Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Το Έπος του Γκιλγκαμές - το αρχαιότερο επικό ποίημα στην ιστορία της ανθρωπότητας

Το έπος του Γκιλγκαμές είναι το αρχαιότερο μακροσκελές ποίημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, γραμμένο μιάμιση χιλιετηρίδα πριν τα ομηρικά έπη. Η κοιλάδα της Μεσοποταμίας απ' όπου προέκυψε έχει χαρακτηριστεί ως η κοιτίδα όλων των πολιτισμών και δεν ήταν τυχαίο ότι εκεί ανακαλύφθηκε η γραφή στη μορφή  σφηνοειδών συμβόλων που αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης καθώς τώρα πια με τη χρήση ενός κομματιού από πηλό και μιας ακίδας μπορούσαν να καταγραφούν όχι μόνο τα περιουσιακά στοιχεία των βασιλιάδων και των ιερέων που διαφέντευαν τους μεγάλους ναούς, αλλά και οι σκέψεις και οι λογοτεχνικές δημιουργίες των ανθρώπων στην αυγή του πολιτισμού.

Τα κείμενα του έπους αντιγράφονταν επί χίλια πεντακόσια χρόνια με παραλλαγές και οι αντιγραφείς προσέθεταν κάθε φορά δημιουργήματα της δικής τους φαντασίας. Οι πρώτες πινακίδες που περιείχαν τα κείμενα ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια των ανασκαφών της βιβλιοθήκης του περίφημου βασιλιά της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ, ο οποίος όπως αναφέρει σε μια από τις επιστολές της βασιλικής αλληλογραφίας του έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση ''στο διάβασμα των επιγραφών πάνω στις πέτρες'',  ενώ διατηρούσε τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της Μέσης Ανατολής πριν από την ελληνιστική περίοδο, βιβλιοθήκη που αριθμούσε 25.000 περίπου πήλινα βιβλία.

Στο έπος περιγράφονται κάποια απ' τα κατορθώματα του Γκιλγκαμές, ενός μυθικού βασιλιά που θεοποιήθηκε στη διάρκεια των χρόνων. Στο παρακάτω απόσπασμα, μαζί με τον φίλο του Εκιντού που αντιπροσωπεύει το πρωτόγονο στοιχείο, ετοιμάζονται να μπουν στο δάσος των κέδρων για να παλέψουν με τον Χάμπαμπα, ένα τέρας με τρομερές δυνάμεις:

Σταθήκανε ακίνητοι κι ατένισαν το δάσος ,
κοίταζαν και κοίταζαν τους κέδρους τους ψηλούς,
Κοίταζαν και κοίταζαν την είσοδο του δάσους.
Εκεί που περπατούσε ο Χάμπαμπα ήτανε μονοπάτι
Ίσια ήταν τα μονοπάτια κι ήταν καλό το πέρασμα.
Το βουνό των κέδρων ατένισαν, των θεών κατοικία,
Ιερό της Ιρνίνι.
Στην πλαγιά του βουνού
Οι κέδροι υψώνανε το φύλλωμα τους το πυκνό
Η σκιά τους αλαφριά, απόλαυση γεμάτη
Βλάσταιναν τα χαμόκλαδα και φούντωναν στο δάσος
Το δάσος περικύκλωνε φαράγγι δύο λεύγες...


Παρακάτω ο Γκιλγκαμές αντιμετωπίζει τον Χάμπαμπα:

Χτύπησε το κεφάλι του, και πάλεψε μαζί του
Η γη ανασκάφτηκε με των ποδιών τις φτέρνες
Η Σιράρα και ο Λίβανος αποχωρίστηκαν με
τα στριφογυρίσματα τους,
Τα άσπρα σύννεφα μαυρίσανε,
Ο θάνατος τους σκέπασε σαν την ομίχλη.
Ο Σάμας σύναξε ανέμους δυνατούς
Ενάντια στον Χάμπαμπα
Τον Νότιο Άνεμο, τον Βόρειο Άνεμο, τον Άνεμο απ την ανατολή,
Τον Δυτικό, τον Άνεμο (που ολημερίς) συρίζει,
Τον Άνεμο που διαπερνά, αυτόν που θύελλες σπέρνει,
και τον Κακό,
Τον άνεμο του Σιμούρου,
Τον Δαιμονικό άνεμο, τον Άνεμο της Παγωνιάς, της Καταιγίδας
Και τον Ανεμοστρόβιλο
Δεκατρείς άνεμοι σηκώθηκαν απάνω του
Και σκέπασαν το πρόσωπο του Χάμπαμπα...


Σ' ένα άλλο απόσπασμα που διασώθηκε, η πανίσχυρη θεά Ιστάρ κάνει πρόταση γάμου στον Γκιλγκαμές, ο οποίος την απορρίπτει προς μεγάλη σύγχυση και οργή της θεάς. Πιστεύεται ότι αυτή η σκηνή έχει βασιστεί στον ''Ιερό Γάμο'' που τελούνταν την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ανάμεσα στον βασιλιά και την αρχιέρεια που αντιπροσώπευε την θεά και συμβόλιζε την γονιμότητά της γης:

Η φημισμένη Ιστάρ έριξε τη ματιά της στου Γκίλγαμες
την ομορφιά.
Έλα σε μένα, Γκίλγαμες και γίνε εραστής μου!
Χάρισε μου τον καρπό σου!
Θα 'σαι άντρας μου κι εγώ θα είμαι η γυναίκα σου.
Άρμα για σένα θενά ζέψω από λαζούρι και χρυσάφι,
Ρόδες θα 'χει χρυσές και κέρατα κεχριμπαρένια.
Και για σένα θα το ζέψω με μουλάρια σα θύελλα δυνατά.
Στο σπίτι μας θα μπαίνεις , που θα ευωδιάζει από τους κέδρους.
Όταν θα μπαίνεις σπίτι μας,
Το κατώφλι θαυμάσια δουλεμένο, τα πόδια θα σου φιλά.
Βασιλιάδες, πρίγκιπες κι ευγενείς θενά σε προσκυνούνε,
Του κάμπου τους καρπούς και των βουνών φόρο
θα σου προσφέρουν...
Του άρματος σου τα άλογα
Για τη γρηγοράδα τους θενά ' ναι ξακουστά,
Τα βόδια σου κάτω από τον ζυγό δε θα 'χουν άλλο ταίρι!''


Η απάντηση του Γκιλγκαμές, όπως έχει διασωθεί :

''.... ας είναι ο δρόμος το σπίτι σου
..... ας είσαι ντυμένη μ' ένα ρούχο
Κι ας σε παντρευτεί όποιος σ' επιθυμεί.
Εσύ δεν είσαι παρά μια πόρτα που τα ρεύματα κι οι θύελλες περνάνε,
Ένα παλάτι που συντρίβει τους γενναίους.
Ασκί νερού που αυτόν που το κρατά μουσκεύει.
Ασβεστόλιθος που από τον πέτρινο τον τοίχο ξεκολλά.
Ποιον εραστή σου αγάπησες για πάντα;
Έλα, τους εραστές σου να ιστορήσω,
Τη θλιβερή των εραστών σου τύχη.
Για τον Ταμμούζ τον εραστή της νιότης σου
Όρισες θρηνωδίες κάθε χρόνο,
Το βοσκοπούλι αγάπησες το ποικιλόχρωμο,
Το χτύπησες όμως, σπάζοντας το φτερό του.
Το λιοντάρι αγάπησες, τέλειο σε δύναμη,
Εφτά λάκκους κι άλλους εφτά του έσκαψες.
Το άλογο αγάπησες, το ξακουστό στη μάχη.
Το μαστίγιο και το σπιρούνι γι αυτό προόρισες.
Εφτά το πρόσταξες να τρέξει λεύγες,
Το πρόσταξες να πιει θολό νερό.
Τον αρχιβοσκό του κοπαδιού αγάπησες μετά
Που αδιάκοπα σου έδινε ψωμί που έψηνε στις στάχτες,
Κι αρνάκια έψηνε για σένα κάθε μέρα,
Κι όμως τον χτύπησες. Τον μεταμόρφωσες σε λύκο.
Αποδιωγμένος
Απ' τους βοσκούς του κοπαδιού του
Οι σκύλοι του δαγκώνουν τα μεριά....
Κι εμένα αν αγαπήσεις, το ίδιο τέλος θά 'χω''.


Όταν πεθαίνει ο αγαπημένος του φίλος, ο Εκιντού,  τότε συνειδητοποιεί ο Γκιλγκαμές την θνητότητά του και παλεύει να βρει κάποιον τρόπο να κατανοήσει το γεγονός του θανάτου και να κερδίσει την αθανασία. Στην αναζήτηση του φτάνει σ' ένα βουνό:

Στο βουνό Μάσου σαν έφτασε,
Που καθημερινά φρουρεί δύση και ανατολή,
Που οι κορφές του φτάνουνε στον θόλο τ' ουρανού
Και οι πλαγιές του στον Κάτω Κόσμο,
Κι άντρες- σκορπιοί την πύλη του φυλάνε,
Τρόμο σκορπάνε. Το βλέμμα τους θανατερό,
Η αίγλη τους η τρομερή βουνά σαρώνει.
Σε ανατολή και δύση φυλάγουνε τον ήλιο.
Τρόμος και φόβος σαν τους είδε ο Γκιλγκαμες, το πρόσωπο του
σκέπασε,
Μα παίρνοντας κουράγιο τους πλησίασε.
Ο άντρας σκορπιός φώναξε στη γυναίκα του:
''Αυτός που 'ρθε σε μας, σάρκα θεών έχει στο σώμα του ''.
Στον άντρα σκορπιό η γυναίκα απάντησε :
Δυο τρίτα είναι θεός, το τρίτο άνθρωπος''....


Ο άντρας σκορπιός επιτρέπει στον ήρωα να διαβεί την πύλη του βουνού και να συνεχίσει αναζητώντας το μυστικό της ζωής και του θανάτου:

Τον δρόμο του ήλιου πήρε.
Μια λεύγα σαν ταξίδεψε,
Βαθύ ήταν το σκοτάδι χωρίς κανένα φως.
Να δει ούτε μπρος ούτε πίσω μπορεί...
Οχτώ λεύγες σαν ταξίδεψε, άρχισε να φωνάζει....
Εννιά λεύγες σαν ταξίδεψε, αισθάνθηκε τον βόρειο άνεμο
Το πρόσωπο να του χαϊδεύει...
Έντεκα λεύγες σαν ταξίδεψε, χάραξε μια αχτίδα.
Δώδεκα λεύγες σαν ταξίδεψε, είχε φωτίσει.
Δέντρα μπροστά του βλέπει, πολύτιμα πετράδια φορτωμένα.
Αμέσως τρέχει να τα δει.
Το δέντρο έχει για φρούτα σάρδιο
Τσαμπιά γεμάτ' από πετράδια, να τα θωρείς ζαλίζεσαι.
Για φύλλωμα λαζούρι,
Φρούτα που είναι των ματιών χαρά.


Στη συνέχεια η στήλη που ανακαλύφτηκε είναι εντελώς κατεστραμμένη. Στο ελάχιστο τμήμα που σώζεται συνεχίζεται η περιγραφή των θαυμάτων αυτού του κήπου με τις πολύτιμες πέτρες:

...κέδροι.
...αχάτες.
...της θάλασσας.
...λαζούριο
...σαν αγκάθια και βάτοι... σάρδιο,
....ίασπις....
ρουμπίνια, αιματίτης.
σαν... σμαράγδια
... της θάλασσας...

Τα ονόματα στο κείμενο αφορούν θεότητες της αρχαίας Μεσοποταμίας. Η μετάφραση είναι της Αύρας Ward.

Απόστολος Σπυράκης


     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου