Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

"Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό" της Σοφίας Κουκουλά - λόγος και αντίλογος

Ο λόγος: 

(Το κείμενο που ακολουθεί πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 32 του περιοδικού vakxikon.gr)

Τα Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό της Σοφίας Κουκουλά είναι η πρώτη εκδοτική προσπάθεια του «Μωβ Σκίουρου» στην ποίηση και μία από τις καλύτερες συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία. Η ανάγνωσή της μου προκάλεσε διάφορα παράξενα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα, τι συμβαίνει όταν οι ποταμοί δυο ευαισθησιών συμβάλλουν. Τι συμβαίνει, με άλλα λόγια, όταν ένα κορίτσι με θεατρικές σπουδές αποφασίζει να γράψει ποίηση; Η απάντηση είναι: το προφανές. Το ποιητικό αποτέλεσμα αποκτά σκηνοθετικό βάθος, δηλαδή δυνατές εικόνες και κίνηση. Έτσι παρακολουθούμε τον ήλιο να ξαπλώνει αναπαυτικά πάνω στα γεράνια και να παίρνουν τα μπαλκόνια άλλη θέα ή την οργισμένη θάλασσα νύχτα να ξεσπά στους άδειους βράχους ή το ποιητικό υποκείμενο να κάθεται στην ξηλωμένη καρέκλα της κουζίνας και να κοιτά το λευκό ψυγείο.

Λευκό. Μπορεί μια ποιητική συλλογή να έχει χρώμα; Αν ναι, η συλλογή της Σοφίας θα έπρεπε να έχει χρώμα κόκκινο, το χρώμα των πέντε τρομαγμένων κερασιών που μετρά πάνω στο μωσαϊκό της ζωής της. Όμως όχι, η συλλογή έχει χρώμα λευκό που ξεχειλίζει από παντού. Διαβάζουμε για ασπροφορεμένα σ΄αγαπώ, για λευκό χαρτί, για ένα σπίτι, μια γυάλα κι έναν κόσμο, λευκά και τα τρία σαν το χιόνι, για χιλιάδες άσπρα μυστικά που κρύβει το ταβάνι, για το λευκό ψυγείο της ντροπής. Όλα λευκά. Και απαλά, όπως οι εικόνες που υφαίνει η ποίησή της, οι οποίες διατηρούν την απαλότητά τους ακόμη και όταν γίνονται σκληρές. Και τη διατηρούν γιατί ακτινοβολούν γαλήνη, γιατί είναι σαν η Σοφία να γράφει από ένα γαλήνιο σημείο μέσα της, πράγμα που αποβαίνει καθοριστικό για το ύφος των ποιημάτων της. Ίσως φταίει το ότι η ίδια υπήρξε «παιδί, έφηβη και ενήλικη μιας υπέροχης οικογένειας», όπως μας πληροφορεί στο αυτάκι του βιβλίου. Είναι ίσως ο καλύτερος λόγος στον κόσμο να εκφράζεται κανείς με υγεία και πληρότητα. Δεν λείπει, ωστόσο, από τα ποιήματά της το λυρικό στοιχείο που κάποιες φορές μας παραδίδεται απροσχημάτιστα και δεν συμβαδίζει τόσο με την εποχή. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αναφερθεί.

Τα 29 πεζά ποιήματα της συλλογής, τα οποία διαρθρώνονται σε τρία μέρη, πολλές φορές δομούνται από πολύ μικρές περιόδους, συχνά μόλις δύο ή τριών λέξεων, που σχηματίζουν την εντύπωση ότι η ποιήτρια βαδίζει με μικρά, πολύ μικρά βήματα - πάνω στο χιόνι; Ίσως ναι, γιατί το αποτύπωμα που αφήνουν οι προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις της είναι ιδιαίτερα βαθύ: «παιδιά με ιδρωμένα όνειρα», «μια υπόσχεση σταυρωμένη στα μαλλιά», «τα όνειρα αργούν πάντα στην ώρα τους». Ή «αντίο που δεν φεύγουν πιο πέρα από το παράθυρο γιατί τα φοράς πάντα στον λαιμό σου», «δάκρυα κουμπωμένα στα ματωμένα μάτια», «κάπου από το παράθυρο γιασεμί που καλοκαίριασε» και τόσα άλλα. Το χιόνι κάποτε θα λιώσει, είναι αναπόφευκτο, και θα χαθούν τα αποτυπώματα και τα ίχνη. Τα ποιήματα της Σοφίας όμως ακόμη και τότε θα εγγυώνται μια όμορφη ανάγνωση.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ο αντίλογος:
Πρώτα διάβασα και προετοίμασα την δική μου κριτική, και μετά διάβασα αυτή που είχε γράψει η Χριστίνα για το Βακχικόν. Για λόγους αντικειμενικότητας θα ήθελα να πιστεύω, αλλά περισσότερο για καθαρά πρακτικούς: τη δική της ματιά ακολουθώ ανερυθρίαστα όταν πρόκειται για ποίηση, την δική της σκέψη παρατηρώ, για να μαθαίνω να διαβάζω καλύτερα αυτό το οποίο εκείνη διαισθάνεται σε δευτερόλεπτα. Όταν πρόκειται για πρόζα, ακολουθώ τα δικά μου μονοπάτια χωρίς κουβέντες.

Για τα Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό βρέθηκα με έναν αντίλογο. Κυρίως επειδή οι στίχοι που αναφέρει η Χριστίνα στην κριτική της είναι όντως αυτό που θα λέγαμε ωραίοι, άρτια γραμμένοι και με σωστή ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και την τεχνική, όμως... είναι οι μόνοι από το σύνολο της συλλογής. Και δεν θα επικεντρωθώ στην ασάφεια -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- που περικλείει ο όρος «πεζά ποιήματα» (που περιγράφει επακριβώς το περιεχόμενο στην προκειμένη περίπτωση), γιατί στο κάτω-κάτω αν η δομή δουλεύει, δεν έχω λόγο να την αμφισβητήσω. Οι αντιρρήσεις μου σχετικά με την συγκεκριμένη συλλογή εστιάζονται κατά κύριο λόγο στην ισχυρή, ισοπεδωτική συχνά παρουσία του εγώ, σαν πρώτο πρόσωπο στο τεχνικό επίπεδο αλλά και σαν στυλιστικό εργαλείο. Κανείς δεν θα περίμενε βέβαια έναν ποιητή αμέτοχο στα τεκταινόμενα της ίδιας του της πένας, αλλά εδώ βλέπουμε το εγώ να διογκώνεται σταδιακά και στο τέλος να γίνεται ο αποκλειστικός μοχλός προσέγγισης του κειμένου (για παράδειγμα: «Εγώ μια λέξη θα σου πω. Δεν είμαι εγώ.», σελ. 51). Δεν είναι μόνο ότι πρόκειται για μια γραφή κλεισμένη στο εαυτό της, είναι συχνά η αίσθηση ότι δεν την αφορά ούτε στο ελάχιστο τι γίνεται εκτός του δικού της περιγράμματος.

Σκηνοθετική ματιά βεβαίως υπάρχει, και είναι πράγματι ένα ενδιαφέρον στοιχείο όχι για την πρωτοτυπία της αλλά επειδή λειτουργεί άριστα στα κείμενα, αλλά μου φαίνεται ότι ακόμα κι αυτό στρέφεται προς την εικόνα, το φαίνεσθαι του τι συμβαίνει στην συλλογή και δεν προσφέρει άλλο από μια αισθητική απόλαυση που δεν υποτιμώ καθόλου αλλά που με αφήνει με μια γεύση κενού.

Μου άρεσε η παρουσία του έρωτα που δρα ως ο καταλύτης που είναι, κυρίως στο ποίημα «πέντε τρομαγμένα κεράσια». Η φρεσκάδα είναι εκεί, και όταν λείπει ο εγωκεντρισμός, αφήνει έναν φρέσκο αέρα να φυσήξει στα κείμενα. Ο ρομαντισμός είναι εκεί επίσης, «Κάπου από το παράθυρο γιασεμί που καλοκαίριασε», ή ακόμα «Τι μένει από την ηχώ μιας κραυγής;» για να τελειώσει «Το λευκό που ξεπερνά την πυγμή κάθε ήχου».

Σε προσωπικό επίπεδο, η συλλογή της Σοφίας Κουκουλά μου γέννησε ερωτήματα σχετικά με την τεχνική πλευρά της ποίησης. Πώς δείχνει, και εννοώ κυριολεκτικά, ένα κείμενο που θεωρείται ή που αυτοανακηρύσσεται ποιητικό; Ποια μορφή περιμένει ο αναγνώστης, και ποια είναι αυτή που θα υποστηρίξει και θα αναδείξει αρτιότερα το περιεχόμενό του; Δεν είμαι σίγουρη τι σημαίνει «πεζά ποιήματα». Είναι ποιητικός λόγος σε ένα πλαίσιο, σε ένα κουτί πρόζας..; Έχει να κάνει με την στίξη, με τα δομικά στοιχεία του στίχου αυτά καθεαυτά ή μήπως με την νοηματική ενότητα, στοιχείο-κλειδί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πρόζα; Στα κείμενά της διαγράφεται μια παράδοξη σχέση ανάμεσα στο ποιητικό περιεχόμενο και την φόρμα, και αυτό είναι ένα στοιχείο που αν μη τι άλλο χρίζει ψαξίματος, επιφυλάσσομαι.

Τα Πέντε κεράσια στο μωσαϊκό έχουν ιδιαιτερότητες αξιοσημείωτες, έχουν και πολύ ωραίες στιγμές επίσης. Σαν σύνολο όμως, σαν μια ολοκληρωμένη πρόταση, αισθάνομαι ότι υστερούν τόσο στο να προσεγγίσουν τον αναγνώστη ως ατομικότητα, όσο και στο τεχνικό μέρος λόγω του...μπλεξίματος διαφόρων πραγμάτων που πότε συνυπάρχουν και πότε κοντράρονται.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου