Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

«Συναληθεύουσα» της Μαρίας Τσολιά

Μια ενδιαφέρουσα συλλογή με δωρική λιτότητα και με νοήματα που αναστατώνουν τον αναγνώστη. Αυτά τα λίγα λόγια αρκούν για να περιγράψουν με ακρίβεια τη «Συναληθεύουσα» της Μαρίας Τσολιά, μια συλλογή που περιλαμβάνει 73(!) ποιήματα κατανεμημένα σε τέσσερεις ενότητες. Παρότι το πλήθος των ποιημάτων φαίνεται εκ πρώτης όψεως μεγάλο, η μικρή τους έκταση επιτρέπει την αβίαστη ανάγνωση όλης της συλλογής απνευστί. Γεννώνται φυσικά τα ερωτήματα "γιατί τόσο μικρή φόρμα; δεν μπορούσε αλήθεια η ποιήτρια να ξετυλίξει περισσότερο το νήμα κάθε ποιήματος, μεγαλώνοντάς το και δίνοντάς του ανάσα;". Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ότι η Μαρία Τσολιά δεν μπορούσε, είναι ότι δεν ήθελε. Δεν ήθελε να αφαιρέσει από την ακαριαία αντίδραση που προκαλούν τα περισσότερα από τα ποιήματά της, να την ανακόψει και να την «πνίξει» μέσα στον βερμπαλισμό. Ίσως βέβαια να κάνω και λάθος.

Η συλλογή ωστόσο, μέσα στην οικονομία της, διατηρεί τη δύναμή της. Απελπισία ο μοχλός, συμβιβασμός και παραίτηση τα αποτελέσματα, όλα διατυπωμένα με ωμότητα:

Ο χαρτογράφος

Ανασκαφέας μνήμης
εκούσιος
χαρτογραφώ
παρελθόν
σε χάσματα πληγών
άοπλη
και γυμνή από μέλλον.

Στην αφοριστική σχεδόν ποίησή της, η Μαρία Τσολιά διερευνά μια πλειάδα θεμάτων: τον έρωτα, τον θάνατο, την απώλεια, τη μνήμη,την αφοσίωση και πολλά ακόμη. Προσπαθεί έτσι, μέσα από πολλές συνιστώσες, να βρει τη συνισταμένη ή συναληθεύουσα, την αλήθεια όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των επιμέρους συνθηκών της ζωής. Όχι σπάνια την εντοπίζει και τότε τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι αυτοσαρκαστικά, επώδυνα και κοφτερά:

Ανάδρομη

Ανάδρομη
με τις αντιφάσεις μου όλες
αζύγιαστες
πορεύτηκα.

Κι ούτε που μέτρησα
πόσον έρωτα
σκότωσα
για να ζήσω.

Τέτοιου είδους συμπεράσματα είναι αποκαλυπτικά μιας σπάνιας επίγνωσης της ανθρώπινης κατάστασης ή - έστω -  μιας ερμηνείας της καθόλα κυνικής και κοφτερής. Φταίνε ίσως και οι συγκυρίες. Οι συνθήκες που μας κάνουν να ενεργούμε σαν τυφλοί ενώ δεν είμαστε, ίσως επειδή φοβόμαστε ή επειδή δεν έχουμε το κουράγιο:

Πεταλούδα στο τζάμι


Απεγνωσμένη
πεταλούδα
φτεροκοπά
στο τζάμι.

Η πόρτα
δίπλα
ορθάνοιχτη.

Σε κάθε περίπτωση, τα αποφθεγματικά ποιήματα της Μαρίας Τσολιά δείχνουν σοφία και προκαλούν αναστάτωση και προβληματισμό. Για μένα αυτό είναι περισσότερο προσεγγιστικό ενός πιθανού ορισμού της ποίησης από ό,τι η καλλιέπεια, ο λυρισμός ή η όποια, άλλου είδους, εκλαμβανόμενη αρτιότητα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Υπενθυμίζω με την ευκαιρία ότι μπορείτε να παρακολουθείτε τις ποιητικές συλλογές που ξεχωρίζουν κατά τη γνώμη μου στον συναφή πίνακά μου στο pinterest.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Σφηνάκια: "Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο" του Χαρίλαου Νικολαΐδη και "Δίχως όνομα" του Βασίλη Κουντζάκη

«Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο» του Χαρίλαου Νικολαΐδη

Με φανερά σκανταλιάρικη διάθεση, ανεπαίσθητα ειρωνική, κυρίως όμως τρυφερή, ο Χαρίλαος Νικολαΐδης προσεγγίζει την ποίηση στη συλλογή του «Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο» με ένα μείγμα αθωότητας και πονηριάς:

Μπουμ.
Τα σκαλιά κόλλησαν.
Θα πάρω το ασανσέρ.


