Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

"Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος" της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου





Τίποτα άλλο δεν έχει η ψυχή σαν πάει στον Άδη, λέει ο Σωκράτης στον Πλατωνικό Φαίδωνα[1], παρά μόνο την παιδεία της και τα πράγματα που την τρέφουν, θετικά ή αρνητικά, πάντα όμως καθοριστικά στην επίγεια περιδιάβασή της, και μετά στην μετάστασή της. Και τα πράγματα αυτά είναι οι σκέψεις της, ικανές να ωφελήσουν μέγιστα ή να βλάψουν μέγιστα τον τελευτήσαντα, αυτόν δηλαδή που πέθανε, «ευθύς μάλιστα εν αρχή της εκείσε πορείας». Mε αυτό ακριβώς το χωρίο του Πλάτωνα, ξεκινώ να παρουσιάσω το μυθιστόρημα της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου «Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος», μυθιστόρημα που έχει ακριβώς μία τέτοια εκκίνηση, οντολογική, σε μια σπινθηροβόλα στη φιλοτέχνησή της γραφή, με χιουμοριστική φαινομενικά περιβολή, που ενώ έχει όλα τα εχέγγυα να χαρακτηριστεί «ευφυές μεταφυσικό πεζογράφημα» ή «ανατρεπτική μαύρη κωμωδία», δεν ξεφεύγει στιγμή από τη ουσία του, κι η ουσία του είναι φιλοσοφική. Μία φιλοσοφική θεώρηση, δοσμένη με τον τρόπο που αγαπούσαν κι οι ίδιοι οι αρχαίοι, κι ο ίδιος ο Πλάτωνας: αυτόν της δραματοποίησης, της παράστασης, του λογοτεχνικού ύφους, της θεατρικότητας με έναν λόγο, δυνατότητα που μας παρέχει απλόχερα η συγγραφέας του έργου, ώστε το περιεχόμενο του να γίνει εύκολα κατανοητό στο κοινό, ιδανικός καμβάς για το περίτεχνο κέντημα της σκέψης που θα ακολουθήσει στη συνέχεια.
«Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος» και τo έργο ξεκινά κινηματογραφικά σχεδόν, με μία αυτοκτονία, ακριβώς όπως την προαναγγέλλει ο τίτλος της. Μια αυτοκτονία όμως που, απρόσμενα, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν καταβάλλει στο άκουσμά της, δεν συνθλίβει, δεν καταπονεί, αλλά, τολμώ να το πω, γαληνεύει σαν μια ιεροτελεστία που ετοιμάζει το κορμί σε ένα όμορφο, φωτεινό, μεταθανάτιο υπερουράνιο ταξίδι, χωρίς όμως να χάνεται η απόχρωση της σκιάς, που πρέπει να υπάρχει σε αυτήν την περιγραφή της ακούσιας αυτοχειρίας, για να μην μεταβληθεί η σκηνοθετική αυτή έναρξη σε αφελή επίδειξη θετικότητας: 

«Ο Γιάννης, ο τρυφερός της εραστής, που στα μάτια της φάνταζε πρίγκιπας, γιατί ήταν ρομαντικός και αφοσιωμένος, αποδείχτηκε ο μεγαλύτερος ψεύτης …. Ο θυμός χρωμάτισε με χυμούς ζωής το ωχρό, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πρόσωπό της»

-καταπληκτικό εδώ το οξύμωρο σχήμα, η υπενθύμιση της ζωής που προοιωνίζεται το επερχόμενο τέλος, άδηλο ακόμη στην ηρωίδα.

«Πήρε στα χέρια της το κουτί με τα χάπια και το έσφιξε με πάθος στο στήθος της. Σε λίγο θα ερχόταν για να της επιστρέψει τα κλειδιά. Άνοιξε το κουτί και ξεχώρισε δεκατέσσερα χάπια. Θεώρησε ότι η δόση θα ήταν αρκετή για να την κοιμίσει βαριά… Ξανακάθισε στο κρεβάτι, πήρε στην αγκαλιά της την Νταιζούλα και άρχισε να τα καταπίνει ένα ένα αργά. Έπειτα ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Το σκηνικό για την επιστροφή του Γιάννη είχε στηθεί. Μια γλυκιά χαλάρωση άρχισε σιγά σιγά να ναρκώνει το κορμί της και να τη βυθίζει σε στρώματα της συνείδησης πιο σκοτεινά. … Ένα χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της, καθώς η νάρκωση από τα χάπια τη μούδιαζε απολαυστικά. Ήταν η στιγμή που χτύπησε το κινητό της. Η Έλενα όμως δεν άκουγε. Ταξίδευε σε ένα σκοτεινό τούνελ, το οποίο ρουφούσε μαγικά όλη της την ύπαρξη, μαγνητισμένη από ένα φως που τρεμόπαιζε στο βάθος. Και καθώς πλησίαζε το φως μεγάλωνε και γινότανε εκτυφλωτικό… Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπά επίμονα, όμως τώρα δεν αποτελούσε παρά μία κλήση από έναν κόσμο μακρινό. Καθώς η ψυχή της βιαζόταν να ενωθεί με το φως και το κορμί της νεκρωνόταν αργά, το σκυλάκι της κούρνιαξε ήσυχα στο στήθος της».

Κι έτσι η Έλενα πέθανε. Είναι η λογοτεχνική δεινότητα της συγγραφέως που μπορεί και περιγράφει μία τόσο άτυχη, μετάβαση, όπως είναι η μετάβαση της ηρωίδας από τη ζωή στο θάνατο, με τρόπο αβρό. Χωρίς να αποσιωπά τη τραγικότητα, δεν ξεστρατίζει το κείμενο από τη βασική του πρόθεση, αυτήν της στοχευμένα ελπιδοφόρας γραφής, που δεν στερείται ανάλαφρης διάθεσης, ώστε να γίνεται ελκυστική και στα μάτια του λιγότερο υποψιασμένου κοινού, με το αναγκαίο όμως εκείνο βάθος που χρειάζεται η διαπραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος.
Ας ξαναγυρίσω όμως στην υπόθεσή μας και ήδη έχω αναφέρει τη βασική ηρωίδα, η οποία πληρώνει το απονενοημένο διάβημά της, όχι μόνο με καταδίκη θανάτου, αλλά και με καταδίκη κόλασης (πόσο άτυχη αλήθεια!), εκεί όπου θα συναντήσει τον Αλέκο, έναν άντρα εξαρτημένο από τα αθλητικά, που καλά-καλά δεν έχει καταλάβει πως πέθανε, και τη σύζυγό του Μαίρη, μία δυναμική φεμινίστρια γυναίκα, που κι αυτή πολύ σύντομα τον ακολουθεί στο απεχθές τοπίο της κόλασης, κάνοντας την κόλαση του άντρα της ακόμη μεγαλύτερη. Mιλώ για κόλαση και σας προκαλώ να σκεφθείτε την αναπαράστασή της. Τη δαντική ή την θρησκευτική, έτσι όπως τη γνωρίζουμε από τις εικόνες και τις περιγραφές, με τα πάθη να σιγοκαίουν τους δεσμώτες τους, φυλακίζοντας τους σε μία ατέρμονη ματαίωση. Αυτήν την κόλαση αγωνίας και άγχους, που όλοι την αποστρεφόμαστε για τον πόνο, τον μόχθο, τις τύψεις, την ενοχή και την ένταση που μας προκαλεί μόνο και μόνο το άκουσμά της. Μία κόλαση που δεν μπορεί ποτέ να γίνει ελκυστική, εκτός κι αν την περιγράφει η Φιλιώ Τριανταφυλλίδου, όχι για να εξωραϊσει τα κακώς κείμενα, αλλά για να προετοιμάσει τα καλώς κείμενα, σκαλοπάτι σε μία δυνατότητα αφύπνισης και αλλαγής του σκηνικού, ακόμη και μετά θάνατον, όταν όλα έχουν τελειώσει και το παιχνίδι φαίνεται χαμένο: 

«Η Έλενα δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε σώμα. Ότι ήταν απλώς ένα άυλο πνεύμα που μπορούσε να σκέπτεται, να αισθάνεται, να ακούει και να μιλά, όμως δεν είχε μαλλιά! Άρχισε να τριγυρνά σαν φάντασμα γύρω από την όχθη της λίμνης, προσπαθώντας μάταια να βρει μία δίοδο στο φως, το οποίο προηγουμένως είχε αντικρίσει. Παντού υπήρχε σκοτάδι, θλίψη και ένας αποπνικτικός μαύρος ουρανός. Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι, τελείως αναπάντεχα, διέκρινε μία βάρκα. Είχε κόσμο επάνω και την οδηγούσε ένα βαρκάρης με μακρύ κουπί, σαν γονδολιέρης, αφήνοντας πίσω μία έντονη αύρα σεληνόφωτος, ένα ασημόχρυσο σύννεφο που έσκιζε τη σκοτεινή νύχτα. …Τότε ακούστηκε ένα τραγούδι για το χρυσό φως των Ηλύσιων Πεδίων και τη γεμάτη θαλπωρή αγκαλιά του παραδείσου… Η βάρκα διέσχιζε τα νερά, αφήνοντας πίσω την ασημόχρυση αύρα της μέσα στην ερεβώδη ψύχρα του ουρανού. Ο βαρκάρης κωπηλατούσε ήρεμα, νανουρίζοντας τις ψυχές που μετέφερε». 

Η κολάση της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο απόηχος των σκέψεών μας, ο βαλτότοπος των στοχασμών μας, εκείνων που δεν παρακινούν, δεν προτρέπουν, δεν ανεβάζουν, αλλά τραβούν πίσω, βαραίνουν, καταδικάζουν τον άνθρωπο: 

«Κι όμως η ψυχή σου υπήρξε πάντα βουτηγμένη στη δυστυχία… Παρά τα στολίδια και την επιφανειακή ομορφιά, ήσουν ένα πικραμένο πλάσμα. Για αυτό και τώρα βρίσκεσαι εδώ. Ο βαλτότοπος είναι δικό σου δημιούργημα Έλενα! Όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα μίας ζωής!». 

Eίναι η Κόλαση που κουβαλάμε μέσα μας και μας σπαράσσει, το σκοτάδι που μας αποχυμώνει από το φως της ελπίδας και της δημιουργίας, η κόλαση που δικαιώνεται, μόνο όταν γίνεται αφετηρία κρίσης για καλυτέρευση, ζωής, εξωτερικής και εσωτερικής, υλικής και πνευματικής. Είναι η σκοτεινή νύκτα της ψυχής, ο κήπος της Γεσθημανής, που δικαιώνεται μόνο όταν τον αντέξεις, συνειδητοποιώντας τον. Είναι η εξορία, που γίνεται δηλητηριασμένο ξίφος, το βούλιαγμα στην απελπισία, στην κόλαση βιώνει την απελπισία η ηρωίδα μας και γίνεται η κόλαση η σκιά της, η συνειδητοποίηση όλων εκείνων των πλευρών της ζωής της που δεν σκέφθηκε, δεν συνειδητοποίησε, κοίμισε και δεν υλοποίησε. Τα κομμάτια της αυτά τα ξαναβρίσκει μέσα από την περιπλάνησή της σε έναν τόπο ζόφους τρομερό, που ακόμη κι η αρχαία σκέψη εκλαμβάνει αποκαρδιωτικά οριστικό και αμετάκλητο, σκέψη που ελπιδοφόρα αναιρεί η συγγραφέας μας. Κι όχι μόνο αναιρεί αλλά στοχαστικά επανατοποθετεί, με την ηρωίδα να ολοκληρώνεται και να βρίσκει τα κομμάτια του εαυτού της στον τόπο του απόλυτου, υπαρξιακά, μηδέν, βοηθώντας και άλλες υπάρξεις στην ολοκλήρωση αυτή, δικαιώνοντας απόλυτα τη φωτεινότητα του ονόματος της: Ελένη, από το σέλας, η φωτεινή, στο συμβολισμό της Ωραίας Ελένης η απόλυτη ομορφιά, χωρίς περιγραφές και επίθετα προσδιοριστικά, μόνο με φωτεινότητα, στον συμβολισμό της περισσότερο ταπεινής-σε σχέση με την προηγούμενη- κομμώτριας Ελένης η «έφιππη πριγκίπισσα», η «αθάνατη ταξιδεύτρια των άστρων,» αυτή που χαρίζει το δώρο της δικαίωσης, δώρο που κλέβει η ζωή από τον θάνατο. Αυτή η τόσο αγαπημένη ταπεινή Ελένη που υψώνεται πολύ πιο πάνω από τη δοξασμένη προκάτοχό της και γίνεται η ίδια η απεικόνιση της ωκεάνιας μορφής του Θεού. Υπάρχει η ελπίδα στην Κόλαση; Ναι, υπάρχει. Και με αυτήν την κατάφαση, μπορούμε να αντικρίζουμε τη νιόφερτη λογοτεχνική μας κομμώτρια στον υπερουράνιο τόπο της, στον παράδεισό της, τον τόπο που προσπαθεί η ψυχή της να κατακτήσει μέσα από την απόλυτη δύση. Κι αν υπάρχει μία φράση που σηματοδοτεί αυτό το μυθιστόρημα είναι αυτή που στην πλοκή στερεώνεται έντεχνα από τη συγγραφέα για να χαραχτεί βαθιά μέσα μας, η εξής απλή, όχι δεδομένη τελικά, και αληθινή: «να θυμάστε πάντα να ζείτε».
Aγγελική Κομποχόλη

[1] Πλατ., Φαίδων, 107, 5d.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου