. Σαν οι λέξεις να αποτελούν την προβολή μιας κατάστασης του χώρου και του χρόνου πάνω στους ανθρώπους και τα αντικείμενα (εξίσου, παραδόξως πώς), πάνω στις επιθυμίες και τις ανάγκες τους, πάνω στους φόβους και την αγωνία τους. Το τελευταίο προπύργιο της ασφάλειας του ανθρώπου, η πίστη του στην ιδία αντίληψη, καταρρίπτεται, αφήνοντας στη θέση που αυτή καταλάμβανε μέχρι τώρα, ένα κενό. Η αγωνία των πρωταγωνιστών όσο και του αναγνώστη πιστεύω ότι εστιάζεται κάπου εκεί: στο τι συμβαίνει, αν συμβαίνει κάτι, και στο τι φτάνει στην αντίληψή μας. 

Ανέφερα στην αρχή ότι η Άλμπα είναι αντιθέσεις, αντιστροφές και όνειρο. Στο τέλος της ανάγνωσης, είδα και ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής αυτών των τριών: η στατικότητα. Δεν κινείται τίποτα στα κείμενα, εκτός από τη σκέψη. Οι λέξεις, οι άνθρωποι, οι παρουσίες γενικότερα, βρίσκονται εκεί για να οριστικοποιήσουν το περίγραμμα, όχι για να σηματοδοτήσουν μια εκκίνηση ή μια πράξη. Η σκέψη ναι, αυτή κινείται, εξελίσσεται και επιχειρεί να ερμηνεύσει. Το όνειρο με την απίθανη ιδιότητά του να καταργεί τον χρόνο, είναι εκεί για να υποστηρίξει αυτό ακριβώς: την κίνηση της σκέψης:

Είναι η ησυχία αυτή που ακολουθεί την κάθε απορία, ο θόρυβος που κατοικεί βουβός τον κάθε πανικό.[2]
 
Το να χαρακτηρίσει κανείς τα κείμενα της Άλμπας ποιητικά περικλείει, υποθέτω, ένα κάποιο ρίσκο. Τείνουν προς την πρόζα άραγε, επειδή στο κάτω-κάτω μοιάζουν με μικρά πεζά; Ή μήπως τελικά είναι ένας ελεγχόμενα παραποιημένος ποιητικός λόγος; Το σίγουρο είναι ότι από όποια οπτική και να επιλέξει κανείς να το δει, το περίγραμμα δεν θα είναι ξεκάθαρο, ούτε καν κατά προσέγγιση. Δεν έχω αντίρρηση να διαβάζω κείμενα που όπως η Άλμπα έχουν σαφή ροπή προς το ενδιάμεσο των πραγμάτων, κάθε άλλο. Είμαι παρόλα αυτά επιφυλακτική όσο αναφορά την σαφήνεια και τελικά την επικοινωνιακή ικανότητα ενός κειμένου που τρέφεται από τα μυστικά του. Η ανάγνωση της Άλμπας είναι ένα καλογραμμένο σύνολο, με ακρίβεια στη σκέψη και στην έκφραση, και με αδιαμφισβήτητη γοητεία στις λέξεις:

Και ο άνθρωπος
μια κλωστή θαυμάτων
ραμμένη σ’ ένα αντίο[3]

Είναι ακόμα μια πορεία στην κόψη των συνόρων, τεχνικών και νοηματικών, και δεν έχω τίποτα να προσάψω σ’αυτό. Δεν υπάρχουν πολλές ή έστω αρκετές πόρτες για να μπει ο αναγνώστης και να γίνει μέρος της όμως, να βρει σ’αυτή την πόλη, σ’αυτή την κατάσταση, σημείο να σταθεί και να ανασάνει.

Η κοπέλα αυτή με το όνομα Άλμπα
Τώρα βουτά μια μπουκιά ψωμί
Στην όψη των ανθρώπων
Μέχρι να ποτίσει η ψίχα
Απ’ τη φωνή τους
Μέχρι να χορτάσει ο ήχος
Ως τη σιωπή[4]


Κρις Λιβανίου

[1] Σελ. 41
[2] Σελ. 37
[3] Σελ. 13
[4] Σελ. 44

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου