Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

"παρουσίες - απουσίες" της Χαράς Χρηστάρα

Η ποιητική συλλογή της Χαράς Χρηστάρα παρουσίες-απουσίες αποτελείται από δώδεκα ποιήματα μοιρασμένα σε τέσσερεις ενότητες. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια ποίηση της εικόνας, της φωτογραφίας, του καθρέφτη. Περιγραφική της προσωπικής καθημερινότητας όσο σπάνια συναντά κανείς, η δουλειά της Χαράς Χρηστάρα είναι μια παράδοξη ωδή σε όλα αυτά τα μικρά και ανεπαίσθητα που απαρτίζουν και συνθέτουν το περίγραμμα της ζωής. Το ερώτημα είναι βέβαια ποιάς ζωής.. και η απάντησή του μάλλον είναι της ίδιας της ποιήτριας. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι έχουμε μια απεικόνιση σε στίχους όλων αυτών των προσωπικών αναμνήσεων και συνηθειών που συνθέτουν την ρουτίνα ενός ανθρώπου.

Με ένα σύνολο ποιημάτων στο πρώτο ενικό, σχεδόν απροκάλυπτα αυτοβιογραφικά, σαν σκηνικά ενός θεατρικού έργου με πρωταγωνίστρια την ίδια, η ποιήτρια επιχειρεί να παγώσει στον χρόνο μια καθημερινότητα που αφορά μόνον εκείνη αφού είναι... η δική της. Υπάρχει αυτοπεποίθηση στην γραφή και στα γραφόμενα και καθόλου απειρία (λογικό, δεδομένου ότι η Χαρά Χρηστάρα δεν είναι στην πρώτη της ποιητική απόπειρα, κάθε άλλο μάλιστα), και κατά συνέπεια ένας δυναμισμός και μια ευθύτητα που καθιστούν τα περιγραφόμενα ενδιαφέροντα και διατηρούν την περιέργεια του αναγνώστη στο ακέραιο. Η ποιήτρια γράφει σε απλή, εύκολη γλώσσα, δεν ψάχνει ούτε ψηλαφεί τις λέξεις της, ενδεχομένως επειδή η ουσία μπορεί να βρίσκεται αλλού: στην εικόνα ίσως, στην ακριβή αναπαράσταση και την ρεαλιστική περιγραφή των ανθρώπων, των αναμνήσεων και των καταστάσεων.

Κάθε ποίημα είναι αφιερωμένο σε ένα ορισμένο θέμα, είτε μια ανάμνηση είτε ένα οικείο πρόσωπο, έχει την δική του δυναμική και μια αυτοτέλεια που δεν στερείται ενδιαφέροντος: στο τέλος του έχει εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκε. Οι τίτλοι μένουν πιστοί στην λογική της περιγραφικής αυτής ποίησης («Έκλεισε το καφέ Ζουρνάλ», «η ψυχαναλύτριά μου» είναι κάποια παραδείγματα) και προϊδεάζουν τον αναγνώστη για το περιεχόμενο αφενός, για το ύφος αφετέρου. Τα πορτραίτα που σχηματίζονται σιγά-σιγά έρχονται να ενισχύσουν την αφηγηματική πλευρά της συλλογής και αφήνουν μια ελάχιστη γεύση πρόζας : ο αναγνώστης ενδιαφέρεται να μάθει ποιος είναι ο κάθε ήρωας που φωτίζεται και ποια είναι η σχέση του με την ποιήτρια/αφηγήτρια όχι από περιέργεια αλλά από γνήσιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον απέναντι σε ένα κείμενο που παρουσιάζει πλοκή.

Η πρωτοτυπία της συλλογής αυτής δεν έγκειται ούτε στην θεματολογία, ούτε στο λεξιλόγιο, ούτε καν σε έναν εκκεντρικό στίχο: το στοιχείο που δρα καταλυτικά είναι ακριβώς το ότι η δημιουργός αφηγείται μικρές προσωπικές ιστορίες σε στίχους. Ο ύφαλος της όλης υπόθεσης είναι όμως ότι μια τόσο καθοριστικά προσωπική ποίηση, στηριγμένη στο αφηγηματικό «εγώ» και στους παρελθοντικούς χρόνους δεν μπορεί να ταξιδέψει τον αναγνώστη γιατί δεν τον αφορά άμεσα, δεν του παρέχει το υλικό εκείνο, το έναυσμα ίσως καλύτερα με το οποίο θα ταυτιστεί και θα προχωρήσει προς μια κατεύθυνση που δεν έχει ξαναπάρει.

Δεν θα διανοηθώ καν να υποθέσω ότι η ποίηση, όπως και τα υπόλοιπα είδη της λογοτεχνίας εξυπηρετούν κάποιο ορισμένο σκοπό, όμως η σκέψη μου παραμένει ότι η ποίηση που καταλήγει να εγγράφεται στην μνήμη είναι εκείνη που υπό κάποιες οικουμενικές συνθήκες οδηγεί τον αναγνώστη εκεί όπου δεν τον είχαν πάει μέχρι τότε οι δικές του σκέψεις. Τα ποιήματα στις παρουσίες-απουσίες δεν ξαφνιάζουν κανέναν, δεν ξεπερνούν τα όρια, πιθανότατα δεν παράγουν αυθύπαρκτες σκέψεις. Οι δρόμοι κάθαρσης που ενδεχομένως ακολούθησε η ποιήτρια για να καταλήξει σ’αυτή τη συλλογή είναι τόσο προσωπικοί και τόσο οριοθετημένοι στον ατομικό της χωρόχρονο που δεν μπορούν εύκολα να αποτελέσουν περιουσία και άλλων ανθρώπων, αυτό είναι ίσως το μείζον θέμα εδώ. Η αμεσότητα και η ειλικρίνεια (κατ’επίφαση ή μη) είναι δύο στοιχεία που λειτουργούν θετικά, και προσανατολίζουν τον αναγνώστη σε μια πιο φρέσκια προσέγγιση των τεκταινομένων: όντως καταφέρνουν να προσδώσουν άλλη διάσταση στα πρόσωπα και στις συγκινήσεις.

Δεν συναντάται συχνά μια αυτοβιογραφική ποίηση γραμμένη με τόσο θάρρος και τις φορές που συμβαίνει, σπάνια διαθέτει την αποστασιοποίηση, ακόμα και την αισιοδοξία της δουλειάς της Χαράς Χρηστάρα. Φαίνεται όμως ότι είναι μια ποιητική προσέγγιση που απαιτεί ρίσκα και στην προκειμένη περίπτωση κάποια από αυτά οδήγησαν σε απώλειες.


Έκλεισε και η Πυξίδα[1]

Έκλεισε, είπαμε, το καφέ Ζουρνάλ.
Έκλεισε δίπλα και η Πυξίδα.

Η Ράνια που αγωνιζόταν
να την κρατήσει
με νύχια και με δόντια
μικρή παλεύοντας με τους
μεγάλους της δουλειάς
έλαβε απρόσμενα
τελειωτικό χτύπημα
από ασυνείδητο γιατρό...

Τόσα χαμόγελα καθημερινά
περνώντας από’κει
τόσες καλημέρες
τόση εκατέρωθεν συμπάθεια
για τα ειπωμένα και
τα ανείπωτα
με την ίδια και τη φίλη της.

Τέλος οι παραγγελίες
των βιβλίων.

Τέλος το βιβλίο μου
στη βιτρίνα
με τη γαλάζια τουλίπα
περιποιημένο, τυλιγμένο
ίδια στο χρώμα του εξώφυλλου.

Το βιβλιοπωλείο Πυξίδα έκλεισε.


[1] Σελ. 13.

1 σχόλιο:

  1. Θα έλεγα ότι οι δρόμοι της κάθαρσης αφορούν το σύνολο του ανθρώπινου γένους και από την άποψη αυτή ασφαλώς ΟΙ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ-ΑΠΟΥΣΙΕΣ καταθέτουν ένα απώδυνο "εγώ" που αυτομάτως μετατρέπεται σε ένα εξίσουμε επώδυνο "εμείς;". Ας μην ξεχνάμε το πρόταγμα της συλλογής : Πρώτη κραυγή του ανθρώπου/ αυτή του πόνου…
    Η αποτελεί με τον πιο απλό τρόπο την καταγραφή μιας ζοφερής πραγματικότητας όπως την εισπράττει η δημιουργός στην καθημερινότητά της. Σχεδόν ανεπαίσθητη γραφή αερική όπως οι συγκεχυμένες μας σκέψεις, αλληλοδιάδοχη σαν τα τετελεσμένα των τελευταίων χρόνων, κάποτε πικρή, άλλοτε στοχαστική, απορημένη, βλέπει τα πράγματα να ξεμακραίνουν δίχως επιστροφή... Και από την άποψη αυτή γίνεται/ταυτίζεται με το σύνολο της κοινωνίας αλλά και με τον καθένα μας ξεχωριστά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή