Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)


Μιχάλης Ρέμπας

 
Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.


Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:


ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.
1933


ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου