Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ποίηση στις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου τη δεκαετία του ’60




Οι καλύτεροι μάρτυρες της στάσης του ελληνικού κινηματογράφου απέναντι στην ποίηση, περί το τέλος της δεκαετίας του ’50 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, είναι οι ταινίες που γυρίζονται τότε. Η διάθεση του κινηματογράφου να περιβάλει στοργικά την ποίηση εξαντλείται σε μία και μόνη ταινία, την «Ανθισμένη αμυγδαλιά», που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Αποστόλου το 1959. Η ταινία πραγματεύεται τη ζωή του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη και ο τίτλος της βασίζεται στο ομότιτλο ποίημα του ποιητή:

Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
και γέμισ' από τ΄ άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της.

Αυτοί είναι οι πιο γνωστοί στίχοι του ποιήματος που μελοποιήθηκε, μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και ηχογραφήθηκε σε πάμπολλες εκτελέσεις από τραγουδιστές και χορωδίες. Το ποίημα είχε γράψει ο νεαρός Δροσίνης, τον οποίο στην ταινία υποδύεται ο Ανδρέας Μπάρκουλης, για μια μαθήτρια του Αρσακείου και εξαδέλφη του, την οποία στην οθόνη ενσαρκώνει η Κάκια Αναλυτή.

Μετά από αυτήν την ταινία, η διάθεση χλευασμού της ποίησης είναι σαφής και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το είδος των «ποιημάτων» που ακούγονται στις ταινίες που ακολουθούν αμέσως μετά.

Την ίδια, λοιπόν, χρονιά (1959) γυρίζεται μια άλλη ταινία με τίτλο «Λαός και Κολωνάκι» και πρωταγωνιστές τον Κώστα Χατζηχρήστο, τη Ρίκα Διαλυνά, την Ξένια Καλογεροπούλου, κ.ά. Στην ταινία, που σκηνοθετεί ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Κώστας Χατζηχρήστος υποδύεται έναν γαλατά, τον Κώστα, που διατηρεί γαλακτοπωλείο στο Κολωνάκι. Ο Κώστας είναι ερωτευμένος με τη Ντέντη (Ρίκα Διαλυνά), μια αριστοκράτισσα χωρίς οικονομική ευχέρεια. Μέσα στα διάφορα τραγελαφικά που λαμβάνουν χώρα στην ταινία, ο Χατζηχρήστος σκαρώνει ποιηματάκια για τη Διαλυνά και μάλιστα της τα απαγγέλει:

Φρεγάτα μου πανέμορφη
Φρεγάτα μου πανώρια
Σε βλέπουν και ζουλεύουνε
Τα άλλα τα βαπόρια

Φρεγάτα έλα πάρε με
Αχ έλα, έλα, έλα
Στην Πόλη πήγαινέ με ευθύς
Και στην κορφή κανέλα!

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1963, ο Ορέστης Λάσκος σκηνοθετεί την ταινία «Τύφλα να ’χει ο Μάρλον Μπράντο» με πρωταγωνιστές τον Θανάση Βέγγο, τον Κώστα Κακκαβά και τη Νίνα Τριάντη. Το σεναριακό εύρημα είναι η συνωνυμία ανάμεσα σε έναν ασήμαντο υπάλληλο ληξιαρχείου (Βέγγος) και έναν γνωστό ποιητή (Κακκαβάς) που λέγονται και οι δύο Στέφανος Αυγερινός. Λόγω της συνωνυμίας, ο Βέγγος καταλήγει να καταδιώκεται αγρίως από γυναίκες που του ζητούν να τους απαγγείλει ποιήματα και αναγκάζεται να ανασύρει από τη μνήμη του ένα παιδικό ποιηματάκι που, από την ώρα που το πρωτοαπαγγέλει και μετά, ακούγεται συχνά-πυκνά στην ταινία:

Ήσυχο ήσυχο το ποταμάκι
Αργοκυλάει το γαλάζιο του νεράκι
Και τραγουδάει την αγάπη τη χρυσή
Τώρα που ήρθες αγαπούλα μου εσύ!

Την ίδια χρονιά (1963), γυρίζονται τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» σε ελληνική και τουρκική έκδοση ταυτόχρονα. Την ταινία σκηνοθέτησε ο Αλέκος Σακελλάριος με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, τον Λάμπρο Κωσταντάρα, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τον Γιώργο Κωνσταντίνου και πολλούς άλλους. Στην τουρκική έκδοση, που είχε τίτλο Sıralardaki Heyecanlar, πρωταγωνιστούσαν Τούρκοι ηθοποιοί, με εξαίρεση την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που συμμετείχε και στις δύο. Η τουρκική έκδοση τελικά δεν παίχτηκε ποτέ στην Τουρκία, επειδή προέκυψε ελληνοτουρκικό πολιτικό πρόβλημα, όμως η ελληνική όχι μόνο κυκλοφόρησε, αλλά έγινε και εισπρακτική επιτυχία. Η υπόθεση είναι λίγο-πολύ γνωστή: μια μαθήτρια γυμνασίου ερωτεύεται και παντρεύεται ένα γιατρό, όμως νοσταλγεί το σχολείο και επιστρέφει στα θρανία χωρίς να το γνωρίζει ο σύζυγός της. Κάποια στιγμή, αναγκάζεται να προσλάβει ένα φροντιστή (Γιώργο Κωνσταντίνου) να τη βοηθήσει στα μαθήματα. Ο Κωνσταντίνου, όμως, την ερωτεύεται κερευνοβόλα και επιχειρεί να της απαγγείλει κάποιους στίχους του Πέρση ποιητή Σααδί (Aramgah-e Sa’di). Η διακωμώδηση εν προκειμένω δεν έγκειται στο ποίημα αυτό καθεαυτό, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το απαγγέλει ο Κωνσταντίνου και στο εξωτικό όνομα του ποιητή που ξενίζει (υποδηλώνοντας ότι η ποίηση είναι εξωτικό είδος και αυτή).

Αγάπη μου, αγάπη μου
Μη μου ζητάς να σε κοιτώ μέσα στα μάτια
Γιατί τα μάτια σου είναι άβυσσος
Και όταν τα κοιτάζω
Φοβάμαι μήπως ζαλιστώ και πέσω μες στην άβυσσο...

Ένα χρόνο αργότερα, το 1964, ο Αλέκος Σακελλάριος γράφει και σκηνοθετεί την ταινία «Το δόλωμα». Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ηρωίδα της ταινίας, υποδύεται την Καίτη, μια κοπέλα που εργάζεται σε καμπαρέ της Τρούμπας και που ένας χαρτοκλέφτης και ο συνεργός του (Αλέκος Αλεξανδράκης – Ντίνος Ηλιόπουλος) εκπαιδεύουν προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουν για να προσελκύσουν πλούσιους κυρίους σε χαρτοπαικτικά παιχνίδια. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει και μάθημα «μοντέρνας ποίησης» προκειμένου η Καίτη να μπορέσει να σταθεί επάξια σε μια συγκέντρωση πλουσίων. Αρχικά η Καίτη προσφέρεται να απαγγείλει ένα ποίημα που γνωρίζει ήδη και από το οποίο ακούμε δύο στίχους:

Ό,τι κι αν είχε τό ‘χασε, γυναίκα, βιος, παιδιά του
Τίποτα δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά του

Πρόκειται για υπαρκτό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, το «Νερωμένο κρασί» ή «Παραδειγματικόν», από την ποιητική συλλογή Το παλιό βιολί. Φυσικά, δεν ταιριάζει καθόλου στους σκοπούς τους οποίους επιθυμούν να εξυπηρετήσουν οι εκπαιδευτές της κι έτσι της μαθαίνουν ένα άλλο, ανύπαρκτο, ποίημα που θυμίζει αμυδρά Εμπειρίκο, αλλά βέβαια δεν είναι. Ας δούμε λίγους στίχους και από αυτό:

Όταν περάσει ο παγοπώλης
Θα ‘ρθει η άνοιξη να μας φέρει λουκουμάδες.
Τα σπουργίτια που φτεροκοπάνε στις αναμνήσεις μας
άσ ‘τα να πλέξουν δαντέλες.

Είναι να μην αναφωνήσει η Καίτη «μεγαλύτερες κοτσάνες από αυτές που υπάρχουν στη μοντέρνα ποίηση δεν γίνοντα!»; Κι ας εισπράττει την απάντηση του Ηλιόπουλου «Αλίμονο στην ποίηση άμα αρχίσουμε και την καταλαβαίνουμε»!

Μετά από ένα διάλλειμα τεσσάρων ετών, το 1968 η ποίηση... ξαναχτυπά στον ελληνικό κινηματογράφο! Ο Γιάννης Δαλιανίδης σκηνοθετεί την ταινία «Ο Μικές παντρεύεται» με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Βογιατζή, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και άλλους. Ο Μικές (Γιάννης Βογιατζής) είναι ένας αφελής νέος, ο οποίος προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα συνάπτοντας γάμο με κάποια ευκατάστατη νύφη. Στην ταινία τον βλέπουμε να απαγγέλει δύο ποιήματα, ένα στην αγαπημένη του Σίτσα και ένα άλλο στον γάτο του. Ας δούμε το... γατίσιο:

Γατάκι μου γατένιο
Γατάκι μου γατίσιο
Πια κόλπα μη μου κάνεις
Γατάκι εγεννήθηκες
Και γάτος θα πεθάνεις!

Ένα χρόνο αργότερα, το 1969, στην ταινία «Ξύπνα Βασίλη» του Γιάννη Δαλιανίδη γνωρίζουμε έναν παθιασμένο ποιητή, τον Τιμολέοντα Φανφάρα (Γιώργος Μιχαλακόπουλος), ο οποίος έχει αφήσει ιστορία με τις απαγγελίες του. Όλοι θα θυμάστε τα περίφημα «Κοράκια»:

Μαύρα κοράκια
Κόκκινα κοράκια
Τι προμηνάνε τα μαύρα και τα κόκκινα κοράκια;
Ωωωωωωωωωωω!

Ίσως όμως και τον «Σκοταδόψυχο», απ’ όπου παραθέτω δύο στροφές, ίσα- ίσα να το θυμηθείτε:

Φαρμάκι έχω στην ψυχή
Φέρνει μαυρίλα θολερή
Στα στήθια μου

Και το μυαλό μου είναι θολό
Πω πω πω πω
πω πω πω πω

Στην ίδια ταινία ακούγεται και το «Κόκκινο τυρί», ένα «βαθιά συμβολικό ποίημα», όπως διατείνεται ο ίδιος ο Φανφάρας:

Κόκκινο τυρί μας δώσαν
το τραπέζι όταν μας στρώσαν
κόκκινο τυρί
το κοιτάμε το συζητάμε
αλλά τέτοιο δεν μασάμε
χρώμα ωραίο, ευωδία
κι από μέσα αηδία.

Επίσης το 1969 γυρίστηκε η ταινία «Ο τζαναμπέτης» σε σκηνοθεσία του Κώστα Καραγιάννη με πρωταγωνιστές τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τη Μάρω Κοντού. Στην ταινία, τρεις μεσόκοποι εργένηδες, που απαγορεύουν στον ανιψιό τους να παντρευτεί την αγαπημένη του, θα πιαστούν τελικά στα δίχτυα της γοητευτικής θείας της κοπέλας (την οποία υποδύεται η Μάρω Κοντού) και θα δώσουν τη συγκατάθεσή τους στον γάμο. Η Κοντού, προσποιούμενη ότι γράφει ποιήματα, απαγγέλει κάποιο στον έναν από τους τρεις θείους, τον οποίο υποδύεται ο Λάμπρος Κωνσταντάρας:

Δυο τρυγονάκια ήτανε,
πολυαγαπημένα
μα πέρασε ένας κυνηγός
και σκότωσε το ένα.

Κάπου εδώ τελειώνει η περιήγησή μας στις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται η ποίηση και οι ποιητές σε αυτές αντανακλά την εδραιωμένη άποψη ότι η ποίηση πάντα ήταν το εύκολο άλλοθι των ανθρώπων που θέλουν να φανούν «κάποιοι», αρθρώνοντας ηχηρές ανοησίες. Αντανακλά επίσης την πεποίθηση ότι η ποίηση είναι κάτι το ακαταλαβίστικο, όπως ευθαρσώς δηλώνει ο Ηλιόπουλος στο «Δόλωμα». Είναι απόψεις και πεποιθήσεις που φθάνουν μέχρι τις μέρες μας και, αν κρίνουμε από την πληθώρα των ετήσιων ποιητικών εκδόσεων (μόνο το 2014 κατατέθηκαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 τίτλοι ποιητικών βιβλίων – αριθμός εξωφρενικός, ειδικά στις τρέχουσες συνθήκες κρίσης), δεν μοιάζουν και τόσο ανυπόστατες.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 32 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr

1 σχόλιο:

  1. Δεν έχει αλλάξει και κάτι ιδιαίτερα από τότε, πολύ καλά τα λέτε. Βιβλία τυπώνονται πολλά ανούσια χωρίς περιεχόμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή