Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Μάνα, μητέρα, μαμά - Σκέψεις και παράδοξα για τον ρόλο της μητέρας στα δημοτικά τραγούδια


            «Μάννα με τους εννιά σου γιούς και με τη μιά σου κόρη,
Την κόρη την μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
Την είχες δώδεκα χρονών κι ήλιος δε σου την είδε. (...)
Στ’οχτώ μνήματα δέρνεται, στ’οχτώ μοιρολογάει,
στου Κωνσταντίνου το θαφτό τες πλάκες ανασκ’ώνει (...)»[1]

«- Σένα σε κλαίνε τα πουλιά, της άνοιξης τ’αηδόνια,

Σε κλαίν’και τα ψηλά βουνά, σε κλαίν’και τα ποτάμια.
-Τι μ’έχουν εμένα τα πουλιά, τι μ’έχουνε τ’αηδόνια,
Τι μ’έχουν τα ψηλά βουνά, τι μ’έχουν τα ποτάμια;
Μένα με κλαί’ η μάνα μου κι άλλος κανείς στον κόσμο.»[2]

«Μια Οβριοπούλα θέριζε κ’ήτο και γκαστρωμένη.
Δεμάτι από τη μια μεριά, δεμάτ’από την άλλη,
στη μέση των εκάησε χρουσόν υιόν και κάνει
και στην ποδιά της τό’αλενα πα’ να το κρεμίση.
Στο δρόμο όπουπήαινε, πέρδικα της παντήσσει.
-Μωρή σκύλλα, μωρ’άνομη, μωρή κακή γυναίκα,
εγώ ‘χω δώδεκα πουλιά κι ούλα θα τ’αναθρέψω
και συ’καμες χρουσόν υιό και πα ‘να τον κρεμίσεις;
Κ’η κόρη μετανόησε και πίσω το διαέρει
και μεσ’ στη κούνια το’βαλε, νανάρισμα του λέει:
-Γιέ μ’, ά ξερτώσεις και ενής και ίνης κυνηάρης
και σου παντήξη η πέρδικα, να μη τήνε σκοτώσεις,
γιατ’εκείνη ειν’΄η μάννα σου κ’εγώ ‘μαι η νανά σου.»[3]

«Καλογριά ν’ηγέννησε τσ’έκαμε γιό Προσφύρη.
Παραστσευγή γεννήθηνε, Σάββατο ν εβαφτίστη,
Την Τσεργαστή ν εζήτησε κουτσά να κοκκαλίση.»[4]

Αυτά είναι ελάχιστα μόνο από τα παραδείγματα που συναντά κανείς στα δημοτικά τραγούδια σχετικά με την φιγούρα της μητέρας, περιορίστηκα στα πιο γνωστά, και σε κάποια πιο ασυνήθιστα. Άβυσσος η σχέση με την μητέρα, ξέρουμε όλοι κάποιον Σίγκμουντ Φρόιντ που θα συμφωνούσε. Είναι γεγονός ότι στα δημοτικά τραγούδια η μητρότητα είναι ο καταλύτης στην εξέλιξη της γυναικείας φιγούρας: κάνεις παιδιά, έχει καλώς, αποκτάς μια κάποια υπόσταση. Δεν κάνεις, τότε τα πράγματα είναι δύσκολα. Προφανώς δεν είναι ίδιον της δικής μας λαϊκής ποίησης αυτό, είναι μάλλον παγκόσμιο φαινόμενο, άλλωστε μέσω της τεκνοποίησης διασφαλίζεται το μέλλον της κοινότητας. Παρόλα αυτά, είναι η ιδιότητα της μάνας που κάνει να ακούγεται η γυναικεία φωνή όταν αυτό συμβαίνει, είναι αυτή που της προσδίδει εκτόπισμα και λόγο, ισχύ και την όποια αυτονομία σκέψης και πράξης.
Η μάνα της Αρετούσας έθαψε εννιά παιδιά και τα πενθεί όλα εξίσου, όμως είναι η κατάρα των λόγων της που θα επιτύχουν το ακατόρθωτο, να κάνουν τον μικρότερο, τον Κωνσταντίνο, αυτόν που της έδωσε υπόσχεση και την αθέτησε, να σηκωθεί από τον τάφο σε μια επική αναπαράσταση, για να διορθώσει το λάθος. Το κατά πόσο είναι δίκαιη η οργή της μάνας στο ομώνυμο τραγούδι είναι ένα θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά, όμως αυτό που δίνει ισχύ στην φωνή της δεν είναι το δίκιο, είναι το δικαίωμα. Το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στα παιδιά της. Ο λαϊκός ποιητής ανιχνεύει προσεκτικά την γκρίζα ζώνη στην οποία ανέκαθεν κινούνται οι σχέσεις μάνας και παιδιών, παρατηρεί τους μύθους και τους αναπαράγει σε μια προσπάθεια να βγάλει στο φως μια από τις πλέον έντονες και πολύπλοκες σχέσεις στη ζωή των ανθρώπων.
Υγιόν είχα στο δάσκαλο, κ’ υγιό είχα στο σκολείο,
κι ο δάσκαλος το σκόλασε, στο σπίτι του το στέλνει.
Βρίσκει τη μάννα κ’ έπαιζε μαζί με τον Οβραίο.
-«Παίξε τα, μάννα, παίξε τα μαζί με τον Οβραίο
και σαν έρθει ο πατέρας μου εγώ θαν το μαρτυρήσω».
Το γέλασε, το πλάνεψε με σύκα, με καρύδια,
στην κάμαρά του τό’βαλε και του Οβραίου λέει:
-«Έλα να σφάξεις ένα αρνί, ‘να τρυφερό κατσίκι».[5]
(...)
Από τη μια μεριά έχουμε την πέρδικα που είναι το σύμβολο της αυτοθυσίας και της μητρικής αφοσίωσης και από την άλλη τη μάνα φόνισσα που πορεύεται με άξονα το προσωπικό συμφέρον και θύμα το παιδί της. Ο ποιητής εξυμνεί την πρώτη κάνοντάς την πρότυπο μητέρας και καταβαραθρώνει την δεύτερη αποδίδοντας δικαιοσύνη μέσω του φόνου από τον άντρα της, δίκαιου αυτή τη φορά.
Δεν υπάρχει μητρότητα εκτός γάμου, καμία έκπληξη εδώ, εκτός από τις φορές εκείνες που η παράδοξη γέννηση είναι θεμελιώδες συστατικό ηρωοποίησης, ο Πορφύρης με μάνα καλόγρια και όρεξη θηρίου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η καλόγρια που τον έφερε στον κόσμο ήταν τόσο παρά φύση που μόνο ως οιωνός μπορεί να εκληφθεί: πράγματι, ο γιός της είχε μπροστά του ένα λαμπρό και απολύτως ξεχωριστό μέλλον ανδρείας.
Ο δημοτικός ποιητής αναγνωρίζει μόνο την μάνα που λειτουργεί ως στήριγμα και κριτής, ως προστάτης αλλά και τιμωρός, ως σημείο αναφοράς στη ζωή και στον θάνατο. Τα μοιρολόγια της μάνας για το παιδί της είναι από τα πλέον ισχυρά τόσο από άποψη γεωγραφικού εύρους όσο και συγκινησιακής φόρτισης: όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με τον θάνατο του παιδιού της, η μάνα δεν ξεχνάει, δεν απαρνιέται, δεν αποδέχεται. Για τον ποιητή, είναι ο πυλώνας που θα ένωνε, αν αυτό ήταν εφικτό, τον Κάτω κόσμο με την ζωή στη γη. Η πέρδικα που μεγαλώνει τα παιδιά της με αυτοθυσία, η ελαφίνα που πενθεί τον θάνατο του παιδιού της πίνοντας βρώμικο νερό στις παραλογές, αλλά και η μάνα στα μοιρολόγια που αγωνίζεται να φανταστεί το παιδί της την πρώτη του νύχτα στον Κάτω κόσμο, που ανησυχεί για την ερημιά του, το κρύο και το φόβο, δίνουν στον λαϊκό ποιητή τα συστατικά εκείνα που καθιστούν την μάνα θεμελειώδη φιγούρα στο νεοελληνικό φαντασιακό. Της αναγνωρίζει δικαίωμα πράξης και λόγου πάνω στα παιδιά της αλλά επιμένει στις υποχρεώσεις και το καθήκον της απέναντι σ’αυτό που θα αποτελέσει το νέο αίμα της κοινωνικής ομάδας: το άτομο στην πιο ευάλωτη περίοδο της ζωής του.
 
Κρις Λιβανίου

[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Δημήτρίου Πετρόπουλου, τ. Ι, σελ. 69 και 70.
[2] Guy Saunier, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Τα μοιρολόγια, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 118.
[3] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογή, τ.Ι, σελ. 448-449, Αθήνα, 1962, 2000.
[4] Id. σελ. 56.
[5] «Μάννα φόνισσα» in. [5] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογή, τ.Ι, σελ. 370, Αθήνα, 1962, 2000.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου