Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Παραδόσεις και κάλαντα του δωδεκαημέρου

Οι μέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων συμπίπτουν με τις χειμερινές τροπές του ηλίου, την περίοδο που η νύχτα έχει τη μικρότερη διάρκεια, τότε που βρισκόμαστε πλέον στην καρδιά του χειμώνα, που η γη ησυχάζει εκκολάπτοντας τους καρπούς της και οι άνθρωποι προετοιμάζονται ψυχικά για την επόμενη περίοδο, όταν οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν και πάλι.

Σύμφωνα με τις δοξασίες και τις προλήψεις των λαών της Ευρώπης, τις μέρες αυτές γύρω απ το χειμερινό ηλιοστάσιο και πριν τα Χριστούγεννα, οι άνθρωποι ήταν καλό να μην κυκλοφορούν τη νύχτα, έπρεπε να σφραγίζουν ερμητικά τις πόρτες τους μετά τη δύση του ήλιου, οι κοπέλες να αποφεύγουν τα νυχτέρια και ο νοικοκυρές να έχουν τελειώσει από νωρίς το πλάσιμο των χριστόψωμων, αλλά και οι λεχώνες να φυλάγουν καλά τα νεογνά τους. Ήταν καλό να αποφεύγονται τόποι απομονωμένοι όπως οι μύλοι που χτίζονταν έξω απ’ τα χωριά, κοντά σε χαράδρες και ποτάμια, ξύλα απ το δάσος δεν έπρεπε να κόβονται γιατί τα ξωτικά που κρύβονταν μακριά όλο το καλοκαίρι πλησίαζαν επικίνδυνα τις κατοικημένες περιοχές, ενώ σε κάποια ελληνικά νησιά πίστευαν ότι τα μαγικά πλάσματα ναυπηγούσαν καράβια και μάλιστα τα χτυπήματα από τις εργασίες τους ακούγονταν καθαρά. Καθώς περνούσαν οι μέρες των γιορτών μάλιστα, τα πλάσματα αυτά θεωρούνταν ενίοτε καλά και πιστευόταν ότι γέμιζαν με φλουριά τα αγγεία των γυναικών που πήγαιναν τέτοιες μέρες να φέρουν νερό από τα πηγάδια.

Κοινή ήταν η πεποίθηση,  ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, ότι το πυρ αποτελεί το καλύτερο αποτρεπτικό για την απομάκρυνση των ξωτικών και των διαφόρων δαιμόνων γι' αυτό και παντού τις μέρες αυτές άναβαν τεράστιες φωτιές με φρύγανα που συγκεντρώνονταν απ' το Σεπτέμβριο. Υπήρχε μάλιστα συναγωνισμός ανάμεσα στους νέους για το ποιος θα συγκεντρώσει τα περισσότερα φρύγανα και θα ανάψει την πιο μεγάλη φωτιά. Η άσβεστη εστία στο τζάκι θεωρούνταν ανέκαθεν απαραίτητη για την απομάκρυνση κάθε κακοποιού στοιχείου που θα εισχωρούσε στην οικία και συναφής ήταν η συνήθεια της καύσης ποσότητας αλατιού η ρεικιών που προκαλούσαν κρότο και θόρυβο ώστε να τρομάξουν οι δαίμονες. Η φλόγα πάντα θεωρούνταν ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, τη νύχτα ειδικά, καθώς αναπτερώνει το ηθικό του και ασκεί ευεργετική ψυχολογική επίδραση. Γι' αυτόν τον λόγο, σε μέρη όπως στην Κεφαλονιά πίστευαν ότι καθείς θα έπρεπε να φέρει μαζί του σπίρτα η αναπτήρα όταν βρίσκεται στο ύπαιθρο τη νύχτα ώστε να έχει την υποστήριξη του Αγγέλου της Φωτιάς.

Μια άλλη δοξασία αφορά το λάλημα του κόκορα που διώχνει τα δαιμόνια και φαίνεται ότι η παράδοση αυτή έχει τις ρίζες της στην Περσία, όπου ο κόκορας θεωρούνταν ιερό ζώο, καθώς προανήγγειλε την έλευση της ημέρας και αποτελούσε σύμβολο του φωτός και του ήλιου, ενώ συνόδευε και τις ψυχές κατά την κάθοδο τους στον Άδη.

Όλες αυτές οι παραδόσεις κατάφεραν να επιβιώσουν ανά τους αιώνες, αν και δέχτηκαν σκληρή κριτική από τους πατέρες της εκκλησίας, οι οποίοι έσπευδαν να καυτηριάσουν υπερβολές όπως τις χυδαίες μεταμφιέσεις, τις υπερβολικές οινοποσίες καθώς και κάποια βίαια έθιμα που αφορούσαν τη χρήση ροπάλων και τις επιθέσεις σε περαστικούς από ομάδες πανηγυριστών.

Τις μέρες των γιορτών, σύμφωνα με τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες αλλά και σύμφωνα με κάποιες δεισιδαιμονικές αντιλήψεις, τα ζευγάρια δεν έπρεπε να συνομιλούν ούτε να συνευρίσκονται γιατί το παιδί που τυχόν θα συλλαμβανόταν δεν θα είχε καλή εξέλιξη.

Πολλές από τις σημερινές συνήθειες των Χριστουγέννων φαίνεται να έχουν ρίζες πανάρχαιες, όπως για παράδειγμα το έθιμο της ανταλλαγής  δώρων την πρώτη μέρα του χρόνου, που ήταν μια αγαπημένη συνήθεια των Ρωμαίων. Ομοίως και ο στολισμός της αγοράς, τα τυχερά παιχνίδια, οι μεταμφιέσεις και οι οινοποσίες - όλα αυτά ήταν ήδη γνωστά από την αρχαιότητα καθώς και τα κάλαντα που ψέλνουν τα παιδιά στη διάρκεια του δωδεκάμερου. Παρακάτω παρατίθενται μερικά αποσπάσματα από ποντιακά κάλαντα, ίσως απ’ τα πιο αυθεντικά, ένα απ αυτά που τραγουδιόταν την παραμονή των Χριστουγέννων στην Κερασούντα:

Εσέναν πρέπ΄ αφέντη μου
ολόχρυσον κοντύλιν
τρουγιούλου γιούλου (γύρω γύρω) μάλαμαν
κι όλο μαργαριτάριν…


Και σε άλλη παραλλαγή:

Έξω σην αυλάν δένδρον εστάθεν (φύτρωσε)
δένδρον άκαυον (που δεν καίγεται) και κυπαρέσσι,
δερ’ ατ’ (το δέρνει) ο ήλον δέρ’ ατ’ ο αέρας
ρουζ’ νε τα’ άθια θε, μυρίζ’ αυλέαν (από την αυλή).
Εκατεβ’ αφκά σο σταυροστράτ’
Δαβαίν’ (περνούν) άλογα δαβαίν’ μουλάρια
χρυσοκάλυβα καλυβωμένα
(καλυβωμένα με χρυσά πέταλα)
σο κιφαλ’ ν ατουν χρυσόν τουλπάν’ έν’
και σα μέσα ‘τουν χρυσόν ζωστήραν,
χώρτσον κ’ έπαρεν ανεμοπόδ’ κα
(διάλεξε και πάρε ανεμοπόδαρα)
και χρυσοκαλυβωμένα.
Δέβα σο ταρέζ κ
 έλα σην πόρταν 
χα τσιρόπα χα μηλόπα,
χα ξερά κοκκυμελόπα
(να ξερά δαμάσκηνα).
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρα
θέλ’ νε ούβας (χουρμάδες) θέλ’ νε λεφτοκάρυα
.

Το βράδυ της παραμονής των Φώτων, ένα βράδυ που θεωρούνταν θαυμαστό γιατί πλησίαζε το τέλος των γιορτών, όλα τα πνεύματα βρίσκονταν σε έξαψη κι οι ζωντανοί έπρεπε να θυμηθούν τις ψυχές των πεθαμένων που ζητούσαν το μερτικό τους. Τραγουδούσαν:

Τα Φώτα θέλω το κερί μ
και την Ψυχού κοκκία (το Ψυχοσάββατο κόλλυβα)
και την Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρα.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: Ν. Πολίτου Παραδόσεις τόμος Α΄, Β’. Αρχείον Πόντου- Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

2 σχόλια: