Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

"Τα χρόνια της κρίσης" του Αντώνη Βερούχη



Σ’ αυτή τη μητρόπολη υπάρχει η βία του ήχου τόσο δυνατά που οι κραυγές μου δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αισθησιακοί ψίθυροι.[1]

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να κατατάξει κανείς τη δουλειά του Αντώνη Βερούχη σε κάποια, οποιαδήποτε, κατηγορία λογοτεχνικής έκφρασης. Ή τουλάχιστον, να την κατατάξει σε μία μόνο. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα, που δεν εξαντλεί την δυναμική του στην πρωτοτυπία (που είναι αναμφίβολη), και δεν διστάζει να «πλησιάσει» μεταξύ τους ριζικά ετερόκλιτα πράγματα.

Καταρχάς η έκδοση είναι δίγλωσση, ελληνική και αγγλική, με παράλληλη μετάφραση, την οποία και θα αποφύγω να σχολιάσω, αφήνοντας το πεδίο σε άλλους, σαφώς περισσότερο καταρτισμένους από μένα σ’ αυτόν τον τομέα. Επίσης υπάρχει και μια σειρά ασπρόμαυρων φωτογραφιών που ουσιαστικά χωρίζει το βιβλίο σε δύο μέρη. Ο διαχωρισμός αυτός είναι λιγότερο θεματικός και περισσότερο στυλιστικός ίσως, με τα όρια ανάμεσα στην φαντασία και την προ πολλού αλλοιωμένη πραγματικότητα στο δεύτερο μέρος να θαμπώνουν κι άλλο. 

Γραφή της πόλης. Αυτός είναι ο βασικός άξονας του βιβλίου, και ο Αντώνης Βερούχης του μένει πιστός από την πρώτη λέξη και την πρώτη φωτογραφία μέχρι τον τελευταίο ήχο. Εικόνα και εικόνες της Αθήνας του σήμερα, του τώρα, της πόλης που ζούμε όλοι (κι ας την βλέπω τρεις φορές το χρόνο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό μιας καθημερινότητας κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά), λίγο ή πολύ πιο άγρια, ανεξέλεγκτη, τρομακτική και γοητευτική εξίσου. Οι εικόνες που σχηματίζονται στην πορεία του βιβλίου είναι σχεδόν οικείες λοιπόν, ελάχιστα απομακρυσμένες από την πραγματικότητα… αλλά όχι, όχι τελείως. Είναι μια μεγεθυμένη πραγματικότητα, αφύσικα διογκωμένη, κατ’ ουσία προβληματική, κατ’ επίφαση μεγαλειώδης, οριακή. Ο Αντώνης Βερούχης έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στην απόδοση αυτής της παράδοξης αίσθησης μιας οικειότητας που δεν καταφέρνουμε τελικά να αναγνωρίσουμε. 

Η καταλυτική και τελικά επιτυχημένη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει κάθε κείμενο εδραιώνεται μεταξύ άλλων και μέσα από ένα παιχνίδι των πέντε αισθήσεων: η όραση φυσικά, λόγω μιας τόσο περιγραφικής και αφηγηματικής γραφής, η ακοή πιο συγκαλυμμένα, η αφή των συναισθημάτων, κυρίως η όσφρηση: υπάρχει μια εκτενής «παλέτα» από μυρωδιές, σχεδόν πάντα απωθητικές αλλά τι σημασία έχει… Σκέφτομαι ότι είναι μια θαρραλέα ποίηση (αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια, κρατάω όλες μου τις επιφυλάξεις επ’ αυτού) γιατί ο συγγραφέας κάνει απρόσμενους συνδυασμούς σε λεξιλογικό, εννοιολογικό και δομικό επίπεδο χωρίς να φοβάται να ξαφνιάσει το αναγνώστη:

Όταν εκείνη έρχεται κοντά μου, ακούω την τριβή απ’ το σώμα της πάνω στο ύφασμα.[2]

Η συλλογή είναι γεμάτη ανθρώπους σιωπηλούς ή ομιλούντες, πρωταγωνιστές και κομπάρσους, περαστικούς, πλήθος, Έλληνες, μετανάστες. Κινείται δε στο μαγικό, διογκωμένο σύμπαν του ονείρου: η παραστατικότητα, η κίνηση και ο κατακερματισμένος χρόνος είναι συστατικά αυτής της άυλης πραγματικότητας που αποτελεί παράλληλο βίωμα στη διάρκεια του ύπνου, και επιτρέπει να συμβαίνουν όλα καθώς και τα αντίθετά τους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για να εγκατασταθεί μια αγωνία που συνοδεύει τον αναγνώστη σε όλη τη διαδρομή, άλλοτε εμφανής και άλλοτε υποβόσκουσα.

Στον αντίποδα μιας σκοτεινής εικόνας της πόλης και των ανθρώπων της βρίσκεται ένας ισχυρός, αγνός ρομαντισμός στον έρωτα:

Σιωπηλή συζήτηση ανάμεσα σε σώματα. (…) Τείχη από επιθυμία και στοργή πλασμένα με ακρίβεια και γλυκά φιλιά. (…) Γι αυτό όταν ξυπνάμε το δέρμα μας κολλάει του ενός με του άλλου και μετά αργά ξεκολλάει με μια αργή κίνηση αποσύνδεσης. Είναι αλήθεια ότι εάν κοιμόμασταν για μέρες θα ξυπνούσαμε σαν ένα. (…) Η δύναμη που μας δένει και μας θέλει μαζί, μάχεται ενάντια στο διαχωρισμό του εξωτερικού κόσμου.[3]

Υπάρχει μια συνολική ενότητα κατά κύριο λόγο χάρη στη κοινή θεματική όλων των κειμένων, το περίγραμμα, το φόντο και τους ανθρώπους που εμφανίζονται και εξαφανίζονται στις σελίδες και στο πλήθος. Είναι γεγονός από την άλλη, ότι οι τίτλοι δεν βοηθάνε στην κατανόηση, οι δεσμοί τους με τα κείμενα δεν είναι ισχυροί, η παρουσία τους κάποιες φορές επουσιώδης. Το patchwork διαφόρων εικόνων συρραμμένων μεταξύ τους καταλήγει σε ένα συχνά ψυχεδελικό αποτέλεσμα, ενδιαφέρον επειδή είναι άμεσο, σύντομο και με τις λέξεις να βρίσκουν κατευθείαν το στόχο. Τα χρόνια της κρίσης όμως είναι περισσότερο μια ποιητική ματιά στα πράγματα παρά ποίηση με την όποια έννοια του όρου, ακόμα και την πλέον ευρεία. 

Πρόκειται για κείμενα όπου έχει κανείς την αίσθηση ότι δεν ξημερώνει ποτέ και ότι το σκοτάδι καταφέρνει να επιβάλλεται ακόμα και στο φως της μέρας, κείμενα ανένταχτα πιθανότατα αλλά άρτια παρόλα αυτά, χωρίς κενά στην δομή, την σκέψη και την εκτέλεση. Και βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε μια –παραδόξως- ρεαλιστική εικόνα της Αθήνας του σήμερα, όχι ως προς τα γεγονότα φαντάζομαι, αλλά ως προς την τελική γεύση που οι λέξεις αφήνουν στο στόμα:

Δωσ’ μου σκληρό τσιμέντο και απελπισία που αναδύεται σε μια μητρόπολη ονείρων.
Την επαν-εφεύρεση του ρεαλισμού που έρχεται με το σπασμό της ιδωμένης ομορφιάς.[4]
 Κρις Λιβανίου

[1] Σελ. 15
[2] Σελ. 29
[3] Σελ  25
[4] Σελ. 71

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου