Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Δημοτικά τραγούδια: η εκδίκηση και η τιμωρία


Τα δημοτικά τραγούδια μας προσφέρουν αν μη τι άλλο μια λεπτομερή εικόνα μιας ορισμένης (αγροτικής και κλειστής) κοινωνίας, ένα καθρέφτη λεπτών ισορροπιών ανάμεσα σε ανθρώπους και αξιακά συστήματα αιώνων. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων με συμβολικούς βασιλιάδες και ρηγάδες, στα κείμενα δεν εμφανίζεται άλλη εξουσία παρά η ισχύς της κοινωνικής ομάδας. Το δίκαιο τόσο ως έννοια όσο και ως πρακτική λειτουργία, βρίσκει την αφετηρία αλλά και την κατάληξή του στα στενά πλαίσια του κοινωνικού συνόλου.

Κοιτάζοντας για λίγο τα πράγματα από την αντίθετη σκοπιά, η αδικία παίρνει πολλές μορφές στα δημοτικά τραγούδια, με τον θάνατο να είναι η πλέον σταθερή και χαρακτηριστική ανά την Ελλάδα (η διατριβή του Guy Saunier εξαντλεί το θέμα σε περιγραφικό και σε συμβολικό επίπεδο). Η αντίληψη της εκδίκησης και της τιμωρίας όπως σκιαγραφείται στα κείμενα, αποτελεί το σύνολο των δρώμενων που έπονται της αδικίας. Το φάσμα είναι ευρύ: η εκδίκηση της νύφης που εγκαταλείφθηκε πριν τον γάμο της, η εκδίκηση του πατέρα που είδε τον γιο του μαγειρεμένο μπροστά του από την μοιχαλίδα σύζυγό του, η εκδίκηση του Κωνσταντή απέναντι στους απαγωγείς της γυναίκας του είναι κάποιες από τις περιπτώσεις όπου το δίκαιο και το αποδεκτό σύμφωνα με την κοινωνία οριοθετεί συμπεριφορές και υπαγορεύει δράση.

Άρα οι κανόνες δικαίου σαφώς και υπάρχουν, και ακολουθούνται με ακρίβεια και με συνέπεια, το ενδιαφέρον όμως ειναι ότι αποτελούν ένα καθαρό προϊόν της κοινωνίας. Δεν είναι ο –κατά τα άλλα αδιαμφισβήτητα παρών- Θεός, ούτε ο κλήρος, ούτε ο βασιλιάς αυτοί που στοιχειοθετούν τιμωρία και συνέπειες αλλά είναι κάτι που θα περιγράφαμε ως το κοινό αίσθημα δικαίου. Η πηγή λοιπόν της τιμωρίας δεν εντοπίζεται... άνωθεν, το αντίθετο μάλιστα. Το εκάστοτε θύμα δικαιώνεται από τους ομοίους του, και ο θύτης είναι αποκλειστικά υπόλογος στην κοινωνία. Η δε τιμωρία του ενόχου είναι σε κάθε περίσταση απογυμνωμένη από τα όποια αισθήματα σαδισμού που ενδεχομένως να περίμενε κανείς, και λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα την αποκατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας. Η περίπτωση της υπερβολικής τιμωρίας αποτελεί νέα, δευτερογενή θα λέγαμε, αδικία που με τη σειρά της επιφέρει κατακραυγή.

Δεν είναι πάντα εύκολο να ψηλαφήσει κανείς τα όρια και τις λεπτές ισορροπίες που συνήθως διέπουν την αλληλουχία μεταξύ του σφάλματος και της τιμωρίας που επιβάλλεται. Το θύμα και ο θύτης είναι συνδεδεμένοι τόσο στενά που συχνά τα όρια που θεωρητικά θα διαχώριζαν τις δύο πλευρές γίνονται ασαφή, κινούμενα, και οι ρόλοι αλλάζουν, πολλές φορές αντιστρέφονται. Ο λαϊκός ποιητής μεταφέροντας τα γεγονότα και διηγούμενος την ιστορία, αποτελεί το βαρόμετρο που διασφαλίζει κατά ένα τρόπο το αξιακό σύστημα μιας κοινωνίας τελικά τόσο ιδιάζουσας όσο αυτή που απεικονίζεται στα δημοτικά τραγούδια.

Η άπιστη μητέρα που δολοφόνησε το παιδί της:

(...)
-«Ελένη, φέρε μου ψωμί, να φάω και να φύγω».
Τα συκωτάκια του’βαλε να φάη ο πατέρας.
Το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει:
-«Αν είσαι Τούρκος φάε με, Ρωμιός κατάλυσέ με,
αν είσαι και πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με».
Και το σπαθί του τράβηξε, της πήρε το κεφάλι,
μεσ’στο τσουβάλι τό’βαλε, στο μύλο το πηγαίνει.
-«Άλεσε, μύλε μ’, άλεσε, της λυγερής κεφάλι,
για να τ’ακούν οι λυγερές, να μην το κάνη άλλη».[1]


Κρις Λιβανίου



[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Εκλογή, τ.Ι, σελ. 370-371, Αθήνα, 1962, 2000.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου