Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

"Τα ψηλά βουνά" του Ζαχαρία Παπαντωνίου στο θέατρο Ακροπόλ

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) υπήρξε ποιητής, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, χρονογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και σκιτσογράφος. Διετέλεσε νομάρχης σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης φρόντισε για τον εμπλουτισμό της με έργα Ελλήνων ζωγράφων (όπως Γύζης, Παρθένης, Λύτρας, Θεοτοκόπουλος). Το 1923 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 αναγορεύθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Λογοτεχνίας. Υπερασπίστηκε με πάθος τη δημοτική γλώσσα· όταν ως Ακαδημαϊκός έκανε την πρώτη του ομιλία στη δημοτική, προκάλεσε αντιδράσεις.

«Τα ψηλά βουνά» εκδόθηκαν ως αναγνωστικό της Γ΄ τάξης του Δημοτικού την περίοδο 1917-18. Αποτελούν το πρώτο σχολικό αναγνωστικό γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Το βιβλίο υπακούει στα ζητούμενα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Βενιζέλου· γι’ αυτό περιέχει μηνύματα για την προαγωγή της κοινωνικής αλληλεγγύης, της κοινωνικής πειθαρχίας, των κοινοτικών έργων και του λαϊκού πολιτισμού (την εποχή εκείνη η Λαογραφία βρισκόταν σ’ έξαρση με επί κεφαλής τον Νικόλαο Πολίτη). Το βιβλίο γνώρισε περιπέτειες· το 1920, όταν ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές, η φιλοβασιλική κυβέρνηση αποφάσισε να το κάψει δημοσίως μαζί μ’ άλλα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Με τη μεταπολίτευση επανήλθε το 1974, για ένα μόνο σχολικό έτος. Από το 1917 έως το 1974 η απόσταση ήταν μεγάλη και πολλά είχαν αλλάξει στην κοινωνία· δυστυχώς «Τα ψηλά βουνά» δεν "μιλούσαν" πια στα παιδιά.

Είναι γραμμένα σε άμεση, ζωντανή γλώσσα και σ’ ένα ύφος που το διατρέχει η χάρη αλλά και η αφέλεια (naive). Η πλοκή και έκταση της αφήγησης είναι συνθετώτερη και μεγαλύτερη του διηγήματος, απλούστερη και μικρότερη του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας 25 παιδιών που μόλις έχουν τελειώσει το «Ελληνικό σχολείο» και αποφασίζουν με την άδεια των γονιών τους να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές στο Χλωρό της Ευρυτανίας. Ζουν μόνα τους πάνω στο βουνό, σε μια πρόχειρη κατασκήνωση που τους έφτιαξαν οι μεγάλοι. Μαθαίνουν να λειτουργούν σαν κοινότητα, ν’ αυτοεξυπηρετούνται, να προφυλάσσονται από διάφορους κινδύνους όπως άγρια ζώα και δύσκολα καιρικά φαινόμενα. Αρχίζουν να γνωρίζουν και ν’ αγαπούν το δάσος, εντυπωσιάζονται από τη ζωή των βλάχων, των τσοπάνηδων και γενικά όλων των βουνίσιων. Το βιβλίο διατρέχει μεγάλη φυσιολατρία και σεβασμός προς το δασικό οικοσύστημα. Ο συγγραφέας χωρίς να κάνει θρησκευτικό κήρυγμα, προπαγανδίζει την αγάπη προς την Ορθοδοξία: τα παιδιά εκκλησιάζονται σε γειτονικό χωριό, επισκέπτονται ένα μοναστήρι, θαυμάζουν την πάστρα, την εργατικότητα των καλογέρων, το περιβόλι του μοναστηριού με τα καρποφόρα δένδρα· παρακολουθούν τον εσπερινό, το απόδειπνο και τον όρθρο. Φεύγοντας το μοναστήρι τούς φαίνεται «σαν ένα άσπρο σπιτάκι μέσα σε δέντρα ήσυχα, μακριά από τον κόσμο».

Όμως «Τα ψηλά βουνά» κατηγορήθηκαν ότι προήγαν τον μπολσεβικισμό, επειδή τα παιδιά ζουν μόνα, χωρίς δάσκαλο ή γονιό, αυτοδιοικούνται και άρα είναι «αναρχικά». Από την άλλη, ενώ κυκλοφορούσαν τέτοιες κατηγορίες, το βιβλίο αγαπήθηκε από τους μαθητές του 1917. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι σε σχολεία όπου όλες μαζί οι τάξεις έκαναν μάθημα, όταν η Γ΄ είχε ανάγνωση, σταματούσαν οι μαθητές των άλλων τάξεων κάθε δραστηριότητα για ν’ ακούσουν τη συνέχεια. Ήταν δηλ. σαν ένα σίριαλ της εποχής.

Ο συγγραφέας θεώρησε σωστό ν’ αφιερώσει το βιβλίο «στην ιερή μνήμη» του πατέρα του, δημοδιδασκάλου Λάμπρου Παπαντωνίου, ο οποίος πέθανε λίγο προτού «Τα ψηλά βουνά» εκδοθούν. Στο βιβλίο ο Λάμπρος ενσαρκώνει ένα προκομμένο, δεκάχρονο τσοπανόπουλο που οδηγεί μόνο του πάνω από 200 γίδια, διψάει για γράμματα και επιδεικνύει μεγάλη έφεση προς αυτά. Θα εξελιχθεί σ’ έναν εμπνευσμένο δάσκαλο που θ’ αφήσει όνομα στην περιοχή, καθώς θα διδάσκει τα παιδιά άλλοτε κάτω από δέντρα άλλοτε πάνω σε λόφους, στον ήλιο και στον καθαρό αέρα. Θα τα μάθει τη ζωή των δέντρων, των πουλιών, πώς ζουν οι αγελάδες, τα πρόβατα, τα γίδια, οι κότες. Τις καθαρές αστροφεγγιές θα τους ονομάζει τ’ άστρα. Και τέλος θα τα μάθει να γράφουν όσα βλέπουν στον κόσμο κι όσα έχουν στο νου και στην ψυχή τους.

Κάθε παιδί είναι κι ένας διαφορετικός χαρακτήρας: άλλο λαίμαργο, άλλο ονειροπόλο, άλλο ευπτόητο, άλλο θαρραλέο· όλα όμως είναι καλόψυχα, ομονοούν, δρουν συλλογικά και αναπτύσσουν συντροφικότητα. Νικούν τις ανόητες δεισιδαιμονίες των αμόρφωτων χωρικών και επιδεικνύουν θαυμασμό, αγάπη και σεβασμό προς τη φύση. Ο συγγραφέας προπαγανδίζει την προστασία του δάσους από φωτιά, τσεκούρι, υπερεκμετάλλευση και ανεξέλεγκτη βοσκή· γιατί το δάσος «ζει και μας χρησιμεύει, πεθαίνει και μας χρησιμεύει» (εννοεί: ξυλεία, κάρβουνα). «Όπως οι άνθρωποι, έτσι και τα δέντρα ζουν πολλά μαζί και βοηθούν το ένα τ’ άλλο. Ενωμένα πολεμούν το βαρύ χειμώνα και το καυτερό καλοκαίρι. Ενωμένα μεγαλώνουν, κάνουν μεγάλους κορμούς και πετούν δυνατά κλαριά». Τα πληγωμένα πεύκα με την ελάχιστη φλούδα φαίνονται σαν «κρεμασμένο σφαχτό». Θα πέσουν από τον πρώτο αέρα ή θα ξεραθούν γιατί δεν θα έχουν πια χυμό. Κι όμως «έτσι σακατεμένα δροσίζουν τους ανθρώπους, το φυσικό τους είναι να κάνουν καλό, δεν αλλάζει».

Η ιστορία ενός αλόγιστου εκμεταλλευτή που ξέκανε το μεγαλύτερο πεύκο για ρετσίνι και ξύλα, η κατάρα του δένδρου και η κατάντια του εκμεταλλευτή να τριγυρνά σε ξερολίβαδα, να διψά και να μη βρίσκει σταλιά να δροσιστεί, να τον καίνε τα καλοκαίρια και να τον παγώνουν οι χειμώνες ώσπου σωριάζεται νεκρός, είναι από τις πιο δυνατές. Συγκλονίζουν οι στίχοι που οι μαθητές κάποτε αποστήθιζαν: «-Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιατί, γιατί; -Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης και περπατεί. Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά· να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά! -Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο το σπλαχνικό, που ’ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι και στο βοσκό; Φρύγανο και κλαρί του πήρες και τις δροσιές, και το ρετσίνι του ποτάμι απ’ τις πληγές. Σακάτης ήτανε κι ολόρθος ως τη χρονιά, που τον εγκρέμισες για ξύλα, Γιάννη φονιά!» Τι καλό θα έκαναν αν ακούγονταν αυτοί οι στίχοι, κάθε φορά που το ελληνικό κοινοβούλιο ψηφίζει δασοκτόνους νόμους!

Σημαντικές παρακαταθήκες του συγγραφέα αποτελούν ακόμη: «Όποιος κάνει εκείνο που πρέπει, δεν έχει να φοβηθεί κανένα», «Την αντίσταση όλοι τη φοβούνται. Ο μαντρόσκυλος είχε να κάμει με παιδί που υπερασπίζει τη ζωή του», «Έχε την ευχή μου κι άκου τί θα σου πω: Να γίνεις καλός άνθρωπος. Να ’χεις τιμή και να κρατάς τον λόγο σου».

Στόχος του σκηνοθέτη Βασίλη Μαυρογεωργίου ήταν να μετατρέψει ένα σχολικό αναγνωστικό σε θεατρικό έργο που θα ξετυλίγεται πάνω στη σκηνή ως κλασικό εικονογραφημένο. Έτσι, τα λιτά σκηνικά της παράστασης εμπλουτίζονται με ψηφιακές προβολές από κινούμενα σχέδια, τα οποία βασίζονται στα αυθεντικά σκίτσα και ζωγραφιές του βιβλίου. Οι κινήσεις και τα λόγια των ηθοποιών εναρμονίζονται με τις ψηφιακές εικόνες, με αποτέλεσμα οι θεατές (μικροί και μεγάλοι) ν’ απολαμβάνουν την πληρέστερη δυνατή απεικόνιση όσων εξιστορούνται.

Η προσαρμογή του κειμένου σε θεατρικό δρώμενο είναι αρκετά καλή. Μπορούν να επισημανθούν κάποιες ελλείψεις ή τροποποιήσεις που καλό θα ήταν να είχαν αποφευχθεί· πάντως, το πνεύμα του συγγραφέα δεν έχει προδοθεί. Η συγκινητική ιστορία της Βρύσης, η οποία συμπληρώνει το σκηνικό καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν έπρεπε να παραλειφθεί. Η κατασκευή της διδάσκει τη φιλανθρωπία, γενναιοδωρία και έμπρακτη αγάπη προς τη φύση, η οποία ανταποκρίνεται πάντα στο καλό, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με το θέριεμα ενός πλατανιού. Το επεισόδιο με τον λύκο δείχνει εξωπραγματικό, καθώς παρουσιάζει ένα σκυλί να τα βάζει μ’ αυτόν. Η αφήγηση του Παπαντωνίου είναι πολύ πιο φυσική και ρεαλιστική, καθώς περιγράφει πώς πολεμούν τρία σκυλιά να διώξουν έναν πεινασμένο γερόλυκο· το ένα μάλιστα πληγώνεται βαριά. Κατά τη γνώμη μου, καλύτερα να διαγραφεί από την παράσταση παρά να δημιουργεί σε παιδιά ψεύτικες ή επικίνδυνες εντυπώσεις ότι αν βρεθούν αντιμέτωπα στο δάσος μ’ ένα αγρίμι, αρκεί να έχουν μαζί τους κάποιο σκυλάκι και θα σωθούν!

Ευγένεια φανερώνει η απαλοιφή των χαρακτηρισμών «Αράπης» και «Αραπόβραχος». Μόνο που η αντικατάστασή τους από το υποτονικό «Γίγαντας» ή «Βράχος του Γίγαντα» δεν πολυπείθει. Καλύτερα να χρησιμοποιηθούν οι χαρακτηρισμοί «Στοιχειό» και «Στοιχειωμένος Βράχος», επειδή εγείρουν περισσότερο φόβο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Παπαντωνίου μετά την ανακάλυψη της αλήθειας για τον «Αραπόβραχο», βάζει τα παιδιά να φέρονται ευγενικά, γεμάτα καλοσύνη στον «Αράπη» («-Να βάλεις το σκούφο σου, μπαρμπα-Αράπη! -Καλή νύχτα, γερο-Αράααπη!»).

Όμορφες οι ξύλινες καλύβες· η ευφυής κατασκευή τους επιτρέπει να στήνονται και να ξεστήνονται εύκολα. Αποδοτική η ανακεφαλαίωση των κυριωτέρων σημείων της υπόθεσης στο τέλος της παράστασης.

Καλό σε γενικές γραμμές το παίξιμο των ηθοποιών. Ξεχωρίζουν ο Άρης Τρουπάκης σ’ όλους τους ρόλους που ερμηνεύει, η Κλεοπάτρα Μάρκου ως Δήμος και Δασοφύλακας, ο Γιώργος Φλωράτος ως Λάμπρος. Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης ενσαρκώνει έναν πειστικό κι αξιαγάπητο Φουντούλη. Ζητούμενο είναι ν’ απελευθερώσουν οι ηθοποιοί την ψυχή τους από βάρη ενηλικίωσης ώστε να ξαναγίνει παιδική, για να μπορέσουν να παίξουν κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο· όχι χαζοχαρούμενο. Μελωδική η πρωτότυπη μουσική του Θωμά Καραχάλιου, δένει με την υπόθεση του έργου και συνεπαίρνει τους θεατές. Πλούσιο το πρόγραμμα της παράστασης που επιμελήθηκε ο Θωμάς Παλυβός· πληρέστερο δεν γίνεται, καθώς εκτός από τους συντελεστές, περιλαμβάνει ένα κατατοπιστικό βιογραφικό του Παπαντωνίου και όλο το κείμενο των «Ψηλών βουνών», διανθισμένο με φωτογραφίες και σκίτσα από την παράσταση.

Πρόκειται για μια προσεγμένη δουλειά απ’ αρχής μέχρι τέλους που προσφέρει καλής ποιότητας ψυχαγωγία σε μικρούς και μεγάλους· ιδίως οι τελευταίοι την έχουν τόσο ανάγκη εξ αιτίας της δύσκολης καθημερινότητας που τους συνθλίβει.


 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη


Θέατρο Ακροπόλ – Παιδική Σκηνή 2015-2016
«Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου
Σκηνοθεσία–Προσαρμογή: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνικά & Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Πρωτότυπη Μουσική: Θωμάς Καραχάλιος
Χορογραφία: Δημήτρης Μαργαρίτης
Ψηφιακά Video: Νίκος Τσιμούρης
Κινούμενα Σχέδια: Βαγγέλης Σιγάλας
Σχεδιασμός Φωτισμού: Στέλλα Κάλτσου
Εκπαιδευτική Σύμβουλος: Ειρήνη Ιακώβου

Παίζουν: Δημήτρης Κουρούμπαλης, Άρης Τρουπάκης, Θανάσης Δόβρης, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Κλεοπάτρα Μάρκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Γιώργος Σύρμας, Παντελής Φλατσούσης, Γιώργος Φλωράτος
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου