Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

"Μνήμη σχεδόν πλήρης" του Λεωνίδα Κακάρογλου

Τριάντα ποιήματα, σύντομης έκτασης ως επί το πλείστον, απαρτίζουν την συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου Μνήμη σχεδόν πλήρης. Στα τριάντα αυτά ποιήματα ο ποιητής επιχειρεί να ιχνηλατήσει την σύνδεση και την αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε ένα Εγώ και ένα Εσύ που σε μια δεδομένη χρονική στιγμή έπαψαν να αποτελούν οντότητα. Ταυτόχρονα, αυτή η συλλογή καταπιάνεται με το πέρασμα του χρόνου, του διαφοροποιημένου χρόνου εννοώ, αυτού που άρχισε να μετράει την στιγμή που το σύνολο αποτελούμενο από το εγώ και το εσύ διασπάστηκε για να συνεχίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πορεύεται σε διαφορετικές τροχιές.

Υπάρχει σταθερή σκέψη και ευθύς λόγος στημένος σε ένα ακριβές λεξιλόγιο, όπου η πρωτοτυπία γεννιέται από τα μη αναμενόμενα πλησιάσματα των λέξεων και των σκέψεων. Και ενώ οι λέξεις σχηματίζουν απτά περιγράμματα καταστάσεων και συνθηκών, οι συγκερασμοί τους διαγράφουν το οριακά ανομολόγητο: τι συμβαίνει σε δύο ανθρώπους που μέχρι πρότινος αποτελούσαν ένα σύνολο την στιγμή που αυτή η ένωση διαρρηγνύεται. Το πέρασμα του χρόνου είναι ένα παράδοξο εφαλτήριο ψηλάφησης της καινούριας πραγματικότητας και ο ποιητής καταφέρνει, αν όχι να τον εξημερώσει, τουλάχιστον να συνυπάρξει μαζί του χωρίς να φοβάται. Προσεγγίζει τις αναμνήσεις του ως αφορμές όχι περισυλλογής αλλά επικοινωνίας, όχι αποκλειστικά με το άλλο άτομο αλλά και με τον εαυτό του, με τα όριά του και τις ανάγκες με τις οποίες πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος.

Αυτό που αποτελεί ίσως τον πιο ισχυρό άξονα αυτής της συλλογής είναι η χαρτογράφηση μιας πορείας, παραδόξως με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Σαν να έχουν όλα ειπωθεί, αλλά τα κενά να μένουν εκεί, ανοιχτά και εκτεθειμένα στα μάτια του ήρωα: ίσως η κάθαρση να προκύψει από την μετουσίωση της όποιας θλιψης σε μια νοσταλγία χωρίς πίκρα. Τα ποιήματα που απαρτίζουν την Μνήμη σχεδόν πλήρης δείχνουν σαν κωδικοποιημένα στιγμιότυπα της ζωής του ήρωα (είναι πάντα τόσο δύσκολο και ακόμα περισσότερο επικίνδυνο, να ταυτίζει κανείς το εγώ στα κείμενα με τον ίδιο τον ποιητή...), εξ ου και μια ορατή εσωστρέφεια. Δεν ξέρω αν είναι κέρδος ή αν αντίθετα βαραίνει το σύνολο ένας τόσο εσωτερικός διάλογος, υποθέτω ότι παραμένει πάντα ένα ρίσκο και έγκειται στον αναγνώστη να σταθεροποιήσει ή όχι τους δεσμούς που χρειάζεται.

Υπάρχει η αίσθηση του τετελεσμένου ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν αναφέρεται, και η αναζήτηση (μέσω της μνήμης) της γεύσης που αφήνει ο έρωτας που έχει τελικά προ πολλού τελειώσει. Η μνήμη φαίνεται να είναι ο κατεξοχήν χώρος που παγώνει ο χρόνος και τα γεγονότα, πραγματικά ή μη, ακινητοποιούνται εκεί που ο ποιητής, ή ο ήρωας, το Εγώ εν πάση περιπτώσει, βρίσκει καταφύγιο και ξανασυναντιέται με ό,τι χάθηκε, με την ανάμνησή του.


Κρις Λιβανίου


Κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:





ΤΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ[1]

Κοιμάμαι με το φως αναμμένο
Λένε πως διώχνει τα άσχημα όνειρα
Και θρυμματίζει το σκοτάδι του δωματίου
Σε μικρά κομμάτια αναμνήσεων
Που ταξιδεύουν τη σιωπή
Να γίνει αντίλαλος
Στους λεκιασμένους τοίχους
Οι φωνές
Στα όνειρα έμειναν



ΚΙΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ[2]


Έβρεξε μια κίτρινη βροχή
Παλιοί καημοί
Στη λασπωμένη νύχτα
Κι η μνήμη
Φωτογραφία που κάηκε

Βαδίζω στην άκρη
Μετέωρων υποσχέσεων
Ανείπωτων λέξεων
Και μιας τρυφερής ελπίδας
Που αχνοφέγγει



ΝΑΫΛΟΝ[3]


Όπου και να κοιτάξω βλέπω το ανάλαφρο
     περπάτημά σου
Σα να έφυγαν οι ημερομηνίες από τα ημερολόγια
Κι ο χρόνος να κόλλησε
Στις λεπτομέρειες ενός υγρού απογέματος

Όπου και να κοιτάξω βλέπω το ανάλαφρο
     περπάτημά σου
Και μνημονεύω την τύχη
Που σου χάρισα
Το νάυλον αδιάβροχο
Να μαζεύεις τη βροχή
Για να ξεδιψάς από το λίγωμα του χρόνου

Σαν χθες
Ήταν


[1] Σελ. 14.
[2] Σελ. 28.
[3] Σελ. 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου