Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

"Το φαράγγι" της Ιωάννας Καρυστιάνη


Η Ιωάννα Καρυστιάνη έχει διαγράψει πολλά χιλιόμετρα στην πρόζα, έχει αποκτήσει ευρύ και φανατικό κοινό, δεν θα περίμενε λοιπόν κανείς μια δουλειά κατώτερη της μέχρι τώρα παρουσίας της. Προσωπικά δεν ανήκω σ’αυτό το κοινό, δεν έτυχε μάλλον, το μόνο που είχα διαβάσει ήταν μια συλλογή διηγημάτων της χρόνια πριν, δεν μου είχε αφήσει κακή εντύπωση. 

Ήδη από την αρχή, είναι απολύτως φανερό ότι ξέρει τι λέει (η έρευνά της για το βιβλίο είναι εμφανής, παρόλο που όπως είδα αργότερα έχει κρητική καταγωγή και ενδεχομένως προσωπική γνώση), πού πηγαίνει, μέχρι και... τι ώρα θα φτάσει. Με ένα λεξιλόγιο παραπάνω από προσεγμένο αλλά χωρίς υπερβολές, και ενταγμένο σε μια έγκυρη πραγματικότητα με αναφορές σε γεγονότα που θυμόμαστε ακόμα όλοι (την έκρηξη του ηφαιστείου της της Ισλανδίας του 2010 για παράδειγμα), η συγγραφέας δεν τρεκλίζει, ούτε παραπατάει, δεν ρισκάρει βέβαια είναι γεγονός, αλλά είναι ήδη από την αρχή φανερό ότι στο τέλος θα δώσει ένα καλό κείμενο. 

Στο μυθιστόρημα αυτό υπάρχει σασπένς στην σωστή δοσολογία, χτισμένο προσεκτικά καθ’όλη τη διάρκεια της αφήγησης, και όχι με εξάρσεις που θα διαδέχονταν ανιαρά σημεία, και κυρίως όχι εις βάρος της ψυχολογικής βαρύτητας των ηρώων που τελικά εδραιώνεται και βγαίνει αλώβητη από κάθε περιπέτεια. Η πρωτοτυπία στην σύνθεση και στην εκτέλεση είναι μάλλον απούσα, αλλά το σύνολο είναι άρτια δομημένο σε μια στιβαρή κι ανθεκτική πρόζα, οι συνδέσεις του παρελθόντος με το παρόν δεν υστερούν πουθενά και το τελικό αποτέλεσμα τελικά δικαιώνει τις επιλογές της συγγραφέως.

Στο έργο ο αναγνώστης ακολουθεί τρεις πορείες. Η πρώτη είναι η «ρεαλιστική»: εφτά αδέρφια εκπληρώνουν το παλιό τάμα στον πατέρα τους με μια πορεία σε ένα κρητικό φαράγγι. Η δεύτερη είναι η ατομική πορεία που διέγραψε ο καθένας από τους εφτά στην προσωπική του ζωή, εσωτερική και βαθιά, ειλικρινής και καταλυτική. Και η τρίτη, είναι η πορεία που ακολούθησαν μεταξύ τους: πόσο κοντά και πόσο μακριά βρέθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, οι συναισθηματικές αλλά και οι γεωγραφικές αποστάσεις, οι αυτοεξορίες, τα μυστικά που οριοθέτησαν τις μεταξύ τους σχέσεις μέσα στο χρόνο. Τον χρόνο που ισοπεδώνεται στο μυαλό τους την στιγμή που φέρνουν κοντά δυο αναμνήσεις, ή που τραβάνε μια από τα παλιά για να την ακουμπήσουν στα τωρινά, για να τα εξημερώσουν και τελικά να τα αποδεχτούν. Η Ιωάννα Καρυστιάνη εμφανίζεται ευαίσθητη στο πέρασμα του χρόνου, σ’αυτά που λέγονται και σε όσα αποσιωπούνται τελικά, και ας κραυγάζουν στην ψυχή των ηρώων. Και οι τρεις είναι πορείες με στροφές, με κρυφούς κινδύνους και μεταμφιεσμένη εξασφάλιση λόγω της σιγουριάς και του κατ’επίφαση προβλέψιμου. Οι εφτά πρωταγωνιστές ήξεραν από πού θα ξεκινούσαν αλλά όχι και πού θα κατέληγαν και κυρίως από ποιους δρόμους, αυτή η ανασφάλεια είναι και η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος. 

Η θλίψη, η μοναξιά είναι τελειωμένα πράγματα και δεν αλλάζουν, αυτό μοιάζει να το ξέρει ο καθένας τους. Η όλη πορεία είναι μια πορεία πένθους, ένα μνημόσυνο. Σε πρόσφατους και παλιούς θανάτους, στους πεθαμένους γονείς των εφτά που ήταν και η αφορμή της, στις προσωπικές απώλειες του καθενός ξεχωριστά, επαγγελματικές, ερωτικές και άλλες, στις ανεπάρκειές τους. Στον Μάρκο, τον άντρα της Ευδοκίας που χάθηκε και την άφησε λεία σε έναν απροσμέτρητο πόνο, στον Αποστόλη, τον άντρα της Ινώς που την εγκατέλειψε παίρνοντας μαζί του και την πλασματική της σταθερότητα, στο πέρασμα του χρόνου που τελικά, όπως διαπιστώνει ο καθένας με τον τρόπο του, δεν χαρίζεται σε κανέναν. 

Η συμβολιστική επιτυχία του φαραγγιού έγκειται κατά τη γνώμη μου στο ότι αυτό το μνημόσυνο είναι μια κάθαρση που, στο τέλος της διαδρομής, έχει πετύχει. Ο τελικός συμβολισμός, η κατάληξη της πορείας στο ανακαινισμένο πατρικό της μάνας τους, είναι εκεί για να το αποδείξει. Η συγγραφέας, άρα και οι ήρωες, ξέρει ότι η κάθαρση είναι ένα τόσο δύσκολο πράγμα να επιτευχθεί... είναι μια πορεία γεμάτη κινδύνους που σε περιμένουν στις στροφές, απρόσμενες συναντήσεις με τον εαυτό σου κυρίως, που δεν ξέρει κανείς πού θα καταλήξουν, υπάρχει όμως και ένα θετικό, αν λειτουργήσει, και όταν απελευθερώσει τους δέσμιους, τότε κρατάει για πάντα. Γυρίζουν όλοι σελίδα και ξαναρχίζουν, από το παρελθόν και τις επιλογές που το οριοθέτησαν, επιτέλους απελευθερωμένοι. Συνήθως... γιατί ο Αργύρης ακόμα και στο τέλος του βιβλίου δεν κατόρθωσε να αλλάξει γνώμη. Πώς θα μπορούσε...;
Σ’αυτή την πορεία με φόντο την κρητική φύση σε όλη την ομορφιά και την αγριότητά της, κάποια μυστικά ξεκλειδώνουν, κάποια αποκαλύπτονται θέλοντας και μη, κάποια άλλα όχι. Η Ευδοκία είναι η πιο άρτια δουλεμένη φιγούρα, και ο Αργύρης η πιο τρομακτική: ο μικρότερος αδερφός που ζει με τα ισόβια να τον παίρνουν στο κατόπι σαν λυσσασμένος σκύλος και χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς, έχει αποποιηθεί την πιθανότητα της λύτρωσης. Ούτε λύτρωση, ούτε κάθαρση: δεν του αξίζουν, δεν τις αποζητά, δεν τις ελπίζει. Ο Αργύρης και ο αόρατος σταυρός στην πλάτη του είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μυθιστορήματος, επειδή υπάρχει από την αρχή χωρίς λεπτομέρειες και ξετυλίγεται σε όλη του την έκταση στο τέλος. 

Υπάρχει μια έντονη φιλμογραφική διάσταση στο Φαράγγι, οι συχνές «απροειδοποίητες» αναδρομές στο παρελθόν, η ιδιαίτερη προσοχή στην εικόνα ως σκηνικό στοιχείο και οι διάλογοι σε γρήγορη, προφορική γλώσσα που εισβάλλουν στην αφήγηση είναι χαρακτηριστικά μιας «εικονοποιημένης» πρόζας που ουδόλως ζημιώνει το σύνολο. Η φωνή της αφηγήτριας, ίσως η πιο δυνατή από όλες,είναι εκεί για να αποκαλύπτει τα ανομολόγητα και να καλύπτει με σιωπές τα προφανή, για να ρίχνει φως στα μύχια συναισθήματα των ηρώων και να κατευθύνει το βλέμμα του αναγνώστη στην πορεία που η ίδια έχει προαποφασίσει. Επειδή είναι μια πρόζα τόσο σταθερή δομικά που θα άντεχε και στα πιο ισχυρά σκαμπανεβάσματα, ο αναγνώστης μπορεί να ακολουθήσει απρόσκοπτα τους δρόμους που διαφαίνονται στο έργο, να συμπορευτεί με τους ήρωες, απολύτως καθημερινούς και ταυτόχρονα ιδιάζοντες, και να φτάσει στο τέλος εκεί που εξαρχής σκόπευε να τον πάει η συγγραφέας: η περιπέτεια τελείωσε, και οι παλιοί λογαριασμοί κλείστηκαν ερμητικά στη μνήμη. 

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου