Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Σφηνάκια: "Άγγελοι εκδικητές" του Μεχμέτ Γιασίν και "Τα ετερόφωτα" της Αγγελικής Δημουλή


"Άγγελοι εκδικητές" του Μεχμέτ Γιασίν
(μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής)

Βάζω αυτό το βιβλίο στα Σφηνάκια ακριβώς επειδή του αξίζει μακροσκελέστατη ανάλυση, την οποία σκοπεύω να κάνω σε σχετικό κείμενό μου που θα υποβάλω στον "Μανδραγόρα". Επειδή όμως ο "Μανδραγόρας" είναι εξαμηνιαίος και το επόμενο τεύχος θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι, δεν μπορούσα να μη γράψω τώρα δύο λόγια έστω για το συγκλονιστικό αυτό ποιητικό βιβλίο.

Ο Μεχμέτ Γιασίν είναι Τουρκοκύπριος ποιητής. Γεννήθηκε στη Λευκωσία και η ιστορία του σφραγίστηκε από τις κάθε είδους συγκρούσεις που στιγμάτισαν την ίδια την ιστορία της Κύπρου. Στην ανθολογία "Άγγελοι εκδικητές", που με περισσό μεράκι και ευαισθησία επιμελήθηκε και μετέφρασε ο κ. Αϊναλής, ο ποιητής προβληματίζεται για τις ανθρώπινες (δευτερευόντως και τις πολιτικές) προεκτάσεις του κυπριακού ζητήματος και διερευνά το περιεχόμενο της λέξης "πατρίδα". Τα ποιήματά του αντανακλούν βαθύτατο πλούτο συναισθημάτων, αλλά και ευρύτατο ψυχικό πλούτο που βρίσκουν διέξοδο σε μια έκφραση χωρίς αναστολές και γεμάτη ειλικρίνεια.

Θεέ μου! Πού μπορώ να πάω και να ουρλιάξω;
Συρματοπλέγματα, περιβάλλομαι από συρματοπλέγματα
κάθε μέρα τα τείχη υψώνονται, τούβλο το τούβλο, κατάτι ψηλότερα.
(...)
Αν αποστείλω τα γράμματά μου "Στη μητέρα μου",
πού θα πάνε;
Αν γράψω "Κύπρος"... πού;
Γυρνάω γύρω-γύρω κι επιστρέφω από την κάθε διεύθυνση
μέσα σ'  ένα φάκελο με τις άκρες καμένες.

Δεν θα υπερβάλω αν πω ότι αυτό το βιβλίο μού άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι για το κυπριακό.

Χριστίνα Λιναρδάκη




"Τα ετερόφωτα" της Αγγελικής Δημουλή

Έχουμε ξαναδεί τελευταία προσπάθειες για «επίκαιρη» ποίηση, το ενδιαφέρον λοιπόν που παρουσιάζουν Τα ετερόφωτα δεν είναι λόγω θεματικής πρωτοτυπίας. 

Αυτό που τράβηξε την προσοχή μου είναι το ότι η Αγγελική Δημουλή γράφει για πράγματα της άμεσης επικαιρότητας, της ειδησεογραφικής μην πω σχεδόν βγάζοντας τον εαυτό της απ’ έξω, αλλά ταυτόχρονα με την αμεσότητα της μύχιας σκέψης. Αφουγκραζόμενη στο βαθμό του δυνατού ό,τι συμβαίνει στους άστεγους, στους μετανάστες, στους πρόσφυγες, επιχειρεί να τους δώσει βήμα, προσπαθεί να εκφράσει τις λέξεις αυτών που δεν μπορούν να τις αρθρώσουν, και κατά συνέπεια η ίδια δείχνει να μην έχει πρόσωπο: καταλήγει να φοράει τα δικά τους.

Διηγείται ιστορίες άλλων, αυτών που δεν μιλάνε ή που δεν ξέρουν από πού ν’ αρχίσουν, δίνει ένα ποιητικό σύμπαν σε όσους δεν έχουν κανένα άλλο να χωρέσει ό,τι ζουν και ό,τι τους συμβαίνει. Είναι μια γενναία αντίδραση αυτή, να αναρωτιέται κανείς, όπως η Αγγελική Δημουλή, πώς φτιάχνεται ποίηση στους καιρούς που ζούμε. 

Κρις Λιβανίου

Ακολουθεί ένα ποίημα από τη συλλογή:


ΜΝΗΜΗ ΝΟΣΤΟΥ

Σ’ ατσάλινο πεντάγραμμο μας κοίμισαν
Πες Μου πως είναι όνειρο κι όχι φυλακή ξύπνα Με!
Περιστρεφόμασταν στα κάγκελα ανάμεσα
όλη μέρα. Σκουριασμένο κέντημα μοιάζανε σαν τις μπόλιες των
γυναικών που μείναν’ πίσω
κάτω απ’ τους ήλιους τους καυτούς κόμπο-κόμπο να κεντάνε το
χρόνο να περάσει.
Δένανε η μια της άλλης τα βρώμικα δάχτυλα της νίκης, με
κλωστίτσες φτηνές και ύφαιναν
το πανί που θα μας έσωζε. Στις βάρκες που μας βάλανε πανί δεν είχε
και μείναμε σκυμμένοι τρεις μέρες.
Δίχως φαϊ, δίχως νερό, δίχως μανάδες.
Μείνανε πίσω διαρκώς να υφαίνουν, διαρκώς να πενθούν, διαρκώς να
στρώνουν τραπέζι
για έναν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου