Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

«Σώματα» του Χάρη Γαντζούδη και «Διαδρομές» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

«Σώματα» του Χάρη Γαντζούδη
Τα Σώματα είναι ένα πολύ μικρό ποιητικό βιβλίο, τόσο σε σχήμα όσο και σε έκταση, αφού περιέχει μόλις δέκα ποιήματα. Στο εμπνευσμένο εισαγωγικό σημείωμα, ο ποιητής Χρήστος Δασκαλάκης αναφέρει ότι πρόκειται για «μια σιωπηλή προσευχή για όλα εκείνα τα κορμιά που θα έπρεπε να είναι ενωμένα, για εκείνες τις ψυχές που έπρεπε να πορεύονται παρέα». Σε απόδειξη των πολλών αναγνώσεων που μπορεί να έχει μια ποιητική συλλογή, η γνώμη μου διαφέρει: πρόκειται μάλλον για έναν εσωτερικό μονόλογο-θρήνο ο οποίος, καίτοι διατυπώνεται ταπεινόσχημα, είναι ιδιαιτέρως ηχηρός.

Στη λιγοστή έκταση που καταλαμβάνει η συλλογή, το ποιητικό υποκείμενο καταφέρνει να βάψει τον έρωτα στα χρώματα της μοναξιάς (καλωσορίζεις τη μοναξιά πλάι σου./ Νιώθεις καλά μαζί της./ Ίσως γιατί την ξέρεις/ ίσως γιατί της μοιάζεις πια),της απόγνωσης (Πνίγηκα./ Μαζί και οι επιθυμίες μου), ακόμη και του θανάτου (Μια προσμονή/ και δυο σώματα σε αποσύνθεση). Δεν λείπουν οι κοινοτοπίες (π.χ. θα σέρνομαι πλάι σου, το μέλλον αβέβαιο), αλλά ούτε και οι λαμπρές στιγμές: Ευτυχία που κρατά μέχρι (...) να ξημερώσει μοναξιά.

Δεδομένης της συναισθηματικής έντασης που "βράζει" κάτω από τους στίχους, έχω την αίσθηση ότι αν ο κ. Γαντζούδης δεν προσπαθούσε να γράψει ποιητικά και απλώς έγραφε για να εκτονωθεί, θα είχαμε μια εξαιρετική ποιητική συλλογή.



«Διαδρομές» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

 
Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι 

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.



Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Δύο ποιήματα της Ίνγκριντ Γιόνκερ

Η Ίνγκριντ Γιόνκερ (Ingrid Jonker,1933-1965) ήταν Νοτιοαφρικανή ποιήτρια. Συχνά αποκαλείται «Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ», λόγω της έντασης των ποιημάτων της και της τραγικής κατάληξης της ταραχώδους ζωής της: όταν πνίγηκε, τη νύχτα της 18ης Ιουλίου 1965, ήταν μόλις 31 ετών. Είχε εκδώσει μέχρι τότε δύο ποιητικές συλλογές. Η τρίτη της συλλογή εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 1966. Έγραψε στα αφρικάανς, τα ποιήματά της όμως μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες.Παρόλο που άφησε πίσω της μικρό έργο, άσκησε μεγάλη επίδραση στην ποίηση και τον πολιτισμό των Αφρικάνερ, δηλ. των Ολλανδικής καταγωγής κατοίκων της Νότιας Αφρικής. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατό της, έγινε αντικείμενο λατρείας στη Νότια Αφρική και γνωστή παγκοσμίως. Έχουν γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της.

Ακολουθούν δύο ποιήματά της με την ελληνική τους μετάφραση:



On all faces

On all faces of all people
always your eyes the two brothers
the event of yourself and the unreality
of this world

All sounds repeat your name
all buildings think it and the posters
the typewriters guess it and the sirens echo it
every birth cry confirms it and the renunciation
of this world

My days search for the vehicle of your body
my days search for the shape of your name
always before me in the path of my eyes
and my only fear is reflection
that wants to change your blood into water
that wants to change your name into a number
and to deny your eyes like a memory



Σε όλα τα πρόσωπα

Σε όλα τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων
πάντα τα μάτια σου τα δύο αδέρφια
το γεγονός του εαυτού σου και η ουτοπία
αυτού του κόσμου

Όλοι οι ήχοι λένε ξανά και ξανά το όνομά σου
όλα τα κτήρια το σκέφτονται και οι αφίσες
οι γραφομηχανές το μαντεύουν και οι σειρήνες το επαναλαμβάνουν
το κλάμα κάθε νεογέννητου το επιβεβαιώνει και η αποκήρυξη
αυτού του κόσμου

Οι μέρες μου γυρεύουν το όχημα του κορμιού σου
οι μέρες μου γυρεύουν το σχήμα του ονόματός σου
πάντα μπροστά μου στη διαδρομή των ματιών μου
και ο μόνος μου φόβος είναι η αντανάκλαση
που θέλει να κάνει το αίμα σου νερό
που θέλει να κάνει το όνομά σου αριθμό
και να αρνηθεί τα μάτια σου σαν να ΄ταν ανάμνηση



The child who was shot dead by soldiers in Nyanga

The child is not dead
the child raises his fists against his mother
who screams Africa screams the smell
of freedom and heather
in the locations of the heart under siege

The child raises his fists against his father
in the march of the generations
who scream Africa scream the smell
of justice and blood
in the streets of his armed pride

The child is not dead
neither at Langa nor at Nyanga
nor at Orlando nor at Sharpeville
nor at the police station in Philippi
where he lies with a bullet in his head

The child is the shadow of the soldiers
on guard with guns saracens and batons
the child is present at all meetings and legislations
the child peeps through the windows of houses and into the hearts of mothers
the child who just wanted to play in the sun at Nyanga is everywhere
the child who became a man treks through all of Africa
the child who became a giant travels through the whole world

Without a pass


Το παιδί που σκοτώθηκε από πυροβολισμό στη Νυάνγκα*

Το παιδί δεν είναι νεκρό
το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά της μητέρας του
που ουρλιάζει Αφρική ουρλιάζει τη μυρωδιά
της ελευθερίας και της ερείκης**
στα μέρη της καρδιάς υπό κατάληψη

Το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά του πατέρα του
στην παρέλαση των γενεών
που ουρλιάζουν Αφρική ουρλιάζουν τη μυρωδιά
της δικαιοσύνης και του αίματος
στους δρόμους της ένοπλης περηφάνιας του

Το παιδί δεν είναι νεκρό
ούτε στη Λάνγκα ούτε στη Νυάνγκα
ούτε στο Ορλάντο ούτε στο Σάρπβιλ
ούτε στο αστυνομικό τμήμα στους Φιλίππους
όπου κείτεται με μια σφαίρα στο κεφάλι

Το παιδί είναι η σκιά των στρατιωτών
που στέκουν σε ετοιμότητα με όπλα, μαχαίρια και κλομπ
το παιδί είναι παρόν σε όλες τις συσκέψεις και τα νομοθετήματα
το παιδί κρυφοκοιτάζει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών μες στις καρδιές των μανάδων
το παιδί που απλώς ήθελε να παίξει κάτω απ’ τον ήλιο στη Νυάνγκα είναι παντού
το παιδί που έγινε άντρας διατρέχει όλη την Αφρική
το παιδί που έγινε γίγαντας ταξιδεύει όλο τον κόσμο

Χωρίς πάσο***

* Η Γιόνκερ έγραψε το ποίημα αφού επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα των Φιλίππων για να δει το πτώμα ενός παιδιού που σκοτώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας του από πυροβολισμό αστυνομικών στον δήμο Νυάνγκα του Κέηπ Τάουν. Το περιστατικό σημειώθηκε μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ (όπου, το 1960, η αστυνομία σκότωσε 69 και τραυμάτισε 180 έγχρωμους φοιτητές που συμμετείχαν σε ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ), νότια του Γιοχάνεσμπουργκ, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Το ποίημα επίσης απήγγειλε ο Νέλσον Μαντέλα κατά την πρώτη του ομιλία στο κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής, τον Μάιο του 1994.

** Η ερείκη (calluna vulgaris, αγγλ. heather) είναι σύμβολο καθαρότητας και θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη.


***  Αν κάποιος τολμούσε να διασχίσει απαγορευμένο δρόμο χωρίς να έχει πάσο, τον εκτελούσαν επιτόπου, όπως τον Hector Pieterson.

Χριστίνα Λιναρδακη 
Σημ.: Οι μεταφράσεις των ποιημάτων δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο τεύχος 31 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr. Περισσότερα για την Ίνγκριντ Γιόνκερ δείτε εδώ και για τη Νοτιοαφρικανική ποίηση γενικά εδώ.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

"Έσπασε" του Κώστα Καναβούρη

Λοιπόν, είναι γεγονός ότι δεν συναντά κανείς κάθε μέρα συλλογές σαν αυτή του Κώστα Καναβούρη. Τι συμβαίνει με το Έσπασε; από ό,τι φαίνεται, συμβαίνουν διάφορα πράγματα, αν μη τι άλλο ενδιαφέροντα. Καταρχάς μου φαίνεται απαραίτητο να γίνει ένα σχόλιο για τον τίτλο: οριστικός και αμετάκλητος, βάζει τον αναγνώστη στο κλίμα εξαρχής, και στην πορεία της ανάγνωσης αποδεικνύεται και ακριβής. Τα κείμενα που απαρτίζουν την συλλογή αυτή είναι θραύσματα μιας κάποιας προηγούμενης κατάστασης που δεν αποσαφηνίζεται, κομμάτια από το παρελθόν και το παρόν σε διάφορα μεγέθη, ενός, δύο, το πολύ τριών στίχων. Δεν υπάρχει συνοχή με την κλασσική έννοια που θα περίμενε κανείς από ένα σύνολο κειμένων στην ίδια έκδοση, υπάρχει όμως κοινή αφετηρία και αναμφισβήτητα κοινό στυλ γραφής, που τελικά καταλήγουν να δώσουν ένα περίγραμμα σε μια μάλλον ετερόκλητη θεματολογία.

Το ότι δεν διαφαίνεται μια ξεκάθαρη δομή εμπεριέχει κατά την γνώμη μου ένα είδος «ευκολίας» στην γραφή, όχι με την έννοια «γράφω ό,τι μου έρθει στο κεφάλι» αλλά περισσότερο με το ότι αν δεν υπάρχουν πολλοί κανόνες, δεν μπορεί κανείς να τους παραβεί ιδιαίτερα. Οι στίχοι παρόλο που είναι πραγματικά τόσο σύντομοι, αρκετές φορές έχουν το ειδικό βάρος που εξασφαλίζει την επικοινωνία του αναγνώστη με τον ποιητή. Στην πλειοψηφία τους καταφέρνουν να ισορροπήσουν στην παράδοξη δυναμική που εγκαθίσταται ανάμεσα στο ξάφνιασμα της συντομίας και στο καθεαυτό περιεχόμενο, είναι διάσπαρτες σκέψεις, σαν διάλογος ονείρου. Είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς την ριζική εσωστρέφεια της ποίησης του Κώστα Καναβούρη που εδώ τουλάχιστον κλείνεται ερμητικά στον εαυτό της, ταυτόχρονα όμως είναι ορατή η προσπάθεια αναζήτησης του Άλλου που υποβόσκει, και αυτό είναι ένα στοιχείο που θα μπορέσει ίσως να κατοχυρώσει την συνάντηση ανάμεσα στον ποιητή και τον αποδέκτη του.
 
Οι στίχοι είναι στον πλειοψηφία τους εκτός χρόνου, ή εντός του υποκειμενικού, που τελικά κάνει το ίδιο, και οι συχνές αναφορές στις έννοιες του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος δεν το αλλάζουν αυτό. Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς πού τοποθετεί ο ποιητής τον εαυτό του, αν τον φαντάζεται θεατή, πρωταγωνιστή ή κομπάρσο αυτών που συμβαίνουν, αλλά το σίγουρο είναι ότι είναι παρών με διαυγές πνεύμα και χωρίς αυταπάτες: είναι σαν να φωτογραφίζει σκιές με τις λέξεις.

Διαβάζοντας αυτή τη συλλογή, βρέθηκα μπροστά σε μια διαρρηγμένη ενότητα σε σπασμένα κομμάτια που όμως άγνωστο πώς, εξακολουθούν να λειτουργούν ως ποιητική πραγματικότητα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Η συνοχή και η συνέχεια δεν είναι στο πρώτο πλάνο αλλά η συλλογή κατά τη γνώμη μου λειτουργεί ούτως ή άλλως, και μάλιστα με μια αμεσότητα που ανατρέπει σταθερές και κινείται εκτός πεπατημένης. 

Κρις Λιβανίου



Παραθέτω κάποιους στίχους που μου άρεσαν:



Ερείπια φωτιάς.[1]

Μες στην πλατεία της κραυγής
Τα σύμφωνα ζητιανεύουν.[2]

Χωρίς κρίσεις, νίκες,ηττημένους,
Χωρίς οπισθοχώρηση.[3]

Να προσέχεις τα ερωτηματικά ˙ στάζουν.
Είναι πολύς καιρός
Που άφησες το ποίημα πεινασμένο.
Να προσέχεις.[4]

Τα ποιήματα δεν έχουν αναγνώστες,
Έχουν αυτόπτες μάρτυρες.[5]

 

[1] Σελ. 12
[2] Σελ. 17
[3] Σελ. 20
[4] Σελ. 23
[5] Σελ. 34



Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

"Γιατί γράφω ποίηση" του Χάρη Βλαβιανού

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, είχαμε αναδημοσιεύσει από την The Athens Review of Books ένα κείμενο του Άρη Μπερλή με τίτλο «Γιατί δεν γράφω ποίηση». Το κείμενο αυτό είχε πυροδοτήσει τότε εκτενή διάλογο στo facebook, όπου συζητιούνται πολλά από τα θέματα που δημοσιεύει το στίγμαΛόγου: από ορισμένους η αναδημοσίευσή μας είχε εκληφθεί τότε ως μομφή προς όσους γράφουν ποίηση αμετροεπώς (μάλλον επειδή όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται, κατά τη λαϊκή ρήση), ενώ άλλοι του επιφύλαξαν ενθουσιώδη υποδοχή. Σήμερα δημοσιεύουμε το αντίθετό του κείμενο, «Γιατί γράφω ποίηση», ορμώμενοι από το ομότιτλο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα. 

Και, καθώς σε αυτό το blog συνηθίζουμε να γράφουμε τη γνώμη μας για ό,τι διαβάζουμε, θα τη γράψουμε και τώρα: το βιβλίο του κ. Βλαβιανού είναι τόσο μικρό σε έκταση που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τη μορφή άρθρου σαν αυτό του κ. Μπερλή. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει όλες κι όλες «εξηνταδύο κατηγορηματικές και ολιγόλεξες απαντήσεις» όπως μας πληροφορεί ο εκδότης στο οπισθόφυλλο. Στη συνέχεια ο εκδότης, σε μια προσπάθεια να προλάβει τον αναγνώστη και να τον προϊδεάσει, λέει ότι «οι απαντήσεις στο ερώτημα “γιατί γράφω ποίηση” αντλούνται ισομερώς από την ίδια την ποίηση και από τη ζωή» του κ. Βλαβιανού, η οποία είναι «αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την ποίηση». Δυστυχώς για μένα, διάβασα το περιεχόμενο προτού διαβάσω το οπισθόφυλλο – και βρέθηκα πολλές φορές να αναρωτιέμαι τι σχέση έχει αυτό που διαβάζω με το ερώτημα που υποτίθεται ότι απαντά.

Ίσως είναι βέβαια και το εκτενώς παραπεμπτικό στιλ του κ. Βλαβιανού, που προσωπικά δεν το προτιμώ, γιατί δεν πιστεύω ότι ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να έχει δίπλα του λεξικό ή internet για να μπορεί να παρακολουθήσει αυτό που διαβάζει. Όταν κάποιος συγγραφέας κάνει τόσο εκτενείς αναφορές σε άλλους συγγραφείς, μουσικούς και έργα φαίνεται τελικά σαν να κάνει επίδειξη γνώσεων, ακόμη κι αν δεν έχει αυτή την πρόθεση, γιατί δεν είναι (ούτε πρέπει να είναι) αυτονόητο ότι όλοι οι αναγνώστες έχουν τα ίδια αναγνώσματα ή εμπειρίες με τις δικές του. Και, επιτέλους, πολύς κόσμος έχει διαβάσει Σολωμό, Σικελιανό, Γέητς, Πάουντ, Έλιοτ και πολλούς άλλους, αλλά δεν το κάνει θέμα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Βρήκα ωστόσο και μερικούς αφορισμούς που απαντούν στο αρχικώς τιθέν ερώτημα με τη δική τους αξία, έστω κι αν δεν αποφεύγονται σε όλους οι παραπομπές. Από αυτούς παραθέτω τέσσερεις:
  


Γιατί γράφω ποίηση

  
Επειδή μια φλόγα που φωτίζεται από άλλη φλόγα μπορεί να δημιουργήσει τη δική της σκιά.

Επειδή διεκδικώ διαρκώς αυτό που δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί: “La fleur l’ absente de touts bouquets”.

Επειδή «για να λάμπουν τα ποιήματα όπως τ’ αστέρια», πρέπει η νύχτα να είναι ήδη μέσα σου.

Επειδή ένα άσπρο μαντίλι στη σκιά μπορεί να είναι πιο σκούρο από ένα κάρβουνο στο φως του ήλιου.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Ο Παναγιώτης Παναγάκης επιλέγει νέες μουσικές κυκλοφορίες (2)

J.S.Bach, Violin Concertos/Alina Ibragimova, Arcangelo, Jonathan Cohen/Hyperion

«Πάλι τα κοντσέρτα για βιολί του Μπάχ;;;». Αυτό λοιπόν είναι το cd που δίνει αποστομωτική απάντηση σε αυτή τη μάλλον ελαφρά τη καρδία διατυπωμένη ερώτηση. Πρόκειται για μια ηχογράφηση που περιλαμβάνει τα δύο (όντως πασίγνωστα) κοντσέρτα του Μπαχ για βιολί με αριθμό καταλόγου BWV1041 σε Λα ελάσσονα και BWV1042 σε Μι μείζονα, καθώς και μεταγραφές για βιολί τριών επίσης πολύ γνωστών κοντσέρτων του συνθέτη για τσέμπαλο. Όμως ο πραγματικός λόγος για να ακούσει κανείς εκ νέου αυτά τα έργα είναι η ερμηνεία της Alina Ibragimova. Γεννημένη στη Ρωσσία το 1985, αλλά με βρετανική παιδεία, έχει ξεχωρίσει τα τελευταία χρονια για τις ερμηνείες της τόσο στο standard ρεπερτόριο (Bach, Beethoven, Mendelssohn) όσο και για την προβολή λιγότερο γνωστών συνθετών, όπως ο Roslavets και ο Hartmann. Με σιγουριά και απόλυτη αίσθηση του ύφους της εποχής, χωρίς προσπάθεια εφήμερου εντυπωσιασμού, η ερμηνεία της Ibragimova είναι απλά εκληκτική. Εξίσου σημαντική στο τελικό αποτέλεσμα είναι η συνοδεία της ορχήστρας δωματίου με όργανα εποχής, Arcangelo, υπό την άψογη διεύθυνση του Jonathan Cohen. Να σας το θυμίσουμε: η σεμνή Ibragimova είναι μόλις 30 ετών!!!


Α Tribute to Bill Evans/Monika Lang Trio/Gramola

Τριανταπέντε χρόνια μετά το θάνατo του Bill Evans σε ηλικία μόλις 51 ετών, η Αυστριακή Monika Lang αποδίδει με σεβασμό και γνώση ένα φόρο τιμής σε έναν από τους πιο σημαντικούς πιανίστες στην ιστoρία της jazz. Με στιβαρή κλασσική παιδεία, ο Evans ξεχώρισε – ειδικά στα πρώτα χρόνια της καριέρας του στη δεκαετία του 1950 – με τον σχεδόν ιμπρεσιονιστικό, πρωτότυπο αρμονικό του κόσμο. Ο πρώτος που τον ξεχώρισε ήταν ο (πάντα οξυδερκής) Miles Davis και το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους έχει αποτυπωθεί στο υπέροχο “Kind of Blue”. Ομως ο Bill Evans υπήρξε ο θεμελιωτης του σύγχρονου jazz piano trio. Με το μπάσο και τα τύμπανα να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση του ήχου, οι ηχογραφήσεις του στην αρχή της δεκαετίας του 1960 έχουν μείνει κλασσικές (ειδικά το “Sunday at the Village Vanguard”). Ο Evans, στον ταραχώδη και γεμάτο εξαρτήσεις σύντομο βίο του, άφησε πίσω του και καποιες δικές του πολύ γνωστές (και μάλλον μελαγχολικές) συνθέσεις που αποτελούν και τη «μαγιά» πάνω στην οποία κινήθηκε η Monika Lang σε αυτό το εξαιρετικά ηχογραφημένο album.


Solitudes, Baltic Reflections/Mr McFall’s Chamber/Delphian Records

Αποχρώσεις του γκρι, χειμωνιάτικο τοπίο, ομίχλη, μια μικρή βάρκα στη θάλασσα, απόκοσμη ηρεμία, μοναξιά. Τα πάντα παραπέμπουν στο μακρινό και σκοτεινό βορρά με τον υπότιτλο του εξωφύλλου να μας “στέλνει” κατευθείαν στη θάλασσια περιοχή της Βαλτικής. Το μικρό σύνολο από τη Σκωτία “Mr McFall’s Chamber” μας προτείνει μουσική από τη Φινλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία σε έναν από τους πλέον ευφάνταστους θεματικά δίσκους της χρονιάς: δημοφιλή νοσταλγικά tangos του ’50 από τη Φινλανδία και η μουσική του Jean Sibelius εναλλάσσονται με τις συνθέσεις των σύγχρονων Arvo Part, Aulis Sallinen, Kalevi Aho, Peteris Vasks, Olli Mustonen, Erkki-Sven Tuur και Zita Bruzaite. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Arvo Part, είναι πασίγνωστοι και όλοι τους προέρχονται από χώρες με πολλά κοινά πολιτιστικά στοιχεία αλλά και κοινή (και ενίοτε δραματική) πρόσφατη ιστορία. Άρτια ηχογράφηση, εξαιρετική παραγωγή, όμορφη, χαμηλόφωνη και ενίοτε σχεδόν κινηματογραφικού ύφους μουσική, πολύ καλές ερμηνείες, ένα cd που συστήνεται ανεπιφύλακτα για τις μικρές χειμωνιάτικες ώρες...

Παναγιώτης Παναγάκης

"Ένας καλός γιος" του Πασκάλ Μπρυκνέρ


Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ δίνει σήμερα Τετάρτη μια διάλεξη στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στη Αθήνα, αυτό είναι και η αφορμή αυτού του άρθρου. Ένα λαμπρό μυαλό χωρίς αμφιβολία, με όλες τις πιθανές και δυνατές προκλήσεις στο ενεργητικό του, είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας με εξαιρετικά ευρύ φάσμα λογοτεχνικών ενδιαφερόντων. Αυτό που ξαφνιάζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι κάθε βιβλίο του είναι καθόλα διαφορετικό από το προηγούμενο, με έναν απόλυτο, σχεδόν ψυχαναγκαστικό τρόπο. Ο ακραίος ερωτισμός στα Μαύρα φεγγάρια του έρωτα δίνει τη θέση του στον ρασιοναλισμό του Πειρασμού της αθωότητας και η παραδοξότητα στους Κλέφτες της ομορφιάς στην αλληγορία των Ανώνυμων δράκων, περνώντας από όλα τα ενδιάμεσα στάδια και είδη.

Η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων (αναφέρομαι κυρίως στην πρόζα) έχουν σχεδόν εξαρχής μια ορισμένη μυθολογία, την οποία καλλιεργούν και επεκτείνουν, κινούνται σε μονοπάτια που τους είναι γνώριμα και εξερευνούν όσα τους ενδιαφέρουν λίγο-πολύ από την αρχή της λογοτεχνικής τους περιπέτειας. Ο Πασκάλ Μπρύκνερ κάθε φορά που εκδίδει ένα βιβλίο, ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο αναγνώστης θα βρεθεί σε ένα ριζικά καινούριο σύμπαν. Είναι τόσο έντονο αυτό που φτάνει να γίνει παράδοξο, γιατί δεν αλλάζει μόνο η θεματολογία αλλά και το πλαίσιο, το ύφος, και το είδος ακόμα. Περνάει από τη νουβέλα στο μυθιστόρημα και από το δοκίμιο στην αλληγορία με δεξιοτεχνία ακροβάτη και με συμπεριφορά βιρτουόζου απέναντι στις λέξεις, τις καταστάσεις και τους ήρωες.

Το Ένας καλός γιος δεν αποτελεί εξαίρεση. Το διάβασα πριν κάποιους μήνες από το πρωτότυπο, και άρα δεν είμαι σε θέση να ξέρω κατά πόσο είναι καλή η μετάφραση των εκδόσεων Πατάκη, είμαι όμως βέβαιη ότι πρόκειται για ένα ακόμα πολύ καλό βιβλίο... που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα προηγούμενα, όπως είπα και πριν. Προφανώς και κάθε έργο οποιουδήποτε συγγραφέα, εμπεριέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, συγκαλυμμένα ή μη, η περίπτωση όμως του Ένας καλός γιος είναι ενδιφέρουσα επειδή ο συγγραφέας παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αυτοβιογραφίας, όπως για παράδειγμα το πρώτο ενικό πρόσωπο της αφήγησης, την χρονολογική αλληλουχία και μια κάποια ιστορική ακρίβεια στα πρόσωπα, αφήνει όμως τον αναγνώστη να αποφασίσει τι από όλα αυτά είναι αυτοβιογραφικό, άρα πραγματικό, και τι μυθοπλασία.

Ο Μπρυκνέρ ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει, πού θέλει να φτάσει και τι είδους συγκίνηση θέλει να περάσει στον αναγνώστη του, και μάλιστα με ακρίβεια χιλιοστού, στοιχεία σπάνια στη λογοτεχνική παραγώγη των ημερών μας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να ψηλαφήσει κανείς τις ισορροπίες που καταφέρνει να εδραιώσει στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι ενώσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα, την ανάμνηση και την υποκειμενική προσέγγιση είναι ανεπαίσθητες, σχεδόν σβησμένες. Παρόλο που εκ πρώτης όψεως πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα και στο κάτω-κάτω μπορεί και να είναι, αυτό που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο δεν είναι τι συνέβη στον συγγραφέα αλλά τι συνέβη γενικώς, σε κάποιον, σε κάποιους λιγότερο ή περισσότερο γνωστούς, στον καθένα από μας εν τέλει. Η αυτοβιογραφία είναι ο κατεξοχήν παραμορφωτικός καθρέφτης που κοιταζόμαστε όλοι μας όταν θέλουμε να εξασφαλίσουμε μια έστω και κατ’επίφαση αντικειμενικότητα για κρατηθούμε, να φτιάξουμε σταθερές και να ακολουθήσουμε αρχές και πεποιθήσεις. Το Ένας καλός γιος είναι ακριβώς αυτό, αλλά είναι και κάτι ακόμα: ένα μυθιστόρημα ηρώων με ονοματεπώνυμο πέραν της πλοκής, μπερδεμένους σε ιστορίες παραδόξως οικείες σε όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας, καταγωγής ή εθνικότητας. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

 «Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»
(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…


Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…


Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….


Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…


Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…

Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…


Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…


Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

Δημήτρης Ι. Καραμβάλης
 
Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο "Γιώργος Ιωάννου - οκτώ κείμενα για την ποίησή του" του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου "Τα χίλια δέντρα" (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου "βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο". Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας

 
Ανδρέας Εμπειρίκος
...Το ποιητικό έργο πλάθει κόσμο αλήθειας ή δεν πλάθει. Αφήνει με άλλα λόγια την αλήθεια να φανεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα με αισθητή μορφή, διότι η αλήθεια δεν είναι ούτε ορατή, ούτε συνώνυμη της τρέχουσας ζωής. Κόσμος αλήθειας είναι η αγωνιώδης αναρώτηση της πολύμορφης σχέσης μεταξύ περατού και αιώνιου από τη σκοπιά του περατού. Αλλά και οι νύξεις ακόμη προς αυτή την κατεύθυνση, έστω κι αν δεν αφήνουν πίσω τους παρά χαλάσματα, έστω κι αν δεν σκάβουν παρά φωλιές αφιλόξενες, μετέχουν στη βαθύτερο νόημα της αλήθειας. Η ποίηση, όπως και η Τέχνη γενικότερα, είναι ένα συνεχές ιλιγγιωδών χασμάτων, και όχι φυσιολογική συνέχεια. Αντιθέτως, τα ποιήματα των αξιών, τα «ποιοτικά ποιήματα», όπως εν πολλοίς αυτοσυστήνονται τα κοινά ποιήματα, αποτελούν τροχούς μιας συγκεκριμένης πολιτιστικής περιόδου και εξαντλούνται κατ’ αναλογία με τη φθορά των χρηστικών προϊόντων. Δεν είναι τυχαίο αν όλα σήμερα καταλήγουν στο τραγούδι και τη λάιφ στάιλ λογοτεχνία. Είναι τρομακτικό να ταυτίζεται η ποίηση με τη μελωδική στιχουργία, τις αξίες και την πολιτιστική φλυαρία. Αυτή όμως ήταν η γραμματική μας μοίρα στον ολωτικό ορίζοντα της διαδικτυακής επικοινωνίας, και γι’ αυτό θα πρότεινα « Ολίγη ποίηση πολύ».

(...) Ανεξαρτήτως δόγματος, στη ρίζα κάθε ποίησης βρίσκεται η λατρευτική διάθεση του πνεύματος. Ο υψηλός λόγος της ορθόδοξης υμνογραφίας που δεν έπαψε ποτέ να ακούγεται στον ελληνικό χώρο ήταν λογικό, αν και θεότρελλο για την εποχή, να γίνει ένα από τα μεταλλεία του Εμπειρίκου, εξού και ο λόγιος χαρακτήρας της ποιητικής του.

Όπως όλοι οι σπουδαίοι ποιητές και αληθινοί μάστορες, ο Εμπειρίκος μας δείχνει ότι η μορφή δεν είναι εξωτερική σκευή και εξοπλισμός, αλλά εσωτερική ανάγκη του Λόγου. Και ο λόγος του Εμπειρίκου είναι μια εμπειρία στην επικράτεια ενός απωθημένου ελληνισμού, του εκστασιακού ελληνισμού, του Ελληνισμού των Μυστηρίων και της λατρευτικής, οργιαστικής κοινότητας."



Αντώνης Ζέρβας


Σημ. Το κείμενο προέρχεται από την εισήγηση του Αντώνη Ζέρβα στο Ιδρυμα “Τάκης Σινόπουλος” στις 20 Μαΐου 2015, όπως ακριβώς εκφωνήθηκε. Εμείς το αναδημοσιεύουμε από το τρέχον τεύχος του περιοδικού Φρέαρ (αριθ. 12/13, Οκτώβριος 2015) όπου πρωτοδημοσιεύθηκε. Αρχικά βέβαια είχαμε δημοσιεύσει ολόκληρο το κείμενο, κατόπιν όμως παρέμβασης του διευθυντή του περιοδικού δεν είχαμε επιλογή από το να αφήσουμε μόνον τρεις παραγράφους.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

"Μνήμη σχεδόν πλήρης" του Λεωνίδα Κακάρογλου

Τριάντα ποιήματα, σύντομης έκτασης ως επί το πλείστον, απαρτίζουν την συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου Μνήμη σχεδόν πλήρης. Στα τριάντα αυτά ποιήματα ο ποιητής επιχειρεί να ιχνηλατήσει την σύνδεση και την αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε ένα Εγώ και ένα Εσύ που σε μια δεδομένη χρονική στιγμή έπαψαν να αποτελούν οντότητα. Ταυτόχρονα, αυτή η συλλογή καταπιάνεται με το πέρασμα του χρόνου, του διαφοροποιημένου χρόνου εννοώ, αυτού που άρχισε να μετράει την στιγμή που το σύνολο αποτελούμενο από το εγώ και το εσύ διασπάστηκε για να συνεχίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πορεύεται σε διαφορετικές τροχιές.

Υπάρχει σταθερή σκέψη και ευθύς λόγος στημένος σε ένα ακριβές λεξιλόγιο, όπου η πρωτοτυπία γεννιέται από τα μη αναμενόμενα πλησιάσματα των λέξεων και των σκέψεων. Και ενώ οι λέξεις σχηματίζουν απτά περιγράμματα καταστάσεων και συνθηκών, οι συγκερασμοί τους διαγράφουν το οριακά ανομολόγητο: τι συμβαίνει σε δύο ανθρώπους που μέχρι πρότινος αποτελούσαν ένα σύνολο την στιγμή που αυτή η ένωση διαρρηγνύεται. Το πέρασμα του χρόνου είναι ένα παράδοξο εφαλτήριο ψηλάφησης της καινούριας πραγματικότητας και ο ποιητής καταφέρνει, αν όχι να τον εξημερώσει, τουλάχιστον να συνυπάρξει μαζί του χωρίς να φοβάται. Προσεγγίζει τις αναμνήσεις του ως αφορμές όχι περισυλλογής αλλά επικοινωνίας, όχι αποκλειστικά με το άλλο άτομο αλλά και με τον εαυτό του, με τα όριά του και τις ανάγκες με τις οποίες πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος.

Αυτό που αποτελεί ίσως τον πιο ισχυρό άξονα αυτής της συλλογής είναι η χαρτογράφηση μιας πορείας, παραδόξως με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Σαν να έχουν όλα ειπωθεί, αλλά τα κενά να μένουν εκεί, ανοιχτά και εκτεθειμένα στα μάτια του ήρωα: ίσως η κάθαρση να προκύψει από την μετουσίωση της όποιας θλιψης σε μια νοσταλγία χωρίς πίκρα. Τα ποιήματα που απαρτίζουν την Μνήμη σχεδόν πλήρης δείχνουν σαν κωδικοποιημένα στιγμιότυπα της ζωής του ήρωα (είναι πάντα τόσο δύσκολο και ακόμα περισσότερο επικίνδυνο, να ταυτίζει κανείς το εγώ στα κείμενα με τον ίδιο τον ποιητή...), εξ ου και μια ορατή εσωστρέφεια. Δεν ξέρω αν είναι κέρδος ή αν αντίθετα βαραίνει το σύνολο ένας τόσο εσωτερικός διάλογος, υποθέτω ότι παραμένει πάντα ένα ρίσκο και έγκειται στον αναγνώστη να σταθεροποιήσει ή όχι τους δεσμούς που χρειάζεται.

Υπάρχει η αίσθηση του τετελεσμένου ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν αναφέρεται, και η αναζήτηση (μέσω της μνήμης) της γεύσης που αφήνει ο έρωτας που έχει τελικά προ πολλού τελειώσει. Η μνήμη φαίνεται να είναι ο κατεξοχήν χώρος που παγώνει ο χρόνος και τα γεγονότα, πραγματικά ή μη, ακινητοποιούνται εκεί που ο ποιητής, ή ο ήρωας, το Εγώ εν πάση περιπτώσει, βρίσκει καταφύγιο και ξανασυναντιέται με ό,τι χάθηκε, με την ανάμνησή του.


Κρις Λιβανίου


Κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:





ΤΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ[1]

Κοιμάμαι με το φως αναμμένο
Λένε πως διώχνει τα άσχημα όνειρα
Και θρυμματίζει το σκοτάδι του δωματίου
Σε μικρά κομμάτια αναμνήσεων
Που ταξιδεύουν τη σιωπή
Να γίνει αντίλαλος
Στους λεκιασμένους τοίχους
Οι φωνές
Στα όνειρα έμειναν



ΚΙΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ[2]


Έβρεξε μια κίτρινη βροχή
Παλιοί καημοί
Στη λασπωμένη νύχτα
Κι η μνήμη
Φωτογραφία που κάηκε

Βαδίζω στην άκρη
Μετέωρων υποσχέσεων
Ανείπωτων λέξεων
Και μιας τρυφερής ελπίδας
Που αχνοφέγγει



ΝΑΫΛΟΝ[3]


Όπου και να κοιτάξω βλέπω το ανάλαφρο
     περπάτημά σου
Σα να έφυγαν οι ημερομηνίες από τα ημερολόγια
Κι ο χρόνος να κόλλησε
Στις λεπτομέρειες ενός υγρού απογέματος

Όπου και να κοιτάξω βλέπω το ανάλαφρο
     περπάτημά σου
Και μνημονεύω την τύχη
Που σου χάρισα
Το νάυλον αδιάβροχο
Να μαζεύεις τη βροχή
Για να ξεδιψάς από το λίγωμα του χρόνου

Σαν χθες
Ήταν


[1] Σελ. 14.
[2] Σελ. 28.
[3] Σελ. 17.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Ποίηση - η καρδιά της τέχνης


Η ποίηση
ρουφήχτρα αστραπής και κεραυνού
αίμα τρελό στις αρτηρίες
στραπάτσο φύλλο
ή φλέβα νταμαριού.
Η ποίηση κόκκινη φέτα σελήνη
και κρύπτη μυστική
ήχος σε πηγάδι με μπαμπάκι
το μουγκρητό
ο παφλασμός
και το κλάμα 
στις πανάρχαιες κοίτες.






Ποίηση είναι η καρδιά της τέχνης. Είναι οι εκρήξεις της εσωτερικής έντασης πέρα από τις διαστάσεις του ορατού και του αόρατου, από τα όρια του χρόνου, του μύθου και της Ιστορίας, η ολοκληρωτική κατάλυση των φραγμών του υπαρκτού και του επινοημένου.

Αυτό που ονομάζουμε έμπνευση στην ποίηση, είναι η εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η διεργασία της είναι σαν τον αέρα. Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει. Φέρνει μέσα της τα σπέρματα του αιφνίδιου. Υπάρχει μια υποδόρια ταραχή και οι ξαφνικές λάμψεις των πρώτων οιωνών που σηματοδοτούν το μυστηριώδες αλφάβητο μιας άγνωστης μετάλλαξης. Οι φλέβες της διογκώνονται, αποκαλύπτονται οι υπόγειες διαδρομές, οι πόροι της γεμίζουν από τους υπόκωφους τριγμούς του επικείμενου.

Περισσότερο υπαινίσσεται ο ποιητικός λόγος και λιγότερο εκφράζει καθαρά, κοφτός, αγωνιώδης κι ελλειπτικός πάντα. Εκτός από εκείνο που λέγεται, συντίθεται και από εκείνο που δε λέγεται κι από εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Με τα κενά, τα διφορούμενα και τα σκοτεινά του σημεία Σημαίνει και Δείχνει.

Η ποιητική εμπειρία δεν είναι άλλο από ρυθμός ενσαρκωμένος με λέξεις, χωρίς καθορισμένα μορφικά μέτρα. Ρυθμός που εισδύει ανεπαίσθητα, γρήγορα ή ακατάληπτα και άλλοτε βίαια στο βάθος των πραγμάτων, στο λόγο που διέπει τις σχέσεις τους. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ιδιαιτερότητας του ποιητικού λόγου, το μόνο στοιχείο που μπορεί να αντισταθεί στην τυποποίηση της γλώσσας και στην εκφραστική της αφυδάτωση.

Ιέρεια των μυστηρίων της ύπαρξης η ποίηση, εξανθρωπίζει την ύλη. Με λέξεις οδηγούς και ρήματα κλειδιά, περνάει από περάσματα μυστικά, από λάμψεις πυκνές, φως δυνατό, σκοτάδι άχρονο. Έχοντας τις ρίζες της στο βαθύ και αόρατο πυρήνα της αλήθειας, εισέρχεται σε χώρους πανανθρώπινους, βιώνοντας, έτσι, την ιστορία όλων των ανθρώπων.

Στη σιωπή βρίσκει η ποίηση τον εαυτό της και την έκφρασή της, γνωρίζοντας καλά, πολύ καλά, να μετουσιώνει τη σιωπή σε δημιουργία, σε ανάταση, σε έκπληξη και κατάπληξη, σε ευδαιμονία ή εξαίσια απόγνωση. Όσοι έζησαν τη γοητεία της, εκείνοι που ένιωσαν διαρκή τη νοσταλγία του απόλυτου και καταστράφηκαν προσπαθώντας να αγαπήσουν, μόνον αυτοί μπορούν να καταλάβουν το όνειρό της και το δράμα της.

Η ποίηση αρνείται το φθαρτό υλικό της καθημερινής πραγματικότητας κι εκτοπίζοντας κάθε φορά ένα μέρος από τα ύδατα της λογικής, εκφράζει την αόρατη πραγματική πραγματικότητα που είναι η ευθύτητα της ζωής και του θανάτου, η άφθαρτη επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί την καθημερινή του κατάσταση.

Φύση και θέση η ποίηση είναι αντεξουσιαστική. Η διαδικασία της είναι μια συνεχής εικονοκλαστική πρόοδος, η κατάργηση κι αμφισβήτηση κάθε κανόνα και αρτηριοσκληρωτικής ακαδημίας, μέσω της αναζήτησης νέας φόρμας και αιτίας. Είναι από μόνη της ελευθερία. Ελευθερία επιλογής, ελευθερία κινήσεων, απελευθέρωση των συναισθημάτων, των οραμάτων, των σκέψεων, των ονείρων.

Το αν η ποίηση ξεσηκώνει ακόμη τις συνειδήσεις ή ανάγεται σε πρωτογενές όχημα κάθε επαναστατικής σκέψης, η απάντηση είναι «ναι». Το θέμα είναι να ανακαλύψουμε τα μαγικά συστατικά της και να δούμε τι είναι αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει από τη μονιμότητα, την κανονικότητα και τον ισοπεδωτικό λόγο. Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως οι κατά Σαίξπηρ τρελοί, οι ερωτευμένοι και οι ποιητές, να κατακτήσουν κάποια στιγμή τον κόσμο.

Συνήθως οι τεχνοκράτες απωθούν την ποίηση, γιατί είναι εκείνο το κομμάτι της ύπαρξης που δεν ελέγχεται. Δεν την επικαλούνται ή μάλλον καλύτερα έχουν νομιμοποιήσει την τάση όλων όσων ποτέ, και κάτω από όποιες συνθήκες κι αν ζούσαν, δε θα ένιωθαν την ανάγκη της πλατιάς και σύνθετης ικανοποίησης που δίνει η τέχνη. Παρ’ όλα αυτά και μη μπορώντας να βρουν πληρότητα, κάποια στιγμή της ζωής τους θα αισθανθούν την ανάγκη να πλησιάσουν τον κόσμο αναζητώντας τον ξεχασμένο άνθρωπο μέσα τους, που η απουσία του θα σημάνει αδιέξοδο, φτώχεια και υποβάθμιση, αδυναμία του ανάπηρου ανθρώπου μπροστά στο μέγεθος των μονομερών επιτευγμάτων του.

Στο σύγχρονο κόσμο μας μπορεί να διατηρούμε τη γνώση σε σκληρούς δίσκους, αλλά δεν πάψαμε ποτέ να κρατάμε τις μεγάλες και σπουδαίες αλήθειες φυλαγμένες μέσα μας, με τη βοήθεια του μέτρου και του στίχου της ποίησης που ζεσταίνει τις καρδιές μας. Η ποίηση έρχεται κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, χαρίστε ένα ποίημα, ανταλλάξτε ένα ποίημα, στείλτε ένα ποίημα, γράψτε το σε ένα κομμάτι χαρτί και πετάξτε το κάτω από την πόρτα, δώστε ένα ποίημα στον άλλον.

Η ποίηση θα είναι άχρηστη μόνον όταν οι άνθρωποι ολοκληρωθούν, γίνουν τόσο διάφανα πλάσματα από την έκσταση που φέρνει η ολοκλήρωση, που θα καταντάει πια ανούσια, θα πέφτει σαν ξεραμένο φύλλο η όποια προσπάθεια περιγραφής της ζωής μας. Ως τότε, η ποίηση θα περπατάει πλάι μας.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Ο Παναγιώτης Παναγάκης επιλέγει νέες μουσικές κυκλοφορίες

Joyce & Tony, Live at Wigmore Hall/Joyce DiDonato, Antonio Pappano /Erato

H συνταγή της επιτυχίας: μια από τις καλύτερες μεσοφώνους της εποχής μας η Αμερικανίδα Joyce Di Donato, ένας πασίγνωστος μαέστρος από τον χώρο της όπερας, διευθυντής στη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου, ο Άγγλος με ιταλικές ρίζες Antonio (Tony για τους φίλους!) Pappano, ένας μαγικός χώρος συναυλιών (το Wigmore Hall του Λονδίνου) και ένα πρόγραμμα για φωνή και πιάνο που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων άριες και (πολύ γνωστά) τραγούδια των Haydn, Rossini, Kern, Rodgers, Berlin και Arlen. Μια ζωντανή εξαιρετική ηχογράφηση από τον Σεπτέμβριο του 2014 (νομίζεις ότι κάθεσαι στις πρώτες σειρές της αίθουσας!). Η DiDonato ερμηνεύει με μοναδική άνεση, μπρίο και σκέρτσο, ενώ ο έμπειρος Pappano τη συνοδεύει υποδειγματικά, θυμίζοντάς μας μεταξύ άλλων και το πόσο καλός - εκτός από μαέστρος - πιανίστας είναι. Στο τέλος της ακρόασης αυτού του διπλού cd θα χαμογελάτε όπως οι δυο μουσικοί στο εξώφυλλο!


Past Present/John Scofield /Impulse
 
Ο John Scofield εδώ και πολλά χρόνια ανήκει στους κορυφαίους κιθαρίστες της σύγχρονης jazz. Με κοφτό, στακάτο και ελαφρώς παραμορφωμένο ήχο, χρειάζεται να ακούσει κανείς λίγες μόνο νότες για να τον καταλάβει. Στη δισκογραφία του συναντάμε αναρίθμητες συνεργασίες με εκπληκτικούς μουσικούς, καθώς ο Scofield κινείται με άνεση από τη jazz στο R&B και στο Funk (οι ηχογραφήσεις του με το τρίο Medeski, Martin, Wood θεωρούνται κλασσικές)! Στο τελευταίο του album με τίτλο “Past Present” έχει δίπλα του τους κορυφαίους (τι άλλο!): τον Joe Lovano στο τενόρο σαξόφωνο, τον Larry Grenadier στο ακουστικό μπάσο και τον Bill Stewart στα drums. Πίσω από τις εννέα ολοκαινουργιες συνθέσεις κρύβεται η συγκινητική προσπάθεια του κιθαρίστα να ξεπεράσει τον πρόωρο θάνατο του 26χρονου γιου του το 2013. Σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, οι συνθέσεις δεν είναι καθόλου μελαγχολικές αλλά αποπνέουν ηρεμία και θετική ενέργεια. Ακουστικός ήχος, εξαιρετική ηχογράφηση και υπέροχα σόλο από τους έμπειρους Scofield και Lovano, σίγουρα σε μια από τις καλύτερς ηχογραφήσεις του Scofiled τα τελευταία χρόνια!
 
Joseph Haydn, Symphonies Nos. 31, 70 & 101/Robin Ticciati, Scottish Chamber Orchstra /Linn Records

Συγκρατείστε το όνομα Robin Ticciati. Πρόκειται για έναν Βρετανό μουσικό που στα 32 του χρόνια θεωρείται από τους πλέον ανερχόμενους μαέστρους στον χώρο της κλασσικής μουσικής με περγαμηνές από μαέστρους όπως ο Colin Davis και ο Simon Rattle. Το 2014 μας παρουσίασε τις συμφωνίες του Robert Schumann με τους κριτικούς να αποθεωνουν τις ερμηνείες του. Έναν χρόνο μετά ο Ticciati με την καλύτερη (αυτή την εποχή) ορχήστρα της Σκωτίας, την Scottish Chamber Orchestra, μας παρουσιάζει τρεις συμφωνίες του Joseph Haydn οι οποίες έχουν κοινή τονικότητα (ρε μείζονα). Οχι μόνο πρωτότυπη ιδέα, αλλά και ουσιαστική: τα 3 έργα αντιστοιχούν σε διαφορετικές φάσεις από την εξαιρετικά γόνιμη σχέση του συνθέτη με αυτό το είδος (θεωρείτα ο πάτερας της συμφωνίας, έχοντας γράψει πάνω από 100). O νεαρός μαέστρος οδηγεί τη σύγχρονη ορχήστρα του με ακρίβεια σε ένα εντυπωσιακό και εξαιρετικά ζωντανό αποτέλεσμα, αξιοποιώντας τις πρακτικές στις οποίες μας έχουν συνηθίσει οι ορχήστρες με όργανα εποχής. Ο ήχος είναι απολύτως φυσικός και λαμπερός υπηρετώντας την πάντα ευφρόσυνη μουσική του Haydn.


Παναγιώτης Παναγάκης

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Πραγματικότητα και φαντασία στα δημοτικά τραγούδια


Σε μια τόσο περιγραφική ποίηση όσο είναι η δημοτική, η πραγματικότητα σε όλες τις εκφάνσεις της είναι δεδομένο ότι κατέχει τον σημαντικότερο ρόλο. Και όταν μιλάμε για πραγματικότητα δεν εννοούμε την συμβολική, ή την ιμπρεσσιονιστική, ή την οποιαδήποτε άλλη, εννοούμε την «διά γυμνού οφθαλμού» ορατή, αυτή που συμβαίνει ή που μπορεί να συμβαίνει κάθε μέρα, μπροστά σε όλους.

Ο δημοτικός ποιητής μιλάει και τραγουδάει για αυτά που βλέπει: την φύση που τον περιβάλλει και τις εναλλαγές της, τα γεγονότα που συμβαίνουν, κοινωνικά, πολεμικά, θρησκευτικά και άλλα, τους ανθρώπους και τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους, τις ανάγκες τους. Παρατηρεί ό,τι τον περιβάλλει και διηγείται μια ιστορία, δίνοντας έμφαση σχεδόν αποκλειστικά στα γεγονότα. Από εκεί και πέρα, η συναισθηματική φόρτιση είναι το προϊόν που μπορεί ή όχι να προκύψει στο τέλος. Και επειδή αυτό που έχει πρωταρχική σημασία είναι τα συναισθήματα που θα βιώσει το κοινό, τα συναισθήματα του ήρωα περνάνε μοιραία στο περιθώριο. Δεν αγνοούνται όμως, καθόλου. Η ιδιαιτερότητα της δημοτικής ποίησης έγκειται στην ισορροπία που επιτυγχάνεται ανάμεσα στο ίδιο το τραγούδι ως λογοτεχνικό προϊόν, την ιστορία και την επίδρασή του και το κοινό του, τον αποδέκτη, δηλαδή, του μηνύματος.

Τα συναισθήματα των ηρώων λοιπόν ακόμα και όταν δεν αναφέρονται ξεκάθαρα, δεν απαλείφονται, το αντίθετο μάλιστα: αποκαλύπτονται με έμμεσο τρόπο, μέσα από τις πράξεις που συντελούνται και που αφηγείται ο ποιητής. Τα κλέφτικα, τα ακριτικά (και δεν αναφέρομαι στα πλέον γνωστά όπως αυτά του Διγενή αλλά περισσότερο σε εκείνα που έχουν ακριτικούς ήρωες όπως ο Πορφύρης και ο Κωνσταντίνος), κάποιες παραλογές όπως «Του νεκρού αδερφού» και ιδιαίτερα τα μοιρολόγια, είναι καθρέφτες συγκινησιακής φόρτισης. Σε κανένα μοιρολόγι παρόλα αυτά δεν συναντάμε εκφράσεις του τύπου «πονάω», «υποφέρω», «είμαι δυστυχισμένος», αντίθετα έχουμε «πού βρίσκεσαι τώρα», «τί κάνεις εκεί που είσαι», «τί βλέπεις», «να έρθω να σε βρω να σου φέρω αυτό ή εκείνο», «θα μιλήσω στον Χάρο/στον Θεό/στον Αρχάγγελο», «θα φτιάξω γέφυρα να έρθω»[1]. Το συναίσθημα της απώλειας, καταλυτικό και βίαιο όσο λίγα, μετουσιώνεται σε πραγματικό, σχεδόν χειροπιαστό δεδομένο μέσω της πράξης. Ο άνθρωπος στα δημοτικά τραγούδια δεν μένει ακίνητος μπροστα στο θέαμα της όποιας πραγματικότητας αλλά παίρνει άμεσα θέση απέναντι του και το ερώτημα είναι πάντα το ίδιο: τι συνέβη, τι θα κάνουμε, πώς θα προχωρήσουμε από εδώ και πέρα ως μονάδα αλλά κυρίως ως κοινότητα.

Η δημοτική ποίηση παράγει συγκίνηση όχι επειδή ξεδιπλώνει συναισθήματα στο ακροατήριο σαν μασημένη τροφή, αλλά επειδή εκθέτει τις συνθήκες και τις καταστάσεις εκείνες που τα παράγουν στο κάθε άτομο ξεχωριστά. Όταν το άτομο αναγνωρίζει τον εαυτό του σε μια ιστορία, τότε αισθάνεται ό,τι και ο ήρωας που τη βιώνει στο τραγούδι. Τα συναισθήματα λοιπόν προκαλούνται, κάθε φορά και από την αρχή, δεν προσφέρονται. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι στα δημοτικά τραγούδια στο σύνολό τους δεν υπάρχει μεμψιμοιρία: οι λέξεις είναι πράξεις, τόσο ο λαϊκός ποιητής όσο και το κοινό του ταυτίζονται μεν με το συγκινησιακό φορτίο αλλά το πραγματικό ζητούμενο είναι οι πράξεις που θα επακολουθήσουν. Από κάθε άποψη το δημοτικό τραγούδι είναι μια ποίηση της δράσης.

Μάτια μου, σ’επεθύμησα θέλω να σ’ανταμώσω.
-          Εσύ σαν μ’επεθύμησες, θέλεις να μ’ανταμώσεις,
μένα ο Χάρος με πουλάει, έβγα κι αγόρασέ με.
-          Σαν τι γυρεύει, μάτια μου, να βγω να σ’αγοράσω;
-          Γυρεύει χίλια φίρφιρα και δύο κασέλες μόσκο,
Τον ήλιο τον ατήρητο να του τον κατεβάσω.
-          Τα φίρφιρα θα δανειστώ, το μόσκο θα ντον πάρω,
Τον ήλιο τον ατήρητο, πώς να ντον κατεβάσω;[2]
                                                           
                                                                        Καστρί Κυνουρίας. Λαογραφία Γ’, 490.6

Κρις Λιβανίου


[1] Παραφράζω εδώ, δεν πρόκειται για συγκεκριμένους στίχους, μόνο για παραδείγματα σε εννοιολογικό επίπεδο.
[2] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια.εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 202.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

"Υποδειγματικές οικογένειες" του Δημήτρη Ζουμπουλάκη

Δεν συνηθίζεται, παρόλα αυτά θα αρχίσω από τη φράση που κλείνει το βιβλίο. Είναι μια παράθεση από τη Γέφυρα του San Luis Rey του Θόρντον Ουάιλντερ: «Υπάρχει ο κόσμος των ζωντανών και ο κόσμος των νεκρών και η γέφυρα είναι η αγάπη, το μόνο που επιζεί και το μόνο που έχει νόημα».

Η φράση αυτή δεν είναι χαρακτηριστική ούτε συνοψίζει το νόημα του βιβλίου, όμως είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ο παιδίατρος Δημήτρης Ζουμπουλάκης, ο παλαιότερος εν ζωή Έλληνας λοιμωξιολόγος και συγγραφέας του βιβλίου Υποδειγματικές οικογένειες, προσέγγισε το επάγγελμα και τους ασθενείς του. Την εποχή που ασκούσε ενεργά την παιδιατρική «το μόνο εμβόλιο που υπήρχε ήταν η βατσίνα, δηλαδή ο δαμαλισμός», όπως γράφει ο ίδιος στο βιβλίο, και «όσοι ασχολούνταν με αρρώστους ήταν όλοι επίνοσοι, με συνέπεια ο υπ’ αριθμόν ένας κίνδυνος να είναι η μόλυνση και η μετάδοση νόσου». Ο γιατρός έπρεπε, επομένως, να αγαπά ειλικρινά αυτό που επέλεξε να σπουδάσει για να μπορεί να παραμείνει αφοσιωμένος σε αυτό, ενώ στα μάτια των ασθενών του έπαιρνε ασφαλώς τις διαστάσεις ήρωα.

Πέρα από υποδειγματικός γιατρός (διαχειρίστηκε στην καριέρα του πάνω από 5.000 μηνιγγίτιδες), ο Δημήτρης Ζουμπουλάκης είναι και δεινός παρατηρητής της ανθρώπινης κατάστασης. Έτσι, όλα τα χρόνια του εργασιακού του βίου, δεν έπαψε να παρατηρεί τους οικείους των ασθενών του -με αρκετούς από τους οποίους ανέπτυξε φιλικές σχέσεις, έστω και πρόσκαιρα- και να αντλεί συμπεράσματα. Ετούτα τα τελευταία, μαζί με τις συναφείς ιστορίες, παραθέτει σ’ αυτό το δεύτερο βιβλίο του, το οποίο αποτελεί μια διερεύνηση του ερωτήματος αν και κατά πόσον υφίσταται «υποδειγματική οικογένεια» - για να δώσει δεκαπέντε φορές (όσες και οι ιστορίες του βιβλίου) την ίδια, κατηγορηματική απάντηση: όχι. Όλα αυτά με το χαρακτηριστικό ύφος που είδαμε και στο πρώτο του βιβλίο, το οποίο διακρίνεται για την παραστατικότητα, την ειλικρίνεια, την εντιμότητα, καθώς και την κυνική μα ειλικρινή διάθεσή του.

Οι Υποδειγματικές οικογένειες έχουν έντονα στοιχεία αυτοβιογραφίας, διαρθρώνονται όμως σε αυτοτελείς ιστορίες και θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν ενιαία συλλογή διηγημάτων που περιστρέφεται γύρω από έναν θεματικό άξονα. Η παράθεση πολιτιστικών, ιστορικών και λοιπών πραγματολογικών στοιχείων, καθώς και η ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής που διαφαίνεται από τους ηθικούς κώδικες που μεταδίδει ο συγγραφέας, προσδίδουν στο βιβλίο την ποιότητα του προφορικού λόγου, με αποτέλεσμα διαβάζοντάς το να δημιουργείται η εντύπωση ότι ακούμε κάποιο προσφιλές πρόσωπο να μας διηγείται ιστορίες.

Την εικονογράφηση του βιβλίου έκανε ο αδερφός του Δημήτρη Ζουμπουλάκη, γνωστός ζωγράφος Πέτρος Ζουμπουλάκης, έργο του οποίου κοσμεί και το εξώφυλλο. Στο εν λόγω έργο του εξωφύλλου εικονίζονται τόσο ο Δημήτρης όσο και ο Πέτρος, η αδελφή τους, επίσης γνωστή ηθοποιός Βούλα Ζουμπουλάκη, ο έτερος αδερφός τους, Νίκος, και ο γιος του τελευταίου, δημοσιογράφος Γιάννης Ζουμπουλάκης. Την επιμέλεια του βιβλίου είχε ο η παιδίατρος Νίνα Μανωλάκη, σημερινή διευθύντρια της παιδιατρικής κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων «Αγ. Σοφία».


Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο τεύχος 6 (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2015) του λογοτεχνικού περιοδικού "Το κοράλλι".