Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Το στίγμαΛόγου γίνεται μουσικό!

Στο πλαίσιο του ανοίγματος που ξεκίνησε πέρυσι το στίγμαΛόγου προς είδη λόγου πέραν του ποιητικού, δηλ. προς το θέατρο και το διήγημα, με μεγάλη χαρά σας ανακοινώνουμε φέτος την επέκτασή μας και προς τον μουσικό λόγο!



Η μουσική είναι αδιαμφισβήτητα και αυτή είδους λόγου, μη γλωσσικού, που ωστόσο αποτυπώνεται με γραπτά σύμβολα (τις νότες) τα οποία συνθέτουν την παρτιτούρα με τον ίδιο τρόπο που το αλφάβητο συνθέτει τη λέξη, έπειτα τη φράση, την παράγραφο κ.ο.κ. Ως λόγος, επομένως, αναζητεί και η μουσική το στίγμα της! 

Για να το βρούμε, επιστρατεύσαμε τον Παναγιώτη Παναγάκη, που μέχρι πρότινος ακούγαμε από το Γ΄ Πρόγραμμα, να μας προτείνει δύο φορές τον μήνα νέες κυκλοφορίες από τον χώρο της κλασικής και της jazz μουσικής, χωρίς να λείπουν και εκπλήξεις από άλλα είδη! 

Ελπίζουμε ο μετασχηματισμός μας αυτός να παρουσιάζει ενδιαφέρον και για εσάς και να κάνει το στίγμαΛόγου ακόμη πιο εύφορο και δημιουργικό. Συντονιστείτε μαζί σας λοιπόν κάθε δεύτερη Παρασκευή (αρχής γενομένης από την επόμενη) και καλές ακροάσεις!


Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

"δυτικά της Σαπφούς" της Κατερίνας Σημηντήρα

Η πρώτη ματιά στα ποιήματα που απαρτίζουν την συλλογή Δυτικά της Σαπφούς της Κατερίνας Σημηντήρα αφήνει την αίσθηση μιας παράξενης αποσπασματικότητας. Όχι έλλειψη συνοχής ή ενότητας, κάθε άλλο, μάλλον μια δομή σε μορφή στιγμιότυπων που όσο προχωράει η ανάγνωση εξελίσσεται σε αρκετά ενδιαφέρουσα. Σαν ένα αναπάντεχο φωτογραφικό άλμπουμ στίχων, η συλλογή αυτή κινείται ταυτόχρονα στην σφαίρα της ανάγνωσης και στην σφαίρα της εικόνας. Το πλέον θετικό στοιχείο κατά τη γνώμη μου στα Δυτικά της Σαπφούς είναι το ότι ενώ η ποιήτρια διεκδικεί και επενδύει συνειδητά σε μια αποσπασματική προσέγγιση της πραγματικότητας, την ίδια στιγμή πετυχαίνει να εντάξει κάθε ποίημα που βρίσκεται στη συλλογή σε ένα ενιαίο σύνολο όπου εξισορροπούνται αντίθετες δυνάμεις.

Η Κατερίνα Σημηντήρα δείχνει ένα φανερό ταλέντο στο να απομονώνει εικόνες και να τις παγώνει μέσα στον χρόνο και στις λέξεις, φωτίζοντας τες κατάλληλα ώστε να λειτουργούν όχι μόνο ως εφαλτήρια για την δική της εμπειρική γραφή αλλά και ως αφορμές για τον αναγνώστη. Στην συλλογή αυτή βρίσκουμε μια κατά κάποιο τρόπο αποσπασματική ποίηση, που όμως δίνει μεγάλη σημασία στις συνδέσεις που την κρατούν σε τροχιά επικοινωνίας με τον αποδέκτη της, αυτό είναι ένα ρίσκο που φαίνεται ότι έχει αποδώσει.

Η προσέγγιση με άξονα το προσωπικό βίωμα επιτρέπει την εγκαθίδρυση μιας οικειότητας, χωρίς απαραίτητα να περνάει από το καταλυτικό αυτοβιογραφικό στοιχείο του πρώτου ενικού προσώπου: αυτή η λεπτή απόσταση που χωρίζει αυτά τα δύο είναι το στοιχείο που κατά κάποιο τρόπο εγγυάται την ισορροπία μεταξύ εκείνων που λέγονται ευθέως και εκείνων που αποτελούν την έμπνευση του δημιουργού. Παρόλο που σε λεξιλογικό επίπεδο τα πράγματα στην συλλογή αυτή είναι μάλλον απλά, η Κατερίνα πετυχαίνει ενδιαφέροντες συνδυασμούς που ξεφεύγουν από την πεπατημένη χωρίς να απομακρύνονται από την αίσθηση της οικειότητας που διέπει το σύνολο των ποιημάτων. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη πρωτοτυπία σε ό,τι αφορά στα εννοιολογικά στοιχεία αυτά καθεαυτά ή στην δομή των ποιημάτων, δεν υπάρχουν όμως ούτε ασάφειες, ούτε γκρίζες ζώνες. Είναι φανερό σε όλη την έκταση της συλλογής ότι η Κατερίνα Σημηντήρα κάνει μια αξιόλογη προσπάθεια να ψηλαφήσει τον σταματημένο χρόνο που οριοθετεί την ανάμνηση και τελικά δείχνει να το επιτυγχάνει.

Κρις Λιβανίου

Δύο από τα ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

απουσία σήμανσης[1]

Τώρα που οι ώρες με αποχαιρετούν χωρίς συμβάντα
Ανεξήγητη αυτή η προσπάθεια να συγκρατήσω το όνειρο
που με παραπλανά ολόκληρη ζωή
Αφού όλα έχουν ήδη ειπωθεί
Προπάντων ο επίλογος

η θυσία[2]

Ιούλιος, απομεσήμερο του ‘70
Καφετιές γειτονιές
Σκονισμένες, χαμηλόφωνες
Κι ο μονόδρομος
Σχεδόν έτοιμη.
Σχεδόν ανέτοιμη.
Ο δρόμος μύριζε ανυπομονησία.
Μες το παλιό, σκοτεινό, κίτρινο δωμάτιο
έκλαιγε γοερά η γυναίκα
Έξω ο αγέρας βούλιαζε βαρύς
Σιγανά βήματα και τα παράθυρα
γεμίζανε ψιθύρους
Κοιτάχτηκες τάχα αδιάφορα
στον ξεφλουδισμένο καθρέφτη
Η τελευταία σου κίνηση

Ύστερα όλα ησύχασαν
Κι ένας αδειανός ουρανός
έβρεχε σιωπή και σκόνη
Σχεδόν έτοιμη
σχεδόν ανέτοιμη προχώρησες
Κανείς δεν υποψιάστηκε τίποτα
Δεν υπήρχε βωμός


[1] Κατερίνα Σημηντήρα, Δυτικά της Σαπφούς, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, 2005, σελ. 19.
[2] Σελ. 40

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Μεταπολεμικοί ποιητές και κινηματογράφος

Η στάση των μεταπολεμικών ποιητών απέναντι στον κινηματογράφο είναι ποικίλη: κάποιοι τον είδαν θετικά και ανέπτυξαν καλή σχέση μαζί του, ορισμένοι τον αντιμετώπισαν με επιφύλαξη γιατί τον θεωρούσαν λαϊκό θέαμα και άρα προϊόν υποκουλτούρας, ενώ άλλοι επέδειξαν αμφιθυμία.

Οι δύο νομπελίστες ποιητές μας, Οδυσσέας Ελύτης και Γιώργος Σεφέρης, έχουν και οι δύο γράψει σχετικά. Στο μελέτημά του «Η ποίηση του κινηματογράφου και ο WaltDisney» που δημοσιεύθηκε το 1938 στο περιοδικό Νέα Γράμματα, ο Οδ. Ελύτης εκφράζει τον θαυμασμό του για τις ταινίες του Αμερικανού: «Τα sillysymphonics δημιουργήθηκαν σαν μια σειρά τολμηρών μοντέρνων ποιημάτων που το καθένα τους τροποποιεί την πραγματικότητα φτάνοντας στην υπερπραγματικότητα, που το καθένα τους είναι μια ριψοκίνδυνη πράξη του πνεύματος μέσα στις περιοχές του αγνώστου».

Αντίθετα, ο Γιώργος Σεφέρης στο άρθρο του «Η ποίηση στον κινηματογράφο», το οποίο έγραψε με αφορμή μία ταινία βασισμένη στο έργο «Φονικό στην εκκλησιά» (Murder in the Cathedral) του T. S. Eliot, την οποία σκηνοθέτησε ο Αυστριακός George Hoellering το 1951, υποστηρίζει: «Ως τώρα ο κινηματογράφος σήμαινε την παντοδυναμία της εικόνας, ως το αποκοίμισμα της συνείδησης του θεατή. Με το πείραμα της προβολής του “Φονικού στην εκκλησιά” γυρεύουμε να υποτάξουμε την κινούμενη εικόνα στον πνευματικότερο λόγο που ξέρουμε, τον ποιητικό λόγο (...) όμως αναρωτιέμαι μήπως [αυτό] σημαίνει και την αναίρεση του κινηματογράφου: το κυνήγημα μιας χίμαιρας».Το άρθρο δημοσιεύθηκε το 1986 στο περιοδικό Διαβάζω.

Πέρα όμως από κρίσεις και κριτικές, ας δούμε πώς πέρασε ο κινηματογράφος σε αυτό καθεαυτό το ποιητικό σώμα. Είναι γνωστό το σχετικό ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου:

Τα μυστικά του σινεμά
Είναι σαν της ποιήσεως τη μαγεία
Είναι σαν ποταμός που ρέει
Εικών εικών και άλλες εικόνες
Κ αίφνης –διακοπή
Cut! Cut! Coupez!
(Παρών και ο clackman κάθε τόσο)
Κ έπειτα πάλι ο ποταμός
Κ έπειτα πάλι εικόνες
Και ουδέποτε χάνεται ο ειρμός
Όχι στο νόημα μα στη μαγεία
Όσο και αν ρέουν τα καρέ
Βωβού ή ομιλούντος
Σαν ποταμός που ρέει
Ή σαν κορδέλα που εκτυλίσσεται
Φθάνει να ρέει η κάθε εικόνα
Με άκραν συνέπειαν στον εαυτόν της
Φθάνει να ζει πλήρη ζωή η καθε μια
Τα μυστικά του σινεμά
Δεν είναι στο νόημα μα στην αλήθεια που έχουν
Τα ορατά οράματα κινούμενα μπροστά μας
Παράλογα ή λογικά
Τα μυστικά του σινεμά
Είναι και αυτά εικόνες.

Υπάρχουν όμως και άλλα, πιθανώς λιγότερο γνωστά ποιήματα, όπως «Το πρωί και το βράδυ» του Μίλτου Σαχτούρη (από τη συλλογή Ο Περίπατος, 1960), στο οποίο ο κινηματογράφος παρουσιάζεται ως επιθυμητός χώρος φυγής από τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα:

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ΄το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί

έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σοφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι

ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος

Με τον ίδιο τρόπο προβάλλει τον κινηματογράφο και ο Τίτος Πατρίκιος στο ποίημά του «Στον κινηματογράφο» (συλλογή Μαθητεία, 1963):

Ευγενικά ακουμπάμε δίπλα-δίπλα
γελάμε ή συγκινιόμαστε
ο διώκτης κι ο κυνηγημένος
ο βασανισμένος κι ο βασανιστής
ο εραστής και ο σύζυγος.
Για δυο ώρες μοναχά μες στο σκοτάδι
ήρεμοι, άγνωστοι και φιλικοί.

Ένα άλλο ποίημα, το οποίο ο καθηγητής Ευριπίδης Γαραντούδης (βλ. παρακάτω) θεωρεί το χαρακτηριστικότερο της σχέσης που οι μεταπολεμικοί ποιητές ανέπτυξαν με το σινεμά, είναι του Λουκά Κούσουλα. Γράφτηκε μεταξύ 1964 και 1977 (απροσδιόριστο πότε ακριβώς) και έχει τον εύγλωττο τίτλο «Θερινός κινηματογράφος»:

Μας πήραν στο λαιμό τους ένα-δυο ονόματα
ηθοποιών.η όλη υπόθεση
απεδείχθη για κλάματα.
Μείναμε ωστόσο. Πού να πηγαίνεις
περασμένη πια η ώρα,
χάνοντας ίσως από πάνω και τη δροσιά,
και τα εισιτήρια καλοπληρωμένα...
Αφρίσει-ξαφρίσει που λέει κι ο λαός.
Το πήραμε εξάλλου ελαφρά.
Ωραίο καλοκαιρινό βράδυ
με τον κόσμο να σμαριάζει χαρούμενος στα μπαλκόνια
και τα ουράνια πάνω μας
ανοιχτά.