*

Στο παγούρι νερό,
στο αλουμινόχαρτο τροφή,
στην polo της έκτης δημοτικού
- τι άλλο; - τα όνειρά μας.


Το αποτέλεσμα είναι μια συλλογή που διαθέτει πολλές από τις συμβάσεις των κόμικς (όπως π.χ. την αφαιρετικότητα και την οικονομία λόγου) και σε πολλά σημεία φαίνεται σαν να γράφτηκε από καρτούν. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα ποιήματα, όπως αυτά της ενότητας «...και κάτι ακόμα», αλλά και άλλα, διάσπαρτα μέσα στη συλλογή που διαπραγματεύονται με τη δέουσα σοβαρότητα τα νοήματα, χωρίς ωστόσο να προδίδουν την παιχνιδιάρικη διάθεση του ποιητή τους. Χαρακτηριστικό τέτοιο ποίημα είναι η «Ανασύσταση», από το οποίο θα παραθέσω το τελευταίο τετράστιχο:

Πίσω απ’ τις αμέτρητες κουρτίνες
του καθενός
υπάρχει το βλέμμα
που μοιραζόμαστε όλοι.


Διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα η δουλειά του κ. Νικολαΐδη, ο οποίος λοιδορεί με τον τρόπο του τη σοβαροφάνεια της ποίησης. Μένει τώρα να δούμε τι θα σκαρφιστεί στο μέλλον.

Χριστίνα Λιναρδάκη




«Δίχως όνομα» του Βασίλη Κουντζάκη

Το Εγώ και το Εσύ είναι οι δύο άξονες που οριοθετούν το σύνολο της συλλογής του Βασίλη Κουντζάκη Δίχως όνομα. Ένας διάλογος που πότε γίνεται εσωτερικός και πότε δίνει ήχο στις λέξεις του, που ακουμπάει σε σκέψεις που θα μπορούσαν να ειπωθούν αλλά τελικά δεν συμβαίνει, σε συναισθήματα που αποδεικνύονται εκτός χρόνου και παλιώνουν στο μυαλό χάνοντας έτσι την όποια τους επικαιρότητα.

Μου αρέσουν οι δομές και ο άμεσος χαρακτήρας της γραφής, τα ποιήματα είναι άρτια και δεν περιέχουν κομματιασμένες σκέψεις, από την άλλη όμως δεν έχουν ρυθμό, ούτε πυγμή, δεν έχουν άλλο νόημα εκτός από το καθαρά προσωπικό για τον δημιουργό τους. Δεν είναι κακή ποίηση, ούτε δήθεν, ούτε κατά διάνοια στημένη για τέρψη οφθαλμών, αλλά ταυτόχρονα η απουσία της πρωτοτυπίας είναι εκκωφαντική, οι λέξεις και οι έννοιες συνηθισμένες. Και το πρόβλημα είναι ότι συνηθισμένοι στίχοι προκαλούν αναμενόμενες σκέψεις. Ο ποιητής και κατ’ επέκταση ο αναγνώστης δεν διακρίνει κάτι που δεν θα έβλεπε ο οποιοσδήποτε, δεν μας προχωράει ένα βήμα πιο ‘κει.

Ο Βασίλης Κουντζάκης στο Δίχως όνομα δημιουργεί γοητευτικές, κλασικές εικόνες του έρωτα, και του αρέσουν οι όμορφες λέξεις που αρέσουν σε όλους μας:

Φώτα
πορτοκαλί
μελαγχολικά
πάνω από ένα δρόμο
-μια κεντρική λεωφόρο-
Χαζεύω την πόλη. 

Η πόλη άγνωστη

οι άνθρωποι ξένοι
αδιάφοροι
μια βραδιά που δεν βρίσκει
στίγμα
πορεία. 

Τι αν κρύβεται άραγε
μέσα σ’ ένα βλέμμα
της στιγμής
σ’ ένα άτολμο άγγιγμα;

Στης νύχτας το δύσκολο πλησίασμα
με παράθυρα κλειστά
έρχονται
απανωτά
να με βρουν οι λέξεις.

Κρις Λιβανίου
 

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

"Τα χρόνια της κρίσης" του Αντώνη Βερούχη



Σ’ αυτή τη μητρόπολη υπάρχει η βία του ήχου τόσο δυνατά που οι κραυγές μου δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αισθησιακοί ψίθυροι.[1]

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να κατατάξει κανείς τη δουλειά του Αντώνη Βερούχη σε κάποια, οποιαδήποτε, κατηγορία λογοτεχνικής έκφρασης. Ή τουλάχιστον, να την κατατάξει σε μία μόνο. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα, που δεν εξαντλεί την δυναμική του στην πρωτοτυπία (που είναι αναμφίβολη), και δεν διστάζει να «πλησιάσει» μεταξύ τους ριζικά ετερόκλιτα πράγματα.

Καταρχάς η έκδοση είναι δίγλωσση, ελληνική και αγγλική, με παράλληλη μετάφραση, την οποία και θα αποφύγω να σχολιάσω, αφήνοντας το πεδίο σε άλλους, σαφώς περισσότερο καταρτισμένους από μένα σ’ αυτόν τον τομέα. Επίσης υπάρχει και μια σειρά ασπρόμαυρων φωτογραφιών που ουσιαστικά χωρίζει το βιβλίο σε δύο μέρη. Ο διαχωρισμός αυτός είναι λιγότερο θεματικός και περισσότερο στυλιστικός ίσως, με τα όρια ανάμεσα στην φαντασία και την προ πολλού αλλοιωμένη πραγματικότητα στο δεύτερο μέρος να θαμπώνουν κι άλλο. 

Γραφή της πόλης. Αυτός είναι ο βασικός άξονας του βιβλίου, και ο Αντώνης Βερούχης του μένει πιστός από την πρώτη λέξη και την πρώτη φωτογραφία μέχρι τον τελευταίο ήχο. Εικόνα και εικόνες της Αθήνας του σήμερα, του τώρα, της πόλης που ζούμε όλοι (κι ας την βλέπω τρεις φορές το χρόνο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό μιας καθημερινότητας κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά), λίγο ή πολύ πιο άγρια, ανεξέλεγκτη, τρομακτική και γοητευτική εξίσου. Οι εικόνες που σχηματίζονται στην πορεία του βιβλίου είναι σχεδόν οικείες λοιπόν, ελάχιστα απομακρυσμένες από την πραγματικότητα… αλλά όχι, όχι τελείως. Είναι μια μεγεθυμένη πραγματικότητα, αφύσικα διογκωμένη, κατ’ ουσία προβληματική, κατ’ επίφαση μεγαλειώδης, οριακή. Ο Αντώνης Βερούχης έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στην απόδοση αυτής της παράδοξης αίσθησης μιας οικειότητας που δεν καταφέρνουμε τελικά να αναγνωρίσουμε. 

Η καταλυτική και τελικά επιτυχημένη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει κάθε κείμενο εδραιώνεται μεταξύ άλλων και μέσα από ένα παιχνίδι των πέντε αισθήσεων: η όραση φυσικά, λόγω μιας τόσο περιγραφικής και αφηγηματικής γραφής, η ακοή πιο συγκαλυμμένα, η αφή των συναισθημάτων, κυρίως η όσφρηση: υπάρχει μια εκτενής «παλέτα» από μυρωδιές, σχεδόν πάντα απωθητικές αλλά τι σημασία έχει… Σκέφτομαι ότι είναι μια θαρραλέα ποίηση (αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια, κρατάω όλες μου τις επιφυλάξεις επ’ αυτού) γιατί ο συγγραφέας κάνει απρόσμενους συνδυασμούς σε λεξιλογικό, εννοιολογικό και δομικό επίπεδο χωρίς να φοβάται να ξαφνιάσει το αναγνώστη:

Όταν εκείνη έρχεται κοντά μου, ακούω την τριβή απ’ το σώμα της πάνω στο ύφασμα.[2]

Η συλλογή είναι γεμάτη ανθρώπους σιωπηλούς ή ομιλούντες, πρωταγωνιστές και κομπάρσους, περαστικούς, πλήθος, Έλληνες, μετανάστες. Κινείται δε στο μαγικό, διογκωμένο σύμπαν του ονείρου: η παραστατικότητα, η κίνηση και ο κατακερματισμένος χρόνος είναι συστατικά αυτής της άυλης πραγματικότητας που αποτελεί παράλληλο βίωμα στη διάρκεια του ύπνου, και επιτρέπει να συμβαίνουν όλα καθώς και τα αντίθετά τους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για να εγκατασταθεί μια αγωνία που συνοδεύει τον αναγνώστη σε όλη τη διαδρομή, άλλοτε εμφανής και άλλοτε υποβόσκουσα.

Στον αντίποδα μιας σκοτεινής εικόνας της πόλης και των ανθρώπων της βρίσκεται ένας ισχυρός, αγνός ρομαντισμός στον έρωτα:

Σιωπηλή συζήτηση ανάμεσα σε σώματα. (…) Τείχη από επιθυμία και στοργή πλασμένα με ακρίβεια και γλυκά φιλιά. (…) Γι αυτό όταν ξυπνάμε το δέρμα μας κολλάει του ενός με του άλλου και μετά αργά ξεκολλάει με μια αργή κίνηση αποσύνδεσης. Είναι αλήθεια ότι εάν κοιμόμασταν για μέρες θα ξυπνούσαμε σαν ένα. (…) Η δύναμη που μας δένει και μας θέλει μαζί, μάχεται ενάντια στο διαχωρισμό του εξωτερικού κόσμου.[3]

Υπάρχει μια συνολική ενότητα κατά κύριο λόγο χάρη στη κοινή θεματική όλων των κειμένων, το περίγραμμα, το φόντο και τους ανθρώπους που εμφανίζονται και εξαφανίζονται στις σελίδες και στο πλήθος. Είναι γεγονός από την άλλη, ότι οι τίτλοι δεν βοηθάνε στην κατανόηση, οι δεσμοί τους με τα κείμενα δεν είναι ισχυροί, η παρουσία τους κάποιες φορές επουσιώδης. Το patchwork διαφόρων εικόνων συρραμμένων μεταξύ τους καταλήγει σε ένα συχνά ψυχεδελικό αποτέλεσμα, ενδιαφέρον επειδή είναι άμεσο, σύντομο και με τις λέξεις να βρίσκουν κατευθείαν το στόχο. Τα χρόνια της κρίσης όμως είναι περισσότερο μια ποιητική ματιά στα πράγματα παρά ποίηση με την όποια έννοια του όρου, ακόμα και την πλέον ευρεία. 

Πρόκειται για κείμενα όπου έχει κανείς την αίσθηση ότι δεν ξημερώνει ποτέ και ότι το σκοτάδι καταφέρνει να επιβάλλεται ακόμα και στο φως της μέρας, κείμενα ανένταχτα πιθανότατα αλλά άρτια παρόλα αυτά, χωρίς κενά στην δομή, την σκέψη και την εκτέλεση. Και βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε μια –παραδόξως- ρεαλιστική εικόνα της Αθήνας του σήμερα, όχι ως προς τα γεγονότα φαντάζομαι, αλλά ως προς την τελική γεύση που οι λέξεις αφήνουν στο στόμα:

Δωσ’ μου σκληρό τσιμέντο και απελπισία που αναδύεται σε μια μητρόπολη ονείρων.
Την επαν-εφεύρεση του ρεαλισμού που έρχεται με το σπασμό της ιδωμένης ομορφιάς.[4]
 Κρις Λιβανίου

[1] Σελ. 15
[2] Σελ. 29
[3] Σελ  25
[4] Σελ. 71

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

"Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος" της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου





Τίποτα άλλο δεν έχει η ψυχή σαν πάει στον Άδη, λέει ο Σωκράτης στον Πλατωνικό Φαίδωνα[1], παρά μόνο την παιδεία της και τα πράγματα που την τρέφουν, θετικά ή αρνητικά, πάντα όμως καθοριστικά στην επίγεια περιδιάβασή της, και μετά στην μετάστασή της. Και τα πράγματα αυτά είναι οι σκέψεις της, ικανές να ωφελήσουν μέγιστα ή να βλάψουν μέγιστα τον τελευτήσαντα, αυτόν δηλαδή που πέθανε, «ευθύς μάλιστα εν αρχή της εκείσε πορείας». Mε αυτό ακριβώς το χωρίο του Πλάτωνα, ξεκινώ να παρουσιάσω το μυθιστόρημα της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου «Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος», μυθιστόρημα που έχει ακριβώς μία τέτοια εκκίνηση, οντολογική, σε μια σπινθηροβόλα στη φιλοτέχνησή της γραφή, με χιουμοριστική φαινομενικά περιβολή, που ενώ έχει όλα τα εχέγγυα να χαρακτηριστεί «ευφυές μεταφυσικό πεζογράφημα» ή «ανατρεπτική μαύρη κωμωδία», δεν ξεφεύγει στιγμή από τη ουσία του, κι η ουσία του είναι φιλοσοφική. Μία φιλοσοφική θεώρηση, δοσμένη με τον τρόπο που αγαπούσαν κι οι ίδιοι οι αρχαίοι, κι ο ίδιος ο Πλάτωνας: αυτόν της δραματοποίησης, της παράστασης, του λογοτεχνικού ύφους, της θεατρικότητας με έναν λόγο, δυνατότητα που μας παρέχει απλόχερα η συγγραφέας του έργου, ώστε το περιεχόμενο του να γίνει εύκολα κατανοητό στο κοινό, ιδανικός καμβάς για το περίτεχνο κέντημα της σκέψης που θα ακολουθήσει στη συνέχεια.
«Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος» και τo έργο ξεκινά κινηματογραφικά σχεδόν, με μία αυτοκτονία, ακριβώς όπως την προαναγγέλλει ο τίτλος της. Μια αυτοκτονία όμως που, απρόσμενα, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν καταβάλλει στο άκουσμά της, δεν συνθλίβει, δεν καταπονεί, αλλά, τολμώ να το πω, γαληνεύει σαν μια ιεροτελεστία που ετοιμάζει το κορμί σε ένα όμορφο, φωτεινό, μεταθανάτιο υπερουράνιο ταξίδι, χωρίς όμως να χάνεται η απόχρωση της σκιάς, που πρέπει να υπάρχει σε αυτήν την περιγραφή της ακούσιας αυτοχειρίας, για να μην μεταβληθεί η σκηνοθετική αυτή έναρξη σε αφελή επίδειξη θετικότητας: 

«Ο Γιάννης, ο τρυφερός της εραστής, που στα μάτια της φάνταζε πρίγκιπας, γιατί ήταν ρομαντικός και αφοσιωμένος, αποδείχτηκε ο μεγαλύτερος ψεύτης …. Ο θυμός χρωμάτισε με χυμούς ζωής το ωχρό, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πρόσωπό της»

-καταπληκτικό εδώ το οξύμωρο σχήμα, η υπενθύμιση της ζωής που προοιωνίζεται το επερχόμενο τέλος, άδηλο ακόμη στην ηρωίδα.

«Πήρε στα χέρια της το κουτί με τα χάπια και το έσφιξε με πάθος στο στήθος της. Σε λίγο θα ερχόταν για να της επιστρέψει τα κλειδιά. Άνοιξε το κουτί και ξεχώρισε δεκατέσσερα χάπια. Θεώρησε ότι η δόση θα ήταν αρκετή για να την κοιμίσει βαριά… Ξανακάθισε στο κρεβάτι, πήρε στην αγκαλιά της την Νταιζούλα και άρχισε να τα καταπίνει ένα ένα αργά. Έπειτα ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Το σκηνικό για την επιστροφή του Γιάννη είχε στηθεί. Μια γλυκιά χαλάρωση άρχισε σιγά σιγά να ναρκώνει το κορμί της και να τη βυθίζει σε στρώματα της συνείδησης πιο σκοτεινά. … Ένα χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της, καθώς η νάρκωση από τα χάπια τη μούδιαζε απολαυστικά. Ήταν η στιγμή που χτύπησε το κινητό της. Η Έλενα όμως δεν άκουγε. Ταξίδευε σε ένα σκοτεινό τούνελ, το οποίο ρουφούσε μαγικά όλη της την ύπαρξη, μαγνητισμένη από ένα φως που τρεμόπαιζε στο βάθος. Και καθώς πλησίαζε το φως μεγάλωνε και γινότανε εκτυφλωτικό… Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπά επίμονα, όμως τώρα δεν αποτελούσε παρά μία κλήση από έναν κόσμο μακρινό. Καθώς η ψυχή της βιαζόταν να ενωθεί με το φως και το κορμί της νεκρωνόταν αργά, το σκυλάκι της κούρνιαξε ήσυχα στο στήθος της».

Κι έτσι η Έλενα πέθανε. Είναι η λογοτεχνική δεινότητα της συγγραφέως που μπορεί και περιγράφει μία τόσο άτυχη, μετάβαση, όπως είναι η μετάβαση της ηρωίδας από τη ζωή στο θάνατο, με τρόπο αβρό. Χωρίς να αποσιωπά τη τραγικότητα, δεν ξεστρατίζει το κείμενο από τη βασική του πρόθεση, αυτήν της στοχευμένα ελπιδοφόρας γραφής, που δεν στερείται ανάλαφρης διάθεσης, ώστε να γίνεται ελκυστική και στα μάτια του λιγότερο υποψιασμένου κοινού, με το αναγκαίο όμως εκείνο βάθος που χρειάζεται η διαπραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος.
Ας ξαναγυρίσω όμως στην υπόθεσή μας και ήδη έχω αναφέρει τη βασική ηρωίδα, η οποία πληρώνει το απονενοημένο διάβημά της, όχι μόνο με καταδίκη θανάτου, αλλά και με καταδίκη κόλασης (πόσο άτυχη αλήθεια!), εκεί όπου θα συναντήσει τον Αλέκο, έναν άντρα εξαρτημένο από τα αθλητικά, που καλά-καλά δεν έχει καταλάβει πως πέθανε, και τη σύζυγό του Μαίρη, μία δυναμική φεμινίστρια γυναίκα, που κι αυτή πολύ σύντομα τον ακολουθεί στο απεχθές τοπίο της κόλασης, κάνοντας την κόλαση του άντρα της ακόμη μεγαλύτερη. Mιλώ για κόλαση και σας προκαλώ να σκεφθείτε την αναπαράστασή της. Τη δαντική ή την θρησκευτική, έτσι όπως τη γνωρίζουμε από τις εικόνες και τις περιγραφές, με τα πάθη να σιγοκαίουν τους δεσμώτες τους, φυλακίζοντας τους σε μία ατέρμονη ματαίωση. Αυτήν την κόλαση αγωνίας και άγχους, που όλοι την αποστρεφόμαστε για τον πόνο, τον μόχθο, τις τύψεις, την ενοχή και την ένταση που μας προκαλεί μόνο και μόνο το άκουσμά της. Μία κόλαση που δεν μπορεί ποτέ να γίνει ελκυστική, εκτός κι αν την περιγράφει η Φιλιώ Τριανταφυλλίδου, όχι για να εξωραϊσει τα κακώς κείμενα, αλλά για να προετοιμάσει τα καλώς κείμενα, σκαλοπάτι σε μία δυνατότητα αφύπνισης και αλλαγής του σκηνικού, ακόμη και μετά θάνατον, όταν όλα έχουν τελειώσει και το παιχνίδι φαίνεται χαμένο: 

«Η Έλενα δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε σώμα. Ότι ήταν απλώς ένα άυλο πνεύμα που μπορούσε να σκέπτεται, να αισθάνεται, να ακούει και να μιλά, όμως δεν είχε μαλλιά! Άρχισε να τριγυρνά σαν φάντασμα γύρω από την όχθη της λίμνης, προσπαθώντας μάταια να βρει μία δίοδο στο φως, το οποίο προηγουμένως είχε αντικρίσει. Παντού υπήρχε σκοτάδι, θλίψη και ένας αποπνικτικός μαύρος ουρανός. Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι, τελείως αναπάντεχα, διέκρινε μία βάρκα. Είχε κόσμο επάνω και την οδηγούσε ένα βαρκάρης με μακρύ κουπί, σαν γονδολιέρης, αφήνοντας πίσω μία έντονη αύρα σεληνόφωτος, ένα ασημόχρυσο σύννεφο που έσκιζε τη σκοτεινή νύχτα. …Τότε ακούστηκε ένα τραγούδι για το χρυσό φως των Ηλύσιων Πεδίων και τη γεμάτη θαλπωρή αγκαλιά του παραδείσου… Η βάρκα διέσχιζε τα νερά, αφήνοντας πίσω την ασημόχρυση αύρα της μέσα στην ερεβώδη ψύχρα του ουρανού. Ο βαρκάρης κωπηλατούσε ήρεμα, νανουρίζοντας τις ψυχές που μετέφερε». 

Η κολάση της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο απόηχος των σκέψεών μας, ο βαλτότοπος των στοχασμών μας, εκείνων που δεν παρακινούν, δεν προτρέπουν, δεν ανεβάζουν, αλλά τραβούν πίσω, βαραίνουν, καταδικάζουν τον άνθρωπο: 

«Κι όμως η ψυχή σου υπήρξε πάντα βουτηγμένη στη δυστυχία… Παρά τα στολίδια και την επιφανειακή ομορφιά, ήσουν ένα πικραμένο πλάσμα. Για αυτό και τώρα βρίσκεσαι εδώ. Ο βαλτότοπος είναι δικό σου δημιούργημα Έλενα! Όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα μίας ζωής!». 

Eίναι η Κόλαση που κουβαλάμε μέσα μας και μας σπαράσσει, το σκοτάδι που μας αποχυμώνει από το φως της ελπίδας και της δημιουργίας, η κόλαση που δικαιώνεται, μόνο όταν γίνεται αφετηρία κρίσης για καλυτέρευση, ζωής, εξωτερικής και εσωτερικής, υλικής και πνευματικής. Είναι η σκοτεινή νύκτα της ψυχής, ο κήπος της Γεσθημανής, που δικαιώνεται μόνο όταν τον αντέξεις, συνειδητοποιώντας τον. Είναι η εξορία, που γίνεται δηλητηριασμένο ξίφος, το βούλιαγμα στην απελπισία, στην κόλαση βιώνει την απελπισία η ηρωίδα μας και γίνεται η κόλαση η σκιά της, η συνειδητοποίηση όλων εκείνων των πλευρών της ζωής της που δεν σκέφθηκε, δεν συνειδητοποίησε, κοίμισε και δεν υλοποίησε. Τα κομμάτια της αυτά τα ξαναβρίσκει μέσα από την περιπλάνησή της σε έναν τόπο ζόφους τρομερό, που ακόμη κι η αρχαία σκέψη εκλαμβάνει αποκαρδιωτικά οριστικό και αμετάκλητο, σκέψη που ελπιδοφόρα αναιρεί η συγγραφέας μας. Κι όχι μόνο αναιρεί αλλά στοχαστικά επανατοποθετεί, με την ηρωίδα να ολοκληρώνεται και να βρίσκει τα κομμάτια του εαυτού της στον τόπο του απόλυτου, υπαρξιακά, μηδέν, βοηθώντας και άλλες υπάρξεις στην ολοκλήρωση αυτή, δικαιώνοντας απόλυτα τη φωτεινότητα του ονόματος της: Ελένη, από το σέλας, η φωτεινή, στο συμβολισμό της Ωραίας Ελένης η απόλυτη ομορφιά, χωρίς περιγραφές και επίθετα προσδιοριστικά, μόνο με φωτεινότητα, στον συμβολισμό της περισσότερο ταπεινής-σε σχέση με την προηγούμενη- κομμώτριας Ελένης η «έφιππη πριγκίπισσα», η «αθάνατη ταξιδεύτρια των άστρων,» αυτή που χαρίζει το δώρο της δικαίωσης, δώρο που κλέβει η ζωή από τον θάνατο. Αυτή η τόσο αγαπημένη ταπεινή Ελένη που υψώνεται πολύ πιο πάνω από τη δοξασμένη προκάτοχό της και γίνεται η ίδια η απεικόνιση της ωκεάνιας μορφής του Θεού. Υπάρχει η ελπίδα στην Κόλαση; Ναι, υπάρχει. Και με αυτήν την κατάφαση, μπορούμε να αντικρίζουμε τη νιόφερτη λογοτεχνική μας κομμώτρια στον υπερουράνιο τόπο της, στον παράδεισό της, τον τόπο που προσπαθεί η ψυχή της να κατακτήσει μέσα από την απόλυτη δύση. Κι αν υπάρχει μία φράση που σηματοδοτεί αυτό το μυθιστόρημα είναι αυτή που στην πλοκή στερεώνεται έντεχνα από τη συγγραφέα για να χαραχτεί βαθιά μέσα μας, η εξής απλή, όχι δεδομένη τελικά, και αληθινή: «να θυμάστε πάντα να ζείτε».
Aγγελική Κομποχόλη

[1] Πλατ., Φαίδων, 107, 5d.