Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Το μαγαζάκι της ποίησης και ο δρόμος της αυτοέκδοσης

Στο ιστολόγιο αυτό μας έχει απασχολήσει επανειλημμένως το θέμα της ποιητικής παραγωγής και κατανάλωσης: από το τι γράφεται και πώς, το κομμάτι της παραγωγής δηλαδή, μέχρι το αν καταφέρνει να διαβάζεται, το κομμάτι της πρόσληψης ή κατανάλωσής του από το αναγνωστικό κοινό. Διότι το να γράψεις ποίηση είναι ένα πράγμα, το να γράψεις ποίηση που αξίζει να διαβαστεί ένα άλλο και το να γράψεις ποίηση που αξίζει να διαβαστεί και καταφέρνει να συναντήσει το πλήθος των αναγνωστών που της αξίζουν ένα τρίτο. Σημείο αναφοράς έχει γίνει το άρθρο «Πώς μπορεί ένας νέος ποιητής να προωθήσει το έργο του», στο οποίο εκτίθεται ωμά η εκδοτική πραγματικότητα των ημερών μας.

Και, ναι, το τοπίο είναι εμπορικό – κανείς δεν το αρνείται. Πολλοί εκδοτικοί οίκοι (οι οποίοι ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια τα τελευταία χρόνια) δεν φιλτράρουν τα ποιήματα που τους υποβάλλονται – απλώς τα κοστολογούν και εναπόκειται στον ποιητή να αποφασίσει ποια πρόταση τον συμφέρει οικονομικά, με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο που αποφασίζει στο σούπερ μάρκετ ποια μάρκα απορρυπαντικών είναι πιο συμφέρουσα.

Πρόκειται για αδυναμία αξιολόγησης από μέρους των εκδοτικών οίκων; Πρόκειται για εύκολο κέρδος; Ίσως ένα μείγμα και των δύο – όπως και να’χει, η ποίηση έχει μετατραπεί σε προϊόν που μπορεί κάποιος να πληρώσει για να παράγει. Και πολλοί πληρώνουν (ματαιοδοξία, γαρ), μόνο που το προϊόν τους συνωστίζεται στα ράφια και κανείς δεν το προσέχει – είναι τέτοια η πληθώρα τον εκδόσεων, βλέπετε, που λειτουργεί αρνητικά.

Αρκετοί ποιητές δεν αντέχουν πλέον την κατάσταση και είναι αρκετοί εκείνοι που απευθύνονται στο ιστολόγιο τους τελευταίους μήνες με διάθεση να συζητήσουν το ενδεχόμενο της αυτοέκδοσης. Ορισμένοι είναι ιδεολόγοι: θέλουν να αμφισβητήσουν το «εκδοτικό καταστημένο» και θεωρούν ότι δεν χρειάζονται «κωδικούς και άλλες καταχωρήσεις και περίεργες ταξινομήσεις». Άλλοι είναι απλά ωφελιμιστές: βλέπουν τη λύση ως την πλέον οικονομική και αυτό τους φτάνει.

Για να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: πρώτον, όποιος γράφει στίχους δεν σημαίνει ότι είναι αυτοδικαίως ποιητής. Η ποίηση, όπως κάθε μορφή τέχνης και λογοτεχνίας, είναι ένας τρόπος περιγραφής της πραγματικότητας και μια πράξη επικοινωνίας που απορρέει από συνηθισμένους τρόπους – εν προκειμένω την ομιλία. Αν κάτι ξεχωρίζει την ποίηση από τον καθημερινό προφορικό ή γραπτό λόγο, αυτό είναι ότι μετατρέπει αποτελεσματικά μοναδικές και προσωπικές εμπειρίες σε κοινά, κοινωνικά βιώματα. Και, για να είναι ποίηση, πρέπει να περικλείει μια θεμελιώδη αντίφαση: ενώ λειτουργεί ως αντανάκλαση της πραγματικότητας, να κρατάει συγχρόνως ζωντανό το όραμα για έναν κόσμο καλύτερο, διαφορετικό και καινούριο. Κάθε πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία που δεν καταλύει, δεν αμφισβητεί, δεν ανανεώνει τα παραδοσιακά, εθιμικά, ηθικά και αισθητικά κριτήρια, δεν κομίζει δηλαδή κάτι νέο, απλώς επαναλαμβάνει και αναμασά, χωρίς να δημιουργεί. Δεν είναι τέχνη. Είναι ένα κλειστό που καθρεφτίζει τον εαυτό του.

Επομένως, καλά κάνετε και γράφετε αγαπητοί φίλοι, εφόσον αυτό λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά και εφόσον είναι ένας τρόπος έκφρασης για σας. Γιατί όμως πρέπει να εκδώσετε αυτό που γράψατε; Σας παρακαλώ – και σας προκαλώ – να αναρωτηθείτε: έχει κάτι νέο να πει; έχει κάτι ουσιαστικό να πει; Κι αν έχετε έστω και μία αμφιβολία, σας παρακαλώ να μην προχωρήσετε.

Έστω όμως ότι είστε αποφασισμένοι να  εκδώσετε τα γραπτά σας, επειδή πιστεύετε πραγματικά και ακράδαντα ότι αξίζουν να εκδοθούν – και ίσως πράγματι να αξίζουν. Στην περίπτωση αυτή, θα ήθελα με το χέρι στην καρδιά να σας αποθαρρύνω από τον δρόμο της αυτοέκδοσης. Μολονότι αναμφισβήτητα υπάρχει ένα εκδοτικό κατεστημένο, η αυτοέκδοση δεν είναι λύση. Δεν είναι μόνο ότι ο εκδοτικός οίκος θα σας υποστηρίξει (έστω το λίγο που θα το κάνει), είναι ότι το βιβλίο σας θα καταλογογραφηθεί και θα φθάσει στα βιβλιοπωλεία, έτσι ώστε όποιος το αναζητήσει να μπορεί να το βρει. Επιπλέον, προστατεύετε τα πνευματικά σας δικαιώματα με αυτόν τον τρόπο, ενώ προσθέτετε στην ποιητική σας παραγωγή. Ένα βιβλίο που δεν περνάει μέσα από εκδοτικούς οίκους και δεν παίρνει ISBN είναι ουσιαστικά ένα βιβλίο αταξινόμητο και άρα ανύπαρκτο, δυστυχώς.

Θα ήθελα πολύ να «υπάρχει εκεί έξω ένας πολύ περισσότερο υποψιασμένος κόσμος, που δεν ενδιαφέρεται πλέον για στεγανά και αναζητά τα καλά κείμενα, ασχέτως υπογραφών εκδοτικών, δημοσίων σχέσεων κλπ.», όπως μου έγραψε ένας φίλος. Δεν πιστεύω όμως ότι πράγματι υπάρχει. Άλλωστε ποτέ δεν μου εξήγησε αυτός ο φίλος πώς ο εν λόγω κόσμος βρίσκει τα καλά κείμενα που αναζητεί και, ακόμη περισσότερο, πώς μπορούν οι αναγνώστες όσων γράφουν γι’ αυτά τα κείμενα να τα βρουν κι εκείνοι.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου