Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Παραδόσεις και κάλαντα του δωδεκαημέρου

Οι μέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων συμπίπτουν με τις χειμερινές τροπές του ηλίου, την περίοδο που η νύχτα έχει τη μικρότερη διάρκεια, τότε που βρισκόμαστε πλέον στην καρδιά του χειμώνα, που η γη ησυχάζει εκκολάπτοντας τους καρπούς της και οι άνθρωποι προετοιμάζονται ψυχικά για την επόμενη περίοδο, όταν οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν και πάλι.

Σύμφωνα με τις δοξασίες και τις προλήψεις των λαών της Ευρώπης, τις μέρες αυτές γύρω απ το χειμερινό ηλιοστάσιο και πριν τα Χριστούγεννα, οι άνθρωποι ήταν καλό να μην κυκλοφορούν τη νύχτα, έπρεπε να σφραγίζουν ερμητικά τις πόρτες τους μετά τη δύση του ήλιου, οι κοπέλες να αποφεύγουν τα νυχτέρια και ο νοικοκυρές να έχουν τελειώσει από νωρίς το πλάσιμο των χριστόψωμων, αλλά και οι λεχώνες να φυλάγουν καλά τα νεογνά τους. Ήταν καλό να αποφεύγονται τόποι απομονωμένοι όπως οι μύλοι που χτίζονταν έξω απ’ τα χωριά, κοντά σε χαράδρες και ποτάμια, ξύλα απ το δάσος δεν έπρεπε να κόβονται γιατί τα ξωτικά που κρύβονταν μακριά όλο το καλοκαίρι πλησίαζαν επικίνδυνα τις κατοικημένες περιοχές, ενώ σε κάποια ελληνικά νησιά πίστευαν ότι τα μαγικά πλάσματα ναυπηγούσαν καράβια και μάλιστα τα χτυπήματα από τις εργασίες τους ακούγονταν καθαρά. Καθώς περνούσαν οι μέρες των γιορτών μάλιστα, τα πλάσματα αυτά θεωρούνταν ενίοτε καλά και πιστευόταν ότι γέμιζαν με φλουριά τα αγγεία των γυναικών που πήγαιναν τέτοιες μέρες να φέρουν νερό από τα πηγάδια.

Κοινή ήταν η πεποίθηση,  ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, ότι το πυρ αποτελεί το καλύτερο αποτρεπτικό για την απομάκρυνση των ξωτικών και των διαφόρων δαιμόνων γι' αυτό και παντού τις μέρες αυτές άναβαν τεράστιες φωτιές με φρύγανα που συγκεντρώνονταν απ' το Σεπτέμβριο. Υπήρχε μάλιστα συναγωνισμός ανάμεσα στους νέους για το ποιος θα συγκεντρώσει τα περισσότερα φρύγανα και θα ανάψει την πιο μεγάλη φωτιά. Η άσβεστη εστία στο τζάκι θεωρούνταν ανέκαθεν απαραίτητη για την απομάκρυνση κάθε κακοποιού στοιχείου που θα εισχωρούσε στην οικία και συναφής ήταν η συνήθεια της καύσης ποσότητας αλατιού η ρεικιών που προκαλούσαν κρότο και θόρυβο ώστε να τρομάξουν οι δαίμονες. Η φλόγα πάντα θεωρούνταν ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, τη νύχτα ειδικά, καθώς αναπτερώνει το ηθικό του και ασκεί ευεργετική ψυχολογική επίδραση. Γι' αυτόν τον λόγο, σε μέρη όπως στην Κεφαλονιά πίστευαν ότι καθείς θα έπρεπε να φέρει μαζί του σπίρτα η αναπτήρα όταν βρίσκεται στο ύπαιθρο τη νύχτα ώστε να έχει την υποστήριξη του Αγγέλου της Φωτιάς.

Μια άλλη δοξασία αφορά το λάλημα του κόκορα που διώχνει τα δαιμόνια και φαίνεται ότι η παράδοση αυτή έχει τις ρίζες της στην Περσία, όπου ο κόκορας θεωρούνταν ιερό ζώο, καθώς προανήγγειλε την έλευση της ημέρας και αποτελούσε σύμβολο του φωτός και του ήλιου, ενώ συνόδευε και τις ψυχές κατά την κάθοδο τους στον Άδη.

Όλες αυτές οι παραδόσεις κατάφεραν να επιβιώσουν ανά τους αιώνες, αν και δέχτηκαν σκληρή κριτική από τους πατέρες της εκκλησίας, οι οποίοι έσπευδαν να καυτηριάσουν υπερβολές όπως τις χυδαίες μεταμφιέσεις, τις υπερβολικές οινοποσίες καθώς και κάποια βίαια έθιμα που αφορούσαν τη χρήση ροπάλων και τις επιθέσεις σε περαστικούς από ομάδες πανηγυριστών.

Τις μέρες των γιορτών, σύμφωνα με τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες αλλά και σύμφωνα με κάποιες δεισιδαιμονικές αντιλήψεις, τα ζευγάρια δεν έπρεπε να συνομιλούν ούτε να συνευρίσκονται γιατί το παιδί που τυχόν θα συλλαμβανόταν δεν θα είχε καλή εξέλιξη.

Πολλές από τις σημερινές συνήθειες των Χριστουγέννων φαίνεται να έχουν ρίζες πανάρχαιες, όπως για παράδειγμα το έθιμο της ανταλλαγής  δώρων την πρώτη μέρα του χρόνου, που ήταν μια αγαπημένη συνήθεια των Ρωμαίων. Ομοίως και ο στολισμός της αγοράς, τα τυχερά παιχνίδια, οι μεταμφιέσεις και οι οινοποσίες - όλα αυτά ήταν ήδη γνωστά από την αρχαιότητα καθώς και τα κάλαντα που ψέλνουν τα παιδιά στη διάρκεια του δωδεκάμερου. Παρακάτω παρατίθενται μερικά αποσπάσματα από ποντιακά κάλαντα, ίσως απ’ τα πιο αυθεντικά, ένα απ αυτά που τραγουδιόταν την παραμονή των Χριστουγέννων στην Κερασούντα:

Εσέναν πρέπ΄ αφέντη μου
ολόχρυσον κοντύλιν
τρουγιούλου γιούλου (γύρω γύρω) μάλαμαν
κι όλο μαργαριτάριν…


Και σε άλλη παραλλαγή:

Έξω σην αυλάν δένδρον εστάθεν (φύτρωσε)
δένδρον άκαυον (που δεν καίγεται) και κυπαρέσσι,
δερ’ ατ’ (το δέρνει) ο ήλον δέρ’ ατ’ ο αέρας
ρουζ’ νε τα’ άθια θε, μυρίζ’ αυλέαν (από την αυλή).
Εκατεβ’ αφκά σο σταυροστράτ’
Δαβαίν’ (περνούν) άλογα δαβαίν’ μουλάρια
χρυσοκάλυβα καλυβωμένα
(καλυβωμένα με χρυσά πέταλα)
σο κιφαλ’ ν ατουν χρυσόν τουλπάν’ έν’
και σα μέσα ‘τουν χρυσόν ζωστήραν,
χώρτσον κ’ έπαρεν ανεμοπόδ’ κα
(διάλεξε και πάρε ανεμοπόδαρα)
και χρυσοκαλυβωμένα.
Δέβα σο ταρέζ κ
 έλα σην πόρταν 
χα τσιρόπα χα μηλόπα,
χα ξερά κοκκυμελόπα
(να ξερά δαμάσκηνα).
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρα
θέλ’ νε ούβας (χουρμάδες) θέλ’ νε λεφτοκάρυα
.

Το βράδυ της παραμονής των Φώτων, ένα βράδυ που θεωρούνταν θαυμαστό γιατί πλησίαζε το τέλος των γιορτών, όλα τα πνεύματα βρίσκονταν σε έξαψη κι οι ζωντανοί έπρεπε να θυμηθούν τις ψυχές των πεθαμένων που ζητούσαν το μερτικό τους. Τραγουδούσαν:

Τα Φώτα θέλω το κερί μ
και την Ψυχού κοκκία (το Ψυχοσάββατο κόλλυβα)
και την Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρα.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: Ν. Πολίτου Παραδόσεις τόμος Α΄, Β’. Αρχείον Πόντου- Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

"Τα ψηλά βουνά" του Ζαχαρία Παπαντωνίου στο θέατρο Ακροπόλ

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) υπήρξε ποιητής, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, χρονογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και σκιτσογράφος. Διετέλεσε νομάρχης σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης φρόντισε για τον εμπλουτισμό της με έργα Ελλήνων ζωγράφων (όπως Γύζης, Παρθένης, Λύτρας, Θεοτοκόπουλος). Το 1923 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 αναγορεύθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Λογοτεχνίας. Υπερασπίστηκε με πάθος τη δημοτική γλώσσα· όταν ως Ακαδημαϊκός έκανε την πρώτη του ομιλία στη δημοτική, προκάλεσε αντιδράσεις.

«Τα ψηλά βουνά» εκδόθηκαν ως αναγνωστικό της Γ΄ τάξης του Δημοτικού την περίοδο 1917-18. Αποτελούν το πρώτο σχολικό αναγνωστικό γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Το βιβλίο υπακούει στα ζητούμενα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Βενιζέλου· γι’ αυτό περιέχει μηνύματα για την προαγωγή της κοινωνικής αλληλεγγύης, της κοινωνικής πειθαρχίας, των κοινοτικών έργων και του λαϊκού πολιτισμού (την εποχή εκείνη η Λαογραφία βρισκόταν σ’ έξαρση με επί κεφαλής τον Νικόλαο Πολίτη). Το βιβλίο γνώρισε περιπέτειες· το 1920, όταν ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές, η φιλοβασιλική κυβέρνηση αποφάσισε να το κάψει δημοσίως μαζί μ’ άλλα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Με τη μεταπολίτευση επανήλθε το 1974, για ένα μόνο σχολικό έτος. Από το 1917 έως το 1974 η απόσταση ήταν μεγάλη και πολλά είχαν αλλάξει στην κοινωνία· δυστυχώς «Τα ψηλά βουνά» δεν "μιλούσαν" πια στα παιδιά.

Είναι γραμμένα σε άμεση, ζωντανή γλώσσα και σ’ ένα ύφος που το διατρέχει η χάρη αλλά και η αφέλεια (naive). Η πλοκή και έκταση της αφήγησης είναι συνθετώτερη και μεγαλύτερη του διηγήματος, απλούστερη και μικρότερη του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας 25 παιδιών που μόλις έχουν τελειώσει το «Ελληνικό σχολείο» και αποφασίζουν με την άδεια των γονιών τους να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές στο Χλωρό της Ευρυτανίας. Ζουν μόνα τους πάνω στο βουνό, σε μια πρόχειρη κατασκήνωση που τους έφτιαξαν οι μεγάλοι. Μαθαίνουν να λειτουργούν σαν κοινότητα, ν’ αυτοεξυπηρετούνται, να προφυλάσσονται από διάφορους κινδύνους όπως άγρια ζώα και δύσκολα καιρικά φαινόμενα. Αρχίζουν να γνωρίζουν και ν’ αγαπούν το δάσος, εντυπωσιάζονται από τη ζωή των βλάχων, των τσοπάνηδων και γενικά όλων των βουνίσιων. Το βιβλίο διατρέχει μεγάλη φυσιολατρία και σεβασμός προς το δασικό οικοσύστημα. Ο συγγραφέας χωρίς να κάνει θρησκευτικό κήρυγμα, προπαγανδίζει την αγάπη προς την Ορθοδοξία: τα παιδιά εκκλησιάζονται σε γειτονικό χωριό, επισκέπτονται ένα μοναστήρι, θαυμάζουν την πάστρα, την εργατικότητα των καλογέρων, το περιβόλι του μοναστηριού με τα καρποφόρα δένδρα· παρακολουθούν τον εσπερινό, το απόδειπνο και τον όρθρο. Φεύγοντας το μοναστήρι τούς φαίνεται «σαν ένα άσπρο σπιτάκι μέσα σε δέντρα ήσυχα, μακριά από τον κόσμο».

Όμως «Τα ψηλά βουνά» κατηγορήθηκαν ότι προήγαν τον μπολσεβικισμό, επειδή τα παιδιά ζουν μόνα, χωρίς δάσκαλο ή γονιό, αυτοδιοικούνται και άρα είναι «αναρχικά». Από την άλλη, ενώ κυκλοφορούσαν τέτοιες κατηγορίες, το βιβλίο αγαπήθηκε από τους μαθητές του 1917. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι σε σχολεία όπου όλες μαζί οι τάξεις έκαναν μάθημα, όταν η Γ΄ είχε ανάγνωση, σταματούσαν οι μαθητές των άλλων τάξεων κάθε δραστηριότητα για ν’ ακούσουν τη συνέχεια. Ήταν δηλ. σαν ένα σίριαλ της εποχής.

Ο συγγραφέας θεώρησε σωστό ν’ αφιερώσει το βιβλίο «στην ιερή μνήμη» του πατέρα του, δημοδιδασκάλου Λάμπρου Παπαντωνίου, ο οποίος πέθανε λίγο προτού «Τα ψηλά βουνά» εκδοθούν. Στο βιβλίο ο Λάμπρος ενσαρκώνει ένα προκομμένο, δεκάχρονο τσοπανόπουλο που οδηγεί μόνο του πάνω από 200 γίδια, διψάει για γράμματα και επιδεικνύει μεγάλη έφεση προς αυτά. Θα εξελιχθεί σ’ έναν εμπνευσμένο δάσκαλο που θ’ αφήσει όνομα στην περιοχή, καθώς θα διδάσκει τα παιδιά άλλοτε κάτω από δέντρα άλλοτε πάνω σε λόφους, στον ήλιο και στον καθαρό αέρα. Θα τα μάθει τη ζωή των δέντρων, των πουλιών, πώς ζουν οι αγελάδες, τα πρόβατα, τα γίδια, οι κότες. Τις καθαρές αστροφεγγιές θα τους ονομάζει τ’ άστρα. Και τέλος θα τα μάθει να γράφουν όσα βλέπουν στον κόσμο κι όσα έχουν στο νου και στην ψυχή τους.

Κάθε παιδί είναι κι ένας διαφορετικός χαρακτήρας: άλλο λαίμαργο, άλλο ονειροπόλο, άλλο ευπτόητο, άλλο θαρραλέο· όλα όμως είναι καλόψυχα, ομονοούν, δρουν συλλογικά και αναπτύσσουν συντροφικότητα. Νικούν τις ανόητες δεισιδαιμονίες των αμόρφωτων χωρικών και επιδεικνύουν θαυμασμό, αγάπη και σεβασμό προς τη φύση. Ο συγγραφέας προπαγανδίζει την προστασία του δάσους από φωτιά, τσεκούρι, υπερεκμετάλλευση και ανεξέλεγκτη βοσκή· γιατί το δάσος «ζει και μας χρησιμεύει, πεθαίνει και μας χρησιμεύει» (εννοεί: ξυλεία, κάρβουνα). «Όπως οι άνθρωποι, έτσι και τα δέντρα ζουν πολλά μαζί και βοηθούν το ένα τ’ άλλο. Ενωμένα πολεμούν το βαρύ χειμώνα και το καυτερό καλοκαίρι. Ενωμένα μεγαλώνουν, κάνουν μεγάλους κορμούς και πετούν δυνατά κλαριά». Τα πληγωμένα πεύκα με την ελάχιστη φλούδα φαίνονται σαν «κρεμασμένο σφαχτό». Θα πέσουν από τον πρώτο αέρα ή θα ξεραθούν γιατί δεν θα έχουν πια χυμό. Κι όμως «έτσι σακατεμένα δροσίζουν τους ανθρώπους, το φυσικό τους είναι να κάνουν καλό, δεν αλλάζει».

Η ιστορία ενός αλόγιστου εκμεταλλευτή που ξέκανε το μεγαλύτερο πεύκο για ρετσίνι και ξύλα, η κατάρα του δένδρου και η κατάντια του εκμεταλλευτή να τριγυρνά σε ξερολίβαδα, να διψά και να μη βρίσκει σταλιά να δροσιστεί, να τον καίνε τα καλοκαίρια και να τον παγώνουν οι χειμώνες ώσπου σωριάζεται νεκρός, είναι από τις πιο δυνατές. Συγκλονίζουν οι στίχοι που οι μαθητές κάποτε αποστήθιζαν: «-Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιατί, γιατί; -Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης και περπατεί. Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά· να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά! -Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο το σπλαχνικό, που ’ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι και στο βοσκό; Φρύγανο και κλαρί του πήρες και τις δροσιές, και το ρετσίνι του ποτάμι απ’ τις πληγές. Σακάτης ήτανε κι ολόρθος ως τη χρονιά, που τον εγκρέμισες για ξύλα, Γιάννη φονιά!» Τι καλό θα έκαναν αν ακούγονταν αυτοί οι στίχοι, κάθε φορά που το ελληνικό κοινοβούλιο ψηφίζει δασοκτόνους νόμους!

Σημαντικές παρακαταθήκες του συγγραφέα αποτελούν ακόμη: «Όποιος κάνει εκείνο που πρέπει, δεν έχει να φοβηθεί κανένα», «Την αντίσταση όλοι τη φοβούνται. Ο μαντρόσκυλος είχε να κάμει με παιδί που υπερασπίζει τη ζωή του», «Έχε την ευχή μου κι άκου τί θα σου πω: Να γίνεις καλός άνθρωπος. Να ’χεις τιμή και να κρατάς τον λόγο σου».

Στόχος του σκηνοθέτη Βασίλη Μαυρογεωργίου ήταν να μετατρέψει ένα σχολικό αναγνωστικό σε θεατρικό έργο που θα ξετυλίγεται πάνω στη σκηνή ως κλασικό εικονογραφημένο. Έτσι, τα λιτά σκηνικά της παράστασης εμπλουτίζονται με ψηφιακές προβολές από κινούμενα σχέδια, τα οποία βασίζονται στα αυθεντικά σκίτσα και ζωγραφιές του βιβλίου. Οι κινήσεις και τα λόγια των ηθοποιών εναρμονίζονται με τις ψηφιακές εικόνες, με αποτέλεσμα οι θεατές (μικροί και μεγάλοι) ν’ απολαμβάνουν την πληρέστερη δυνατή απεικόνιση όσων εξιστορούνται.

Η προσαρμογή του κειμένου σε θεατρικό δρώμενο είναι αρκετά καλή. Μπορούν να επισημανθούν κάποιες ελλείψεις ή τροποποιήσεις που καλό θα ήταν να είχαν αποφευχθεί· πάντως, το πνεύμα του συγγραφέα δεν έχει προδοθεί. Η συγκινητική ιστορία της Βρύσης, η οποία συμπληρώνει το σκηνικό καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν έπρεπε να παραλειφθεί. Η κατασκευή της διδάσκει τη φιλανθρωπία, γενναιοδωρία και έμπρακτη αγάπη προς τη φύση, η οποία ανταποκρίνεται πάντα στο καλό, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με το θέριεμα ενός πλατανιού. Το επεισόδιο με τον λύκο δείχνει εξωπραγματικό, καθώς παρουσιάζει ένα σκυλί να τα βάζει μ’ αυτόν. Η αφήγηση του Παπαντωνίου είναι πολύ πιο φυσική και ρεαλιστική, καθώς περιγράφει πώς πολεμούν τρία σκυλιά να διώξουν έναν πεινασμένο γερόλυκο· το ένα μάλιστα πληγώνεται βαριά. Κατά τη γνώμη μου, καλύτερα να διαγραφεί από την παράσταση παρά να δημιουργεί σε παιδιά ψεύτικες ή επικίνδυνες εντυπώσεις ότι αν βρεθούν αντιμέτωπα στο δάσος μ’ ένα αγρίμι, αρκεί να έχουν μαζί τους κάποιο σκυλάκι και θα σωθούν!

Ευγένεια φανερώνει η απαλοιφή των χαρακτηρισμών «Αράπης» και «Αραπόβραχος». Μόνο που η αντικατάστασή τους από το υποτονικό «Γίγαντας» ή «Βράχος του Γίγαντα» δεν πολυπείθει. Καλύτερα να χρησιμοποιηθούν οι χαρακτηρισμοί «Στοιχειό» και «Στοιχειωμένος Βράχος», επειδή εγείρουν περισσότερο φόβο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Παπαντωνίου μετά την ανακάλυψη της αλήθειας για τον «Αραπόβραχο», βάζει τα παιδιά να φέρονται ευγενικά, γεμάτα καλοσύνη στον «Αράπη» («-Να βάλεις το σκούφο σου, μπαρμπα-Αράπη! -Καλή νύχτα, γερο-Αράααπη!»).

Όμορφες οι ξύλινες καλύβες· η ευφυής κατασκευή τους επιτρέπει να στήνονται και να ξεστήνονται εύκολα. Αποδοτική η ανακεφαλαίωση των κυριωτέρων σημείων της υπόθεσης στο τέλος της παράστασης.

Καλό σε γενικές γραμμές το παίξιμο των ηθοποιών. Ξεχωρίζουν ο Άρης Τρουπάκης σ’ όλους τους ρόλους που ερμηνεύει, η Κλεοπάτρα Μάρκου ως Δήμος και Δασοφύλακας, ο Γιώργος Φλωράτος ως Λάμπρος. Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης ενσαρκώνει έναν πειστικό κι αξιαγάπητο Φουντούλη. Ζητούμενο είναι ν’ απελευθερώσουν οι ηθοποιοί την ψυχή τους από βάρη ενηλικίωσης ώστε να ξαναγίνει παιδική, για να μπορέσουν να παίξουν κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο· όχι χαζοχαρούμενο. Μελωδική η πρωτότυπη μουσική του Θωμά Καραχάλιου, δένει με την υπόθεση του έργου και συνεπαίρνει τους θεατές. Πλούσιο το πρόγραμμα της παράστασης που επιμελήθηκε ο Θωμάς Παλυβός· πληρέστερο δεν γίνεται, καθώς εκτός από τους συντελεστές, περιλαμβάνει ένα κατατοπιστικό βιογραφικό του Παπαντωνίου και όλο το κείμενο των «Ψηλών βουνών», διανθισμένο με φωτογραφίες και σκίτσα από την παράσταση.

Πρόκειται για μια προσεγμένη δουλειά απ’ αρχής μέχρι τέλους που προσφέρει καλής ποιότητας ψυχαγωγία σε μικρούς και μεγάλους· ιδίως οι τελευταίοι την έχουν τόσο ανάγκη εξ αιτίας της δύσκολης καθημερινότητας που τους συνθλίβει.


 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη


Θέατρο Ακροπόλ – Παιδική Σκηνή 2015-2016
«Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου
Σκηνοθεσία–Προσαρμογή: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνικά & Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Πρωτότυπη Μουσική: Θωμάς Καραχάλιος
Χορογραφία: Δημήτρης Μαργαρίτης
Ψηφιακά Video: Νίκος Τσιμούρης
Κινούμενα Σχέδια: Βαγγέλης Σιγάλας
Σχεδιασμός Φωτισμού: Στέλλα Κάλτσου
Εκπαιδευτική Σύμβουλος: Ειρήνη Ιακώβου

Παίζουν: Δημήτρης Κουρούμπαλης, Άρης Τρουπάκης, Θανάσης Δόβρης, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Κλεοπάτρα Μάρκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Γιώργος Σύρμας, Παντελής Φλατσούσης, Γιώργος Φλωράτος
 

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

"Φοβ" της Στέλλας Βοσκαρίδου και "Ασκήσεις απωλείας" της Δέσποινας Δεμερτζή


Έχουν μαζευτεί τόσα βιβλία για τα οποία θέλω να γράψω... Κάποια χρονίζουν από το καλοκαίρι. Αποφάσισα λοιπόν να τα πιάνω δυο–δυο, όπως σήμερα.

Το πρώτο είναι το Φοβ – Υπογλώσσιο νυχτερινό της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου. Άρχισα να το διαβάζω και στην αρχή νόμιζα πως θα είναι κάτι γλυκερό. Σκόνταψα, βλέπετε,  πάνω στις λέξεις «δειλινόδεντρα» και «φεγγαρινή» και σε κάτι ακατάληπτα «διδώ-ω και δα-α και δέω δέω δέω» και είπα: ωχ! Όσο όμως συνέχιζα να διαβάζω και οι σελίδες προχωρούσαν, τόσο περισσότερο ήθελα να συνεχίσω την ανάγνωση, να δω κι άλλες εικόνες, κι άλλες υπέροχες μεταφορές. To Φοβ είναι μια πανέμορφη, επώδυνη μα όμορφη ιστορία, διατυπωμένη πότε σαν ποίημα, πότε σαν πεζό και πότε σαν θεατρικό έργο. Αν με ρωτήσετε όμως, θα επιμείνω ότι πρόκειται 100% για ποίηση.

Το Φοβ, όπως λέει η ίδια η ποιήτρια, έχει να κάνει με την άρθρωση όσων φοβόμαστε. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σύνδεση του φοβ με το μωβ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόσχημα στη θέση του φόβ(ου) – για να καταφέρει τελικά να διαπεράσει και να βάψει τα πάντα...Υπάρχουν επίσης κάποιες εικόνες που λειτουργούν ως light motifs και διατρέχουν το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος: τα δειλινόδεντρα, τα σύκα και τα άλογα. Η επανάληψή τους δημιουργεί τεχνηέντως μια ραχοκοκαλιά που ενισχύει την ένταση του συνολικού αποτελέσματος. Δεν λείπουν οι έντονες παρηχήσεις, κυρίως του φ και του δ που επίσης βοηθούν στην αποτύπωση του μηνύματος του βιβλίου στον νου του αναγνώστη.

Μικρό σε μέγεθος και διαστάσεις, αλλά τεράστιο σε φρόνημα και παράστημα. Αυτό είναι το Φοβ.

Ένα μικρό δείγμα από το «Κεφάλαιο τέταρτο»:

Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου
και δεν θα στάζει πια γάλα
μονάχα γράμματα
δως ‘μου το φι μαμά μου
δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη
Όχι το φι μωρό μου
είσαι μικρό ακόμα
Όχι το φι

Μια τέτοια νύχτα
θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου
όλα τα φι
και να λες
δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα
πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις


Το δεύτερο βιβλίο είναι οι Ασκήσεις απωλείας της Δέσποινας Δεμερτζή. Είχα την τύχη να ακούσω την ποιήτρια να διαβάζει αποσπάσματα στο φετινό 34ο Συμπόσιο Ποίησης στο Πανεπιστήμιο Πάτρας – λέω την τύχη, επειδή ήταν από τις σπάνιες φορές που άκουσα ποιητή να διαβάζει τόσο ωραία τα ποιήματά του.

Η συλλογή πραγματεύεται την απώλεια, την οποία προσπαθεί να υπερβεί μέσω του υγρού στοιχείου. Το νερό διαπερνά και πλημμυρίζει όλη τη συλλογή. Στο διάβα του παρασύρει τις μνήμες, τους φόβους αλλά και τα όνειρα. Πέρα από την απλή αναφορά στο υδάτινο στοιχείο, η Δεμερτζή έχει φυτέψει παντού υπέροχες παρηχήσεις των υγρών συμφώνων ενώ οι λέξεις της σφυροκοπούν τον νου του αναγνώστη ξανά και ξανά, δημιουργώντας ανάγλυφα νοήματα.

Χειμαρρώδης λόγος, σχεδόν ιλιγγιώδης, που ωστόσο δεν ξεφεύγει ποτέ ούτε δημιουργεί κοιλιά, γεμάτος εκπληκτικές εικόνες και βαθιά νοήματα. Λόγος μεστός, με πληρότητα που αξιώνει τον ειλικρινή σεβασμό του αναγνώστη. Ένα αξιοσημείωτο βιβλίο, από τα λίγα πραγματικά καλά ποιητικά βιβλία που κυκλοφορούν.

Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το ποίημα «Η μνήμη του νερού»:

Δεν ξέρει η μικρή Μαρία όσα κρύβει η θάλασσα
τη βαθμιαία καταβύθιση της κούκλας σε βυθούς απρόσιτους
αργή κατάδυση, με οδηγό αμυδρή ακτίνα διαθλώμενη ως τα βάθη
το βούλιαγμά της, απαλό μέχρι τον ύπνο
αλλόκοτα κυανοπράσινα τοπία διασχίζοντας
και προσπερνώντας πλάσματα προϊστορικά κεκοιμημένα
τριήρεις, καραβέλες, ποντισμένα υπερωκεάνεια,
χαμένους γιους ανήξερων μανάδων απροσμέτρητους,
φαντασματώδεις σκελετούς επιβατών ναυαγισμένων κιβωτών,
χορείες καθευδουσών μορφών στην άκρα κοίτη των υδάτων
μέχρι την άηχη προσγείωση στην άμμο
ανάμεσα σε μοβ κοράλλια και θαλάσσιες ανεμώνες
στη σκοτεινότερη των περιοχών


Συστήνω και τα δύο βιβλία ανεπιφύλακτα!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, μια ελάχιστα γνωστή ποιήτρια

Γεννημένη στη Λευκάδα το 1886 και όχι στη δεκαετία του ’90, όπως με διάφορες παραλλαγές αναφέρεται, η Δίπλα-Μαλάμου ανήκει στην, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται, λογοτεχνική γενιά του ’10. Μεγαλωμένη σε ένα λόγιο περιβάλλον –ο πατέρας της ήταν γιατρός με σοβαρά φιλολογικά και λογοτεχνικά ενδιαφέροντα και η μητέρα της ασχολούνταν με τη ζωγραφική- θα αποκτήσει από πολύ μικρή κλίση προς τα γράμματα. Κατά δήλωσή της «πρωτοέγραψε στίχους, λίαν μελαγχολικούς, σε ηλικία δώδεκα ετών, κι άρχισε να δημοσιεύει σε παιδικά περιοδικά». Στη συνέχεια, θα συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, ανάμεσα στα οποία τα Παναθήναια, η Πινακοθήκη και ο Νουμάς. Εκτός από τις δύο ποιητικές συλλογές της (Στο διάβα μου, 1922 και Οι δρόμοι της ζωής, 1955) εξέδωσε επίσης ένα βιβλίο με μεταφράσεις ποιημάτων του Μπωντλαίρ, τις οποίες, όπως και τα περισσότερα ποιήματα της δεύτερης συλλογής, είχε γράψει και κατά ένα μέρος δημοσιεύσει τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
 
Η ποίηση της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου έχει αποτιμηθεί ως ποίηση της γυναικείας ευαισθησίας και της ζωγραφικής ενάργειας των φυσικών εικόνων, ως ποίηση των λεπτών αισθημάτων και του χαμηλόφωνου λυρισμού. Κατά γενική κριτική ομολογία, συνδυάζει τη λυρικότητα και τη μουσικότητα της Επτανησιακής Σχολής (της οποίας και θεωρείται από τους τελευταίους επίγονους) και την αδρότητα των ηπειρώτικων δημοτικών τραγουδιών και της ποίησης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Ρυθμισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ίαμβο και αυστηρά έμμετρη (με μια προτίμηση προς την αξιοποίηση της τετράστιχης στροφής με σταθερά ομοιοκατάληκτα σχήματα), η ποίηση της Δίπλα-Μαλάμου έχει ταυτιστεί από την κριτική με τη συχνή χρήση του δεκαπεντασύλλαβου στίχου, στίχου που, ωστόσο, αν και υπερτερεί σαφώς ποσοτικά στην πρώτη της συλλογή, εν τέλει ισορροπεί με τη χρήση του ενδεκασύλλαβου στη δεύτερη. Τα ποιήματά της μπορούν grosso modo να διακριθούν σε πέντε, συχνά συμπληρωματικές, θεματικές περιοχές: πρόκειται για τα ποιήματα που εμπνέονται από τη δημοτική και λαογραφική παράδοση, τα φυσιολατρικά ποιήματα, τα πολεμικά και κατοχικά ποιήματα, τα ποιήματα της έλξης του θανάτου και, τέλος, τα ερωτικά.

Οι δύο τελευταίες κατηγορίες ποιημάτων, οι οποίες είναι και οι πλέον πετυχημένες στο σύνολο ποιητικό της έργο, συνδέονται με την προβολή του ποιητικού εγώ και παρουσιάζουν μια αντίρροπη κι ωστόσο παραπληρωματική έλξη της ποιητικής φωνής, από τη μια προς την εκμηδένιση (η λέξη «εκμηδενισμός» απαντά και ως τίτλος τετραστίχου στους Δρόμους της ζωής), και από την άλλη προς την άφεση στη διονυσιακή ηδονή. Η διπλή αυτή έλξη προς τον έρωτα και τον θάνατο είναι σαφώς εμπνευσμένη από τη μπωντλαιρική μαθητεία της ποιήτριας. Κάποτε οι δύο ροπές οδηγούν στοιχισμένες σε έναν (νεανικό) «Θάνατ[ο] γλυκ[ό ]» (Στο διάβα σου) ή στον ώριμο «Ερωτικό χαμό» (Οι δρόμοι της ζωής).
 

Μάρα Ψάλτη
 
 
Παρακολουθήστε απόσπασμα από σχετικό ντοκιμαντέρ:
 
 
 

Διαβάστε και ένα χαρακτηριστικό ποίημά της:
 

Βράδι

Πώς κατεβαίνει θαμπό το βράδι
αλαφροπάτητο και βουβό.
Άπιαστα γύρω μου πλέκονται μάγια,
χωνεύει μέσα μου κάτι ακριβό.
Ψυχές τα δέντρα συλλογισμένες,
μουρμούρα πράα στα πράα νερά.
Τ’ αποσταμένο του κορμί ξαπλώνει
πλατύς ο δρόμος, και τρυφερά
όλα αγγιγμένα απ’ την άγιαν ώρα
γλυκανασαίνουν-παιδιού καρδιά.
Μέσα στα μάτια μου, μέσ την ψυχή μου,
βουνού βελούδο, πεύκου ευωδιά…
κι έτσι μονάχη, ζωής μια στάλα
στον όλων μέσα το θείο χαμό,
κάτι απ’ το τρέμισμα νοιώθω του φύλλου
κάτι απ’ τον κρύφιο της γης παλμό.


Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία και ένα διήγημά της μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο «Άτεχνος».


ΥΓ. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το άρθρο «Του πόθου αρρωστημένη – όψεις της ερωτικής επιθυμίας στην ποίηση της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου» της Μάρας Ψάλτη, το οποίο δημοσιεύεται στην τρέχουσα Athens Review of Books (τεύχος 68, Δεκέμβριος 2015). Η Μάρα Ψάλτη είναι φιλόλογος, υποψήφια διδάκτωρ νεοελληνικής φιλολογίας. Το ποίημα είναι αναδημοσίευση από τον ιστότοπο «Γραφείον».

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

"Το χαμένο κλειδί του έρωτα" του Νίκου Πιλάβιου

Τον Νίκο Πιλάβιο τον θυμάμαι από παιδάκι. Τον έβλεπα στην τηλεόραση να αφηγείται παραμύθια με τον δικό του μοναδικό τρόπο, προσπαθώντας να μας πείσει, με τα ατελή τεχνικά μέσα της εποχής, ότι πετάει στον ουρανό. Όταν είδα το όνομά του στην ποιητική συλλογή Το χαμένο κλειδί του έρωτα, αναρωτήθηκα αν πρόκειται για το ίδιο άτομο – μέχρι που σύντομα διαπίστωσα ότι ήταν πράγματι το ίδιο. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Αργότερα, αφού διάβασα τη συλλογή, επιβεβαίωσα ότι ο Πιλάβιος παραμένει κορυφαίος αφηγητής και διαπίστωσα ότι, με τα χρόνια, οι – προφανώς αδιάκοπες - προσπάθειές του να πετάξει του εξασφάλισαν ένα καλό αποτέλεσμα (θα καταλάβετε σύντομα τι εννοώ).

Η συλλογή δεν είναι ελεύθερη, αντιθέτως: μας παραδίδεται «παντρεμένη». Τα ποιήματα συνοδεύονται από αποσπάσματα ομιλιών, συνεντεύξεων ή κειμένων του Τζιντού Κρισναμούρτι με σκέψεις του τελευταίου πάνω στον έρωτα. Για κάποιον που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη στα πιστεύω του βουδισμού, όπως εγώ, είναι ένας ακαταμάχητος συνδυασμός τέχνης και φιλοσοφίας. Ακόμη όμως και για κάποιον που δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με εγχώρια ή αλλότρια δόγματα, η συλλογή προσφέρει ένα εξαιρετικό έναυσμα για εμβάθυνση στη φύση του έρωτα, τα παράδοξά της, αλλά και για μια ρηξικέλευθη θεώρησή της απαλλαγμένη από οποιαδήποτε μορφή κτητικότητας και προσκόλλησης.

Θα πείτε ίσως ότι, αν είναι έτσι, ο Νίκος Πιλάβιος θα μπορούσε να είχε γράψει φιλοσοφικό δοκίμιο αντί για ποίηση: θα έφερνε έτσι τους μυημένους σε έδαφος πιο οικείο για εκείνους. Όμως όχι: θέλησε να γράψει ποιήματα. Και η δική μου άποψη είναι πως έπραξε καλά. Αν λειτουργούσαν σωστά τα πράγματα με την ποίηση στην Ελλάδα (και, πολύ περισσότερο, αν λειτουργούσε οτιδήποτε σωστά στην Ελλάδα), θα απευθυνόταν σε ένα κοινό που δεν θα είχε την ευκαιρία να προβληματιστεί πάνω στα θεμέλια του έρωτα με άλλον τρόπο. Από την αρχαιότητα, άλλωστε, η ποίηση εμπεριείχε και μια διδακτική συνιστώσα.

Η αντίστιξη των ποιημάτων με τα σπαράγματα από το έργο του Κρισναμούρτι λειτουργεί ενισχυτικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο, ομοιογενές μίγμα αισθημάτων, αισθήσεων και ψευδαισθήσεων, από το οποίο προβάλλουν δειλά μα τρανταχτά η αλήθεια και αυτή η ιδιαίτερη γαλήνη που περιβάλλει τη βουδιστική θεώρηση των πραγμάτων. Φθάνοντας στο τέλος της συλλογής, δεν μπορείς παρά να νιώσεις ότι τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους σωστά και ότι ο κόσμος ορθώς λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί: είναι στο χέρι μας να βγούμε από το ποτάμι, αν το θέλουμε.

Όσον αφορά τα ποιήματα αυτά καθεαυτά, το επίπεδό τους είναι πολύ καλό. Ο Ν. Πιλάβιος καταθέτει τη μαρτυρία του, απαγκιστρωμένη από το προσωπικό του βίωμα: σαν κάτι που μας αφορά όλους. Από την άλλη, τα ποιήματα έχουν ειδικό βάρος και ακόμη ειδικότερο βάθος, προσφέροντάς μας αυτό που περιμένουμε από την ποίηση: μια γωνιά να ξαποστάσει η ψυχή μας και να κατανοήσουμε κάτι δικό μας.

Τι γλυκιά απελπισία που έχει αυτή η στιγμή!
Και πόσο ηδονικά βουλιάζουν και οι δύο μέσα της!
Χωρίς επίγνωση της κάποιας γελειότητάς της.
Ειλικρινείς ήρωες ενός δράματος
που δεν υπάρχει στ’ αλήθεια.


Συγκλονιστικά είναι τα ποιήματα «Εικονική πραγματικότητα» και «Ένας έρωτας που πέταξε στο άπειρο». Το ατού όμως της συλλογής δεν βρίσκεται σε μεμονωμένα ποιήματα ή επιμέρους τμήματά της: βρίσκεται στην ιδιότυπη ενότητα που δημιουργεί το πάντρεμα της τέχνης με τη φιλοσοφία. Το πείραμα του Ν. Πιλάβιου με την αντίστιξη ποίησης και φιλοσοφικών κειμένων στέφθηκε με επιτυχία.

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

"Οντισιόν" της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Διάβασα την «Οντισιόν». Σε άκουσα, Ασημίνα Ξηρογιάννη.
Η φωνή σου έφτασε σ’ εμένα καθαρή, δυνατή, απλή και παραπονεμένη. Το σπονδυλωτό σου μονόπρακτο είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναβάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Δεμένη κι εσύ, αιχμάλωτη σ’ ένα μαγεμένο χώρο, τραβάς την κουίντα και βρίσκεσαι απ’ το σανίδι ως το φουαγιέ, απ’ τη ράμπα μέχρι τον εξώστη, οπουδήποτε, αρκεί ν’ ανασαίνεις - να μεταλαβαίνεις τον αέρα του θεάτρου. Ζεις μέσα σ’ αυτό τον ζωοδότη χώρο, αλλά αδυνατείς να συνυπάρξεις με τις μικρότητες των μικρών, τις ζήλειες των ζηλόφθονων.

Απαρνείσαι εμφατικά την σαθρή αποδοχή του συρφετού που λυμαίνεται ό,τι αγαπάς. Των φαύλων που αναζητούν ήθος μέσα στα όρια της ανεκτικότητας του κοινού, γιατί οι ίδιοι δεν έχουν. Αυτών που έχοντας χάσει την ταυτότητά τους, προσπαθούν να παραμένουν ζωντανοί μέσα στην αλλοτρίωση, τον ευτελισμό και την υποκρισία. Αυτών που κατέληξαν θύματα της λάμψης που επεδίωκαν να αγγίξουν.

Την ύστατη ώρα όμως που ξεστομίζεις «θέατρο τέλος», πατάς ήδη στις μύτες των ποδιών σου, σηκώνεσαι ψηλότερα και το βλέμμα σου συναντά την δική μου αγωνία. Τώρα είμαστε δύο. Ίσως περισσότεροι. Σ’ ευχαριστώ, καλόν αγώνα.

Κατερίνα Πεσταματζόγλου



Υ.Γ. Ένας υπάλληλος τραπέζης που κάνει τον κύκλο του στα φώτα της δημοσιότητας, ο νέος που συνθλίβεται σε μια τυπική οντισιόν, οι ελάχιστες ευκαιρίες που δίνονται στον ξεκομμένο από κυκλώματα, οι «απαιτούμενες» θυσίες για να ταιριάξει κάποιος τη ζωή του στις απαιτήσεις του φιλόδοξου ηθοποιού, ο ευτελισμός και η γελοιότητα που βαφτίζονται «τέχνη» στον βωμό της πρωτοτυπίας, η αγωνία για ένα ρόλο και η «προθυμία» του ηθοποιού να συμπορευθεί με τις όποιες απαιτήσεις του σκηνοθέτη είναι θέματα που αναπτύσσονται με τρόπο ξεχωριστό στην «Οντισιόν». 

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη μέσα από έξι διαφορετικά μονόπρακτα που συναντώνται στην αγάπη για το θέατρο και στηλιτεύουν κάποια από τα προβλήματα που το ταλανίζουν, δίνει μια καλή ευκαιρία στους νέους ηθοποιούς να πάρουν μια γεύση από τα επερχόμενα και στους παλιούς θεατράνθωπους, που -συνολικά- ορίζουν την θεατρική πραγματικότητα, να κάνουν μια ουσιαστική υπέρβαση. Από τις εκδόσεις vakxikon, 2015.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

φάκελος "θέατρο του παραλόγου" - μια εισαγωγή

Το στίγμαΛόγου ανοίγει έναν νέο φάκελο-αφιέρωμα στο θέατρο του παραλόγου. Το αφιέρωμα θα βασιστεί σε κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στο τεύχος 72 του λογοτεχνικού περιοδικού "Ομπρέλα". Αντί εισαγωγής, ξεκινάμε με ένα απόσπασμα από το κείμενο της Άννας Μιχαηλίδη "Ο Επιστάτης του Χάρολντ Πίντερ":


Με τον όρο "Θέατρο του Παραλόγου" ή "Le Theatre de l' Absurde" αναφερόμαστε σε συγκεκριμένα έργα γραμμένα από έναν αριθμό, Ευρωπαίων βασικά, θεατρικών συγγραφέων στις δεκαετίες του 1940, 1950 και 1960. Ο όρος αυτός επινοήθηκε από τον κριτικό Μάρτιν Έσσλιν, ο οποίος τον χρησιμοποίησε ως τίτλο σ'  ένα βιβλίο ου έγραψε για το θέμα αυτό.

Το Θέατρο του Παραλόγου θεωρείται ότι κατάγεται από τον Νανοϊσμό, ανόητη ποίηση και αβάν-γκαρντ τέχνη των δεκαετιών 1920 και 1930. Ωστόσο, το είδος αυτό του θεάτρου που το συναντάμε και με τους όρους "Αντι-θέατρο" και "Νέο-θέατρο", έγινε δημοφιλές μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο όπου η ανθρώπινη ζωή ήρθε αντιμέτωπη μ'  ένα μέλλον αβέβαιο, απειλητικό και ά-λογο. Η επικοινωνία των ανθρώπων έγινε δύσκολη καθώς η αμοιβαία εμπιστοσύνη, οι διαβεβαιώσεις για ειρήνη και το αίσθημα ασφαλείας φάνταζαν ως μεγάλα ψέματα.

Στην πράξη το θέατρο του παραλόγου ξεφεύγει από τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες, καταστάσεις και ό,τι είναι συνδεδεμένο με θεατρικές συμβάσεις. Ο χρόνος και ο τόπος είναι ρευστά και η βασική αιτιότητα συχνά καταρρέει. Ο διάλογος είναι συνήθως επαναληπτικός ή χωρίς νόημα και κυριαρχεί γενικά μια δραματική ασυνέπεια. Ο Μάρτιν Έσσλιν διατυπώνει: Το θέατρο του Παραλόγου αγωνίζεται να εκφράσει τη λογική του για τον παραλογισμό της ανθρώπινης συνθήκης και την ανεπάρκεια της ορθολογικής προσέγγισης μέσω της ανοικτής εγκατάλειψης των ορθολογικών τεχνασμάτων και της α-συνεχούς πράξης.

Πάντως σήμερα, στην εποχή της επικοινωνίας και της τεχνολογικής αυτοτέλειας, το Θέατρο του Παραλόγου δεν είναι μια παράλογη περιπέτεια. Αντίθετα είναι η καθημερινότητα της μικροαστικής κοινωνίας μας, όπου η ακατάσχετη φλυαρία κινδυνεύει να καταβάλλει τη σκέψη! Και όπως επισημαίνει ο Παύλος Μάτεσις, αυτό το είδος θεάτρου είναι στην εποχή μας, το κατεξοχήν ρεαλιστικό θέατρο, επειδή αποτελεί το πλέον ρεαλιστικό σχόλιο πάνω στη (μη) λογική της καθημερινής ζωής.

Το Θέατρο του Παραλόγου άνθησε στο Μεταπολεμικό Παρίσι με τις Δούλες του Ζαν Ζενέ το 1947, τη Φαλακρή Τραγουδίστρια του Ευγένιου Ιονέσκο το 1950 και τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ το 1952. Άλλοι συγγραφείς που σχετίζονται με το κείμενο αυτό είναι οι:  Άρθουρ Αντάμοβ, Φερνάρντο Αρραμπάλ, Έντουαρντ Άλμπυ, Τομ Στόπαρντ, Φρίντριχ Νρύρενματ, Χάρολντ Πίντερ. (...)

Άννα Μιχαηλίδη
Θεατρολόγος

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Χαμένοι στη μετάφραση;

«Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση», γράφει ο Robert Frost και ίσως αυτός ο αφορισμός να μας φαίνεται υπερβολικός, αλλά το σίγουρο είναι πως ένα ποίημα δεν μπορεί να μεταφερθεί σε μια γλώσσα διαφορετική από αυτή, που γράφτηκε χωρίς να χάσει μέρος της αισθητικής του. Όμως, διαβάζοντας πολλές μεταφράσεις ποιημάτων, που έγιναν τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε ότι πολλές φορές πέρα από την αισθητική, στην οποία δεν δίνεται πλέον καμιά σημασία, χάνεται και το νόημα. Ψάχνουμε για ώρες να βρούμε τι θέλει να πει ο ποιητής και καταλήγουμε χαμένοι στη μετάφραση.

Το πρώτο, που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι: Μεταφράζεται η ποίηση; Η ποίηση δεν μεταφράζεται, αλλά παραφράζεται. Το μεγάλο λάθος πολλών νεότερων μεταφραστών ποίησης είναι ότι μεταφράζουν το ποίημα λέξη προς λέξη. Όμως, κάθε γλώσσα έχεις τις δικές της ιδιαιτερότητες. Μια λέξη, που σε μια γλώσσα είναι εύηχη και ποιητική σε μια άλλη μπορεί να χαλάσει το νόημα τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα το ποίημα. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για μοντέρνα ποίηση, που πολλές φορές ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει το νόημα στη μητρική του γλώσσα. Ο μεταφραστής θα πρέπει να αποδώσει το νόημα, τουλάχιστον, όπως θα φαινόταν στη μητρική γλώσσα του αναγνώστη και να μην τον δυσκολέψει περισσότερο.

Όσον αφορά την αισθητική, μπορούμε να πούμε ότι στις περισσότερες νεότερες μεταφράσεις ποίησης απουσιάζει εντελώς. Κάπου στο διαδίκτυο διαβάσαμε ένα ποίημα του Paul Verlaine, που στα γαλλικά κάνει όμορφες παρηχήσεις και ακούγεται σαν μουσική ή σαν νερό, που κελαρύζει. Στην ελληνική μετάφραση δεν χάνονται μόνο οι παρηχήσεις, αλλά απουσιάζει και η ομοιοκαταληξία σε μια προσπάθεια του μεταφραστή να εκμοντερνίσει τον Verlaine. Το αποτέλεσμα είναι ένα ποίημα ανούσιο χωρίς ρυθμό σαν απλή και πεζή παράθεση λέξεων. Για να είναι άρτια αισθητικά η μετάφραση ενός ποιήματος, πρέπει ο μεταφραστής να έχει πολύ καλή σχέση με την ποίηση. Αν είναι και ο ίδιος ποιητής ακόμα καλύτερα. Ένα ποίημα, που μεταφράζεται στα ελληνικά θα πρέπει να αρέσει αισθητικά όπως θα άρεσε ένα ελληνικό ποίημα. Αν δεν αρέσει σημαίνει ότι ο μεταφραστής έχει αποτύχει. Ταυτόχρονα, δείχνει και έλλειψη σεβασμού προς τους παλιότερους ποιητές η προσπάθεια μιας εκμοντερνισμένης μετάφρασης, με απαλοιφή του μέτρου και της ρίμας.

Τα τελευταία χρόνια παρά τις άπειρες κακές μεταφράσεις ποιημάτων, που έχουν κυκλοφορήσει, υπάρχουν και λίγες καλές μεταφραστικές προσπάθειες, που σέβονται τον δημιουργό και αξίζουν την προσοχή μας. Αναφέρουμε μία πρόσφατη έκδοση μεταφρασμένης ποίησης, που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ως δείγμα καλής μετάφρασης: την ερωτική ποιητική ανθολογία «Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω» σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Vakxikon.gr. Τέτοιου είδους καλές μεταφράσεις μας δίνουν ελπίδες ότι θα μπορούμε να γνωρίσουμε την ποίηση πέρα από τα σύνορα χωρίς τελικά να χαθούμε στη μετάφραση.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος



Παραθέτουμε μία όμορφη μετάφραση από το βιβλίο «Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω»:


Σονέτο 3

Κοιτάξου στον καθρέφτη σου και πες στο είδωλό σου
πως ήρθε η ώρα είδωλο κι εκείνο ν’ αποκτήσει.
Το έργο αυτό, αν άστοχα, δεν θεωρείς δικό σου,
μια μάνα έχεις καταραστεί, τον κόσμο εξαπατήσει.
Γιατί, ποια θα ‘ναι η τόσο αγνή και τόσο ξιπασμένη,
που θ’ αρνηθεί στη μήτρα της μια στιβαρή εργασία;
Τι θα ‘ναι αυτός που αγάπησε τον τάφο του και στέλνει
εκεί από εγωισμό μια ωραία δυναστεία;
Καθρέφτης της μητέρας σου είναι κι αυτή εντός σου
ανακαλεί τα δροσερά, τα ωραία της πρωτάτα.
Έτσι, μπρος στο παράθυρο κι εσύ των γερατειών σου
θα βλέπεις τις ρυτίδες σου να σφύζουν από νιάτα.
Αν δεν γεννήσεις την ωραία μνήμη των ημερών σου
απλά, μια μέρα θα χαθείς μαζί με το είδωλό σου.


Ουίλιαμ Σαίξπηρ


ΥΓ.: Περαιτέρω απόψεις για τη μετάφραση της ποίησης δείτε εδώ και εδώ.

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Η σημασία των δημοτικών τραγουδιών στη σύγχρονη ποίηση

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Καραντώνη (σύντομο βιογραφικό και φωτογραφία του βλ. δεξιά στο Κάτι για εμάς/Αρθογράφοι) με τίτλο "Η κατάσταση των πραγμάτων -  πενήντα άρθρα", στο οποίο συγκεντρώνονται όλα τα άρθρα του (εκτός των κριτικών σημειωμάτων) που έχουν δημοσιευθεί από το 1984 μέχρι σήμερα.



Η σημασία των δημοτικών τραγουδιών στη σύγχρονη ποίηση

Η τεράστια αξία που έχουν τα αθάνατα και αγέραστα δημοτικά τραγούδια μας από εθνική, εθνογραφική, λαογραφική, φυλετική, ιστορική, λογοτεχνική και κυρίως ποιητική άποψη είναι από όλους, Έλληνες και ξένους, καλλιτέχνες και επιστήμονες, παλιότερους και νεότερους, παραδεδεγμένη και πολυσυζητημένη, ώστε δεν πιστεύω πως θα είχε κάποιος να προσθέσει κάτι το πραγματικό καινούργιο και ενδιαφέρον στα τόσα πολλά που έχουν γραφτεί και ειπωθεί σχετικά. Προσωπικά θεωρώ ότι τα δημοτικά μας τραγούδια είναι ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει η ποίηση στην Ελλάδα εδώ  και τρεις χιλιάδες χρόνια. Και ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση είναι για την Ελλάδα σπουδαία υπόθεση, είναι, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, η κατεξοχήν ελληνική τέχνη.

Το θέμα μου όμως τώρα είναι άλλο: Η σημασία που έχουν τα δημοτικά τραγούδια για τη σύγχρονη ποίηση και η σπουδαιότητα που μπορεί να έχει για ένα μοντέρνο ποιητή η συστηματική ανάγνωσή τους και η βαθιά μελέτη τους. Δεν είμαι, φυσικά, ο πρώτος που έχει επισημάνει το πόσα μοντέρνα στοιχεία έχουν πολλά από τα δημοτικά τραγούδια μας, τόσο ως σύλληψη όσο και ως πραγμάτωση (βλέπε π.χ. Γιώργου Σεφέρη, "Διάλογος πάνω στην ποίηση", περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, τεύχος 8-9, 1938, αναδημοσιευμένο τόσο στις Δοκιμές του Σεφέρη, όσο και στο βιβλίο Ένας διάλογος για την ποίηση, Εκδόσεις Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1975, ή την ανακοίνωση στο 4ο Συμπόσιο Ποίηση στην Πάτρα, που έγινε 6-8 Ιουλίου 1984, του Έκτορα Κακναβάτου, με τίτλο "Στοιχεία υπερρεαλιστικής προβολής στο δημοτικό μας τραγούδι", δημοσιευμένη στο περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 27, Φλεβάρης 1985). Και φυσικά έχει επισημανθεί ήδη η άμεση ή έμμεση επίδραση των δημοτικών τραγουδιών σε ποιητές τόσο παραδοσιακούς (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Κρυστάλλης, Γρυπάρης κ.λπ.) όσο και μοντέρνους (Νίκος Γκάτσος ή μερικοί νέοι ποιητές).

Πραγματικά, η καταπληκτική γλωσσική ενάργεια, η τέλεια χρήση της γλώσσας, η άρτια τεχνική τους, η αριστουργηματική δόμηση, οι αφάνταστα δυνατές ποιητικές εικόνες κ.λπ., όχι μόνο δεν έχουν χάσει τίποτα με τον καιρό, αλλά απεναντίας δίνουν ακόμα και σήμερα πολύτιμα μαθήματα σε πολλούς για το τι είναι ποίηση και για το πώς πρέπει να γράφεται ένα ποίημα, από το πιο παραδοσιακό μέχρι το πιο μοντέρνο. Ταυτόχρονα, όλα αυτά τα προτερήματα που έχουν τα δημοτικά τραγούδια μας  λύνουν με τον καλύτερο τρόπο μια σειρά ζητήματα που τόσο πολύ απασχολούν ορισμένους, όπως π.χ. για τη στράτευση στην τέχνη, για το λογικό και το άλογο στοιχείο στην ποίηση, για τη σχέση μορφής και περιεχομένου, για το εθνικό και το διεθνικό, για το επίκαιρο και το αιώνιο, για το προσωπικό και το πανανθρώπινο κ.λπ., κ.λπ. Δε δίνω παραδείγματα διότι ειλικρινά βρίσκομαι σε αδυναμία για κάτι τέτοιο αφού, αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια έχουν στον έναν ή στον άλλο βαθμό όλες ή μερικές από τις ιδιότητες και τις αρετές που προανέφερα. Ένα απλό ξεφύλλισμα μιας οποιασδήποτε ανθολογίας δημοτικών τραγουδιών πείθει και τον πιο δύσπιστο για του λόγου το αληθές.

Δύο λοιπόν είναι τα συμπεράσματα από τα όσα συνοπτικά πιο πάνω αναφέρθηκαν: Πρώτο, τα δημοτικά μας τραγούδια είναι πολύ πιο μοντέρνα και ως ιδέα και ως πραγμάτωση αυτής της ιδέας, δηλαδή τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως μορφή, από πολλά ποιήματα, τα οποία μόνο κατ' επίφαση είναι μοντέρνα. Δεύτερο και κυριότερο, καλό θα ήταν αν πολλοί σημερινοί ποιητές μας και ιδιαίτερα νέοι ασχοληθούν επισταμένως και διαβάσουν με προσοχή αυτά τα αξεπέραστα αριστουργήματα της λαϊκής μας μούσας. Έχουν να ωφεληθούν και να διδαχτούν πολλά πράγματα που είναι απαραίτητα και για τους ίδιους και για τα ποιήματα που γράφουν. Διότι το δημοτικό μας τραγούδι, "εκτός από το μνημείο του λόγου το σημαντικότερο της νεοελληνικής γλώσσας, αποτελεί και ένα τεράστιο μάθημα στιχουργικής", όπως πολύ σωστά παρατηρεί η Τατιάνα Σταύρου (βλέπε "Το δημοτικό τραγούδι ως έκφραση", περιοδικό Νέα Σκέψη, Δεκέμβρης 1983, τεύχος 249). Και όχι μόνο για τους παραδοσιακούς ποιητές, αλλά και για τους μοντέρνους, συμπληρώνω εγώ. Κυρίως, μάλιστα, για τους τελευταίους.

Γιώργος Καραντώνης
Απρίλιος 1985

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο Παναγιώτης Παναγάκης επιλέγει νέες μουσικές κυκλοφορίες (3)

Mozart Arias/Christian Gerhaher, Freiburger Barockorchester, Gottfried Von der Goltz/Sony Classical

«Ντον Τζιοβάνι», «Οι γάμοι του Φίγκαρο», «Έτσι κάνουν όλες» και, τέλος, ο «Μαγικός αυλός». Πρόκειται βέβαια για τις τελευταίες αριστουργηματικές και πασίγνωστες όπερες του Wolfgang Amadeus Mozart, που εδώ και πάνω από 200 χρόνια αποτελούν τμήμα του βασικού ρεπερτορίου όλων των μεγάλων λυρικών θεάτρων του κόσμου.  Όμως πίσω από την σπουδαία μουσική του Mozart υπάρχει ο ικανότατος λιμπρετίστας Lorenzo da Ponte, ο άνθρωπος που έστηνε αριστοτεχνικά την πλοκή και «έπλαθε» τους χαρακτήρες του έργου. Τέτοιους ρόλους ερμηνεύει στο τελευταίο του cd ο Christian Gerhaher, ίσως ο πιο σημαντικός βαρύτονος των ημερών μας. Στα ίχνη του μεγάλου Dietrich Fischer-Dieskau, ο Γερμανός καλλιτέχνης, με την τέλεια τεχνική και το εξαιρετικής ομορφιάς ηχόχρωμα φωνής, ερμηνεύει με γνώση και ευαισθησία πολύ γνωστές -κλασσικές θα λέγαμε- άριες του Mozart. Τον συνοδεύει η Freiburger Barockorchester, η οποία ερμηνεύει και την 36η συμφωνία του συνθέτη (γνωστή σαν συμφωνία «Λίντς»). Τι άλλο να ζητήσει κανείς εκτός από τον επόμενο δίσκο του Gerhaher!



10 Years Solo Live/Brad Mehldau/Nonesuch

Ο Brad Mehldau κατέχει ένα σπάνιο προνόμιο: κατά (εντελώς!) γενική ομολογία θεωρείται ο πιο σημαντικός και ολοκληρωμένος πιανίστας που έχει εμφανιστεί στο χώρο της jazz τα τελευταία 20 χρόνια. Γεννημένος το 1970, έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να επηρεάσει πάρα πολλούς νέους πιανίστες και ταυτόχρονα να έχει συνεργαστεί με κορυφαίες προσωπικότητες της jazz όπως ο Pat Metheny, o Michael Brecker, ο Charlie Haden, αλλά και με τις πασίγνωστες από το χώρο της όπερας τραγουδίστριες Rene Fleming και Anne Sofie von Otter. Τη φήμη του ο Mehldau  την «έκτισε» με το πιανιστικό του τρίο (The Art of the Trio), καθώς και τις σόλο ηχογραφήσεις του. Στο τελευταίο τετραπλο cd του, έχει επιλέξει να μας παρουσιάσει δείγματα από τις σόλο εμφανίσεις που έκανε τα τελευταία 10 χρόνια. Στον μαγικό αρμονικό και μελωδικό κόσμο του συναντάμε δικές του συνθέσεις, διασκευές πασίγνωστων ποπ και ροκ τραγουδιών (από τους Pink Floyd μέχρι τους Beatles και τους Radiohead), συνθέσεις του Thelonius Monk, του John Coltrane, standards αλλά και τη μουσική του Johannes Brahms. Ο τρόπος που αυτοσχεδιάζει είναι μοναδικός (η «ανεξαρτησία» των δυο χεριών θυμίζει έργα του Bach) ενώ η απαράμιλλη τεχνική του συγκρίνεται μόνο με αυτή του Keith Jarrett! Δεν υπάρχουν λόγια...


Mahler Symphonie Nr 6/Symphonieorchester des Bayerischen Rundfunks, Daniel Harding/BR Classik

 Η 6η συμφωνία του Gustav Mahler είναι γνωστή και σαν «τραγική». Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή: το 1904, σε μια μάλλον εξαιρετικά καλή περίοδο της προσωπικής και επαγγελματικής του ζωής (έχοντας παντα δίπλα του την γυναίκα-femme fatale Alma Mahler), ο συνθέτης ολοκληρώνει τη συμφωνία που περιλαμβάνει στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της τρία πολύ δυνατά χτυπήματα στα κρουστά, ένα είδος αυτοβιογραφικής προφητείας για τις ατυχίες που θα τον βρούν λίγα χρόνια αργότερα. Πεθαίνει η μεγάλη του κόρη, υποχρεώνεται σε παραίτηση από τη διεύθυνση της Όπερας της Βιέννης και ταυτόχρονα οι γιατροί του διαγνώσκουν σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Τα τρία χτυπήματα της μοίρας... Το έργο έχει καταγραφεί σαν μια κορυφαία συμφωνική δημιουργία, η οποία συνδέει με μοναδικό τρόπο την υστερομαντική περίοδο του τέλους του 19ου αιώνα με τα μουσικά ρεύματα του 20ού αιώνα. Ο Βρετανός Dαniel Harding διευθύνει μια από τις καλύτερες ορχήστρες στον κόσμο, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, σε μια ισορροπημένη ερμηνεία που αναδεικνύει και φωτίζει όλες τις λεπτομέρεις μιας εξαιρετικά σύνθετης παρτιτούρας. Από την υπέροχη μελωδία του πρώτου μέρους (θεωρείται ένα είδος μουσικής ερωτικης επιστολής στην Alma), το μελωδικότατο Andante moderato του δεύτερου και το απαιτητικό φινάλε, ο Harding σε αυτή τη ζωντανή ηχογράφηση δικαιώνει όσους τον θεωρούν μια ήρεμη και ανερχόμενη δύναμη στο χώρο της κλασσικής μουσικής.

 Παναγιώτης Παναγάκης

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Δημοτικά τραγούδια: η εκδίκηση και η τιμωρία


Τα δημοτικά τραγούδια μας προσφέρουν αν μη τι άλλο μια λεπτομερή εικόνα μιας ορισμένης (αγροτικής και κλειστής) κοινωνίας, ένα καθρέφτη λεπτών ισορροπιών ανάμεσα σε ανθρώπους και αξιακά συστήματα αιώνων. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων με συμβολικούς βασιλιάδες και ρηγάδες, στα κείμενα δεν εμφανίζεται άλλη εξουσία παρά η ισχύς της κοινωνικής ομάδας. Το δίκαιο τόσο ως έννοια όσο και ως πρακτική λειτουργία, βρίσκει την αφετηρία αλλά και την κατάληξή του στα στενά πλαίσια του κοινωνικού συνόλου.

Κοιτάζοντας για λίγο τα πράγματα από την αντίθετη σκοπιά, η αδικία παίρνει πολλές μορφές στα δημοτικά τραγούδια, με τον θάνατο να είναι η πλέον σταθερή και χαρακτηριστική ανά την Ελλάδα (η διατριβή του Guy Saunier εξαντλεί το θέμα σε περιγραφικό και σε συμβολικό επίπεδο). Η αντίληψη της εκδίκησης και της τιμωρίας όπως σκιαγραφείται στα κείμενα, αποτελεί το σύνολο των δρώμενων που έπονται της αδικίας. Το φάσμα είναι ευρύ: η εκδίκηση της νύφης που εγκαταλείφθηκε πριν τον γάμο της, η εκδίκηση του πατέρα που είδε τον γιο του μαγειρεμένο μπροστά του από την μοιχαλίδα σύζυγό του, η εκδίκηση του Κωνσταντή απέναντι στους απαγωγείς της γυναίκας του είναι κάποιες από τις περιπτώσεις όπου το δίκαιο και το αποδεκτό σύμφωνα με την κοινωνία οριοθετεί συμπεριφορές και υπαγορεύει δράση.

Άρα οι κανόνες δικαίου σαφώς και υπάρχουν, και ακολουθούνται με ακρίβεια και με συνέπεια, το ενδιαφέρον όμως ειναι ότι αποτελούν ένα καθαρό προϊόν της κοινωνίας. Δεν είναι ο –κατά τα άλλα αδιαμφισβήτητα παρών- Θεός, ούτε ο κλήρος, ούτε ο βασιλιάς αυτοί που στοιχειοθετούν τιμωρία και συνέπειες αλλά είναι κάτι που θα περιγράφαμε ως το κοινό αίσθημα δικαίου. Η πηγή λοιπόν της τιμωρίας δεν εντοπίζεται... άνωθεν, το αντίθετο μάλιστα. Το εκάστοτε θύμα δικαιώνεται από τους ομοίους του, και ο θύτης είναι αποκλειστικά υπόλογος στην κοινωνία. Η δε τιμωρία του ενόχου είναι σε κάθε περίσταση απογυμνωμένη από τα όποια αισθήματα σαδισμού που ενδεχομένως να περίμενε κανείς, και λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα την αποκατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας. Η περίπτωση της υπερβολικής τιμωρίας αποτελεί νέα, δευτερογενή θα λέγαμε, αδικία που με τη σειρά της επιφέρει κατακραυγή.

Δεν είναι πάντα εύκολο να ψηλαφήσει κανείς τα όρια και τις λεπτές ισορροπίες που συνήθως διέπουν την αλληλουχία μεταξύ του σφάλματος και της τιμωρίας που επιβάλλεται. Το θύμα και ο θύτης είναι συνδεδεμένοι τόσο στενά που συχνά τα όρια που θεωρητικά θα διαχώριζαν τις δύο πλευρές γίνονται ασαφή, κινούμενα, και οι ρόλοι αλλάζουν, πολλές φορές αντιστρέφονται. Ο λαϊκός ποιητής μεταφέροντας τα γεγονότα και διηγούμενος την ιστορία, αποτελεί το βαρόμετρο που διασφαλίζει κατά ένα τρόπο το αξιακό σύστημα μιας κοινωνίας τελικά τόσο ιδιάζουσας όσο αυτή που απεικονίζεται στα δημοτικά τραγούδια.

Η άπιστη μητέρα που δολοφόνησε το παιδί της:

(...)
-«Ελένη, φέρε μου ψωμί, να φάω και να φύγω».
Τα συκωτάκια του’βαλε να φάη ο πατέρας.
Το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει:
-«Αν είσαι Τούρκος φάε με, Ρωμιός κατάλυσέ με,
αν είσαι και πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με».
Και το σπαθί του τράβηξε, της πήρε το κεφάλι,
μεσ’στο τσουβάλι τό’βαλε, στο μύλο το πηγαίνει.
-«Άλεσε, μύλε μ’, άλεσε, της λυγερής κεφάλι,
για να τ’ακούν οι λυγερές, να μην το κάνη άλλη».[1]


Κρις Λιβανίου



[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Εκλογή, τ.Ι, σελ. 370-371, Αθήνα, 1962, 2000.