Ξεχώριζαν κάτι αστέρια.
Από το ένα στο άλλο, χωρίς
να το καταλάβουμε καλά-καλά,
ανεπαισθήτως λοιπόν σχηματίσαμε,
θαμπή στην ανταύγεια με μια νέα ομορφιά,
τη Μεγάλη Άρκτο ολόκληρη.
Όχι, δεν ήταν μια χαμένη
βραδιά η περιπλάνησή μας στο απρόοπτο
καλοκαιρινό σινεμά.

Βλέπουμε ότι το θερινό σινεμά προσλαμβάνεται σαν ανοιχτός χώρος «κοινωνικής συνάθροισης, που προσφέρει στους θαμώνες του την ευκαιρία για απολαυστική φυγή στη θέαση του νυχτερινού ουρανού», όπως γράφει ο καθηγητής Ε. Γαραντούδης στο μελέτημά του «Ποίηση και κινηματογράφος», ακόμη κι αν είναι κακή η ταινία. Προβάλλει δηλαδή τον κινηματογράφο «με ρεαλιστικούς όρους, ως μέσο καθημερινής διασκέδασης, οργανικά ενταγμένο στην ατομική και τη δημόσια ζωή ανθρώπων που πολιτισμικά είναι συμφιλιωμένοι μαζί του, καθώς δεν καλλιεργούν την προσδοκία (βλ. τον στ.9: «Το πήραμε εξάλλου ελαφρά») και δεν έχουν την προκατάληψη ότι ο κινηματογράφος είναι ή πρέπει να γίνει μεγάλη τέχνη, ανάλογη της λογοτεχνίας».

Ενδιαφέρον, για τους αντίθετους λόγους, παρουσιάζει επίσης ένα μικρό και άτιτλο ποίημα που δημοσίευσε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1980 (στη συλλογή του Ιστορίες του γλυκού νερού) και αναφέρεται στον κινηματογράφο. Σε αυτό ο κινηματογράφος παρουσιάζεται αρνητικά ως μία από τις εκδηλώσεις των νέων ηθών που ευτελίζουν την πραγματική ζωή, υποκαθιστώντας τη με κούφια υποκατάστατα:

«καλύτερα να πάμε σινεμά» μου είπε
«βαριέμαι στο δωμάτιό σου»

παράξενα παιδιά: προτιμούνε
να καυλώνουν εξ αποστάσεως
παρά εξ επαφής

Τα ποιήματα που παρατέθηκαν παραπάνω έχουν βασικό θέμα τους τον κινηματογράφο. Εάν επιχειρούσαμε να αναφερθούμε και στα ποιήματα που κάνουν απλή μνεία στον κινηματογράφο, ο αριθμός θα ήταν πολύ μεγαλύτερος. Εάν μάλιστα προσθέταμε και τα ποιήματα που μιλούν για αστέρες του κινηματογράφου, ο αριθμός θα έπαυε να είναι διαχειρίσιμος. Ανεξάρτητα λοιπόν από τη στάση που τήρησαν οι ποιητές απέναντι στην έβδομη τέχνη, είναι γεγονός ότι η ύπαρξή της τους απασχόλησε ιδιαίτερα, αξιώνοντας μια θέση στο εκφραστικό τους μέσο.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 31 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Μάνα, μητέρα, μαμά - Σκέψεις και παράδοξα για τον ρόλο της μητέρας στα δημοτικά τραγούδια


            «Μάννα με τους εννιά σου γιούς και με τη μιά σου κόρη,
Την κόρη την μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
Την είχες δώδεκα χρονών κι ήλιος δε σου την είδε. (...)
Στ’οχτώ μνήματα δέρνεται, στ’οχτώ μοιρολογάει,
στου Κωνσταντίνου το θαφτό τες πλάκες ανασκ’ώνει (...)»[1]

«- Σένα σε κλαίνε τα πουλιά, της άνοιξης τ’αηδόνια,

Σε κλαίν’και τα ψηλά βουνά, σε κλαίν’και τα ποτάμια.
-Τι μ’έχουν εμένα τα πουλιά, τι μ’έχουνε τ’αηδόνια,
Τι μ’έχουν τα ψηλά βουνά, τι μ’έχουν τα ποτάμια;
Μένα με κλαί’ η μάνα μου κι άλλος κανείς στον κόσμο.»[2]

«Μια Οβριοπούλα θέριζε κ’ήτο και γκαστρωμένη.
Δεμάτι από τη μια μεριά, δεμάτ’από την άλλη,
στη μέση των εκάησε χρουσόν υιόν και κάνει
και στην ποδιά της τό’αλενα πα’ να το κρεμίση.
Στο δρόμο όπουπήαινε, πέρδικα της παντήσσει.
-Μωρή σκύλλα, μωρ’άνομη, μωρή κακή γυναίκα,
εγώ ‘χω δώδεκα πουλιά κι ούλα θα τ’αναθρέψω
και συ’καμες χρουσόν υιό και πα ‘να τον κρεμίσεις;
Κ’η κόρη μετανόησε και πίσω το διαέρει
και μεσ’ στη κούνια το’βαλε, νανάρισμα του λέει:
-Γιέ μ’, ά ξερτώσεις και ενής και ίνης κυνηάρης
και σου παντήξη η πέρδικα, να μη τήνε σκοτώσεις,
γιατ’εκείνη ειν’΄η μάννα σου κ’εγώ ‘μαι η νανά σου.»[3]

«Καλογριά ν’ηγέννησε τσ’έκαμε γιό Προσφύρη.
Παραστσευγή γεννήθηνε, Σάββατο ν εβαφτίστη,
Την Τσεργαστή ν εζήτησε κουτσά να κοκκαλίση.»[4]

Αυτά είναι ελάχιστα μόνο από τα παραδείγματα που συναντά κανείς στα δημοτικά τραγούδια σχετικά με την φιγούρα της μητέρας, περιορίστηκα στα πιο γνωστά, και σε κάποια πιο ασυνήθιστα. Άβυσσος η σχέση με την μητέρα, ξέρουμε όλοι κάποιον Σίγκμουντ Φρόιντ που θα συμφωνούσε. Είναι γεγονός ότι στα δημοτικά τραγούδια η μητρότητα είναι ο καταλύτης στην εξέλιξη της γυναικείας φιγούρας: κάνεις παιδιά, έχει καλώς, αποκτάς μια κάποια υπόσταση. Δεν κάνεις, τότε τα πράγματα είναι δύσκολα. Προφανώς δεν είναι ίδιον της δικής μας λαϊκής ποίησης αυτό, είναι μάλλον παγκόσμιο φαινόμενο, άλλωστε μέσω της τεκνοποίησης διασφαλίζεται το μέλλον της κοινότητας. Παρόλα αυτά, είναι η ιδιότητα της μάνας που κάνει να ακούγεται η γυναικεία φωνή όταν αυτό συμβαίνει, είναι αυτή που της προσδίδει εκτόπισμα και λόγο, ισχύ και την όποια αυτονομία σκέψης και πράξης.
Η μάνα της Αρετούσας έθαψε εννιά παιδιά και τα πενθεί όλα εξίσου, όμως είναι η κατάρα των λόγων της που θα επιτύχουν το ακατόρθωτο, να κάνουν τον μικρότερο, τον Κωνσταντίνο, αυτόν που της έδωσε υπόσχεση και την αθέτησε, να σηκωθεί από τον τάφο σε μια επική αναπαράσταση, για να διορθώσει το λάθος. Το κατά πόσο είναι δίκαιη η οργή της μάνας στο ομώνυμο τραγούδι είναι ένα θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά, όμως αυτό που δίνει ισχύ στην φωνή της δεν είναι το δίκιο, είναι το δικαίωμα. Το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στα παιδιά της. Ο λαϊκός ποιητής ανιχνεύει προσεκτικά την γκρίζα ζώνη στην οποία ανέκαθεν κινούνται οι σχέσεις μάνας και παιδιών, παρατηρεί τους μύθους και τους αναπαράγει σε μια προσπάθεια να βγάλει στο φως μια από τις πλέον έντονες και πολύπλοκες σχέσεις στη ζωή των ανθρώπων.
Υγιόν είχα στο δάσκαλο, κ’ υγιό είχα στο σκολείο,
κι ο δάσκαλος το σκόλασε, στο σπίτι του το στέλνει.
Βρίσκει τη μάννα κ’ έπαιζε μαζί με τον Οβραίο.
-«Παίξε τα, μάννα, παίξε τα μαζί με τον Οβραίο
και σαν έρθει ο πατέρας μου εγώ θαν το μαρτυρήσω».
Το γέλασε, το πλάνεψε με σύκα, με καρύδια,
στην κάμαρά του τό’βαλε και του Οβραίου λέει:
-«Έλα να σφάξεις ένα αρνί, ‘να τρυφερό κατσίκι».[5]
(...)
Από τη μια μεριά έχουμε την πέρδικα που είναι το σύμβολο της αυτοθυσίας και της μητρικής αφοσίωσης και από την άλλη τη μάνα φόνισσα που πορεύεται με άξονα το προσωπικό συμφέρον και θύμα το παιδί της. Ο ποιητής εξυμνεί την πρώτη κάνοντάς την πρότυπο μητέρας και καταβαραθρώνει την δεύτερη αποδίδοντας δικαιοσύνη μέσω του φόνου από τον άντρα της, δίκαιου αυτή τη φορά.
Δεν υπάρχει μητρότητα εκτός γάμου, καμία έκπληξη εδώ, εκτός από τις φορές εκείνες που η παράδοξη γέννηση είναι θεμελιώδες συστατικό ηρωοποίησης, ο Πορφύρης με μάνα καλόγρια και όρεξη θηρίου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η καλόγρια που τον έφερε στον κόσμο ήταν τόσο παρά φύση που μόνο ως οιωνός μπορεί να εκληφθεί: πράγματι, ο γιός της είχε μπροστά του ένα λαμπρό και απολύτως ξεχωριστό μέλλον ανδρείας.
Ο δημοτικός ποιητής αναγνωρίζει μόνο την μάνα που λειτουργεί ως στήριγμα και κριτής, ως προστάτης αλλά και τιμωρός, ως σημείο αναφοράς στη ζωή και στον θάνατο. Τα μοιρολόγια της μάνας για το παιδί της είναι από τα πλέον ισχυρά τόσο από άποψη γεωγραφικού εύρους όσο και συγκινησιακής φόρτισης: όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με τον θάνατο του παιδιού της, η μάνα δεν ξεχνάει, δεν απαρνιέται, δεν αποδέχεται. Για τον ποιητή, είναι ο πυλώνας που θα ένωνε, αν αυτό ήταν εφικτό, τον Κάτω κόσμο με την ζωή στη γη. Η πέρδικα που μεγαλώνει τα παιδιά της με αυτοθυσία, η ελαφίνα που πενθεί τον θάνατο του παιδιού της πίνοντας βρώμικο νερό στις παραλογές, αλλά και η μάνα στα μοιρολόγια που αγωνίζεται να φανταστεί το παιδί της την πρώτη του νύχτα στον Κάτω κόσμο, που ανησυχεί για την ερημιά του, το κρύο και το φόβο, δίνουν στον λαϊκό ποιητή τα συστατικά εκείνα που καθιστούν την μάνα θεμελειώδη φιγούρα στο νεοελληνικό φαντασιακό. Της αναγνωρίζει δικαίωμα πράξης και λόγου πάνω στα παιδιά της αλλά επιμένει στις υποχρεώσεις και το καθήκον της απέναντι σ’αυτό που θα αποτελέσει το νέο αίμα της κοινωνικής ομάδας: το άτομο στην πιο ευάλωτη περίοδο της ζωής του.
 
Κρις Λιβανίου

[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Δημήτρίου Πετρόπουλου, τ. Ι, σελ. 69 και 70.
[2] Guy Saunier, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Τα μοιρολόγια, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 118.
[3] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογή, τ.Ι, σελ. 448-449, Αθήνα, 1962, 2000.
[4] Id. σελ. 56.
[5] «Μάννα φόνισσα» in. [5] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογή, τ.Ι, σελ. 370, Αθήνα, 1962, 2000.