Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Άννα Αχμάτοβα



Γεννήθηκα την ίδια χρονιά με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τη "Σονάτα του Κρόιτσερ" του Τολστόι, τον πύργο του Άιφελ και καθώς φαίνεται την ίδια χρονιά με τον Έλιοτ. Τη χρονιά εκείνη το Παρίσι γιόρταζε τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την πτώση της Βαστίλης -ήταν το 1889. Τη νύχτα της γέννησής μου γιορτάζεται ο Άη Γιάννης, 23 Ιουνίου (Midsummer Night). Με έβγαλαν Άννα προς τιμήν της γιαγιάς μου Άννας Γεγκόροβνας Μοτολίβοβα. Η μητέρα της ήταν απόγονη του Τσένγκις Χαν, η Τατάρα πριγκίπισσα Αχμάτοβα, το επίθετο της οποίας χρησιμοποίησα ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο χωρίς να φαντάζομαι πως θα γινόμουν ρωσίδα ποιήτρια. Γεννήθηκα στην ντάτσα Σαρακίνι (στο Μπολσόι Φοντάν, δίπλα στην ενδέκατη στάση του καρβουνιάρη, πολύ κοντά στην Οδησσό). Αυτή η ντάτσα (που έμοιαζε μάλλον με καλυβούλα) βρισκόταν στο βάθος ενός πολύ στενόμακρου, κατηφορικού κτήματος, δίπλα στο ταχυδρομείο. Η όχθη της θάλασσας στο σημείο αυτό είναι απόκρημνη, και οι ράγες του καρβουνιάρη περνούσαν άκρη-άκρη.

Όταν ήμουν 15 χρονών και ζούσαμε στη ντάτσα στο Λούσντορφ, περνώντας κοντά από το μέρος αυτό, η μαμά μου πρότεινε να περάσουμε και να ρίξουμε μια ματιά στη ντάτσα Σαρακίνι που δεν είχαμε δει μέχρι τότε ξανά. Στην είσοδο της καλυβούλας της είπα: "Εδώ μια μέρα θα βάλουν μια αναμνηστική πλάκα". Δεν ήμουν ματαιόδοξη. Επρόκειτο απλώς για ένα ανόητο αστείο. Η μαμά απογοητεύτηκε. "Θεέ μου, πόσο άσχημα σε ανάθρεψα", είπε.

(1957)

Το παραπάνω κείμενο είναι η πρώτη παράγραφος μιας αυτοβιογραφίας που ήθελε να γράψει η Αχμάτοβα. Το χειρόγραφο φυλάσσεται στα λογοτεχνικά αρχεία της Ρωσικής Εθνικής Βιβλιοθήκης (Rossijskaja Nacional'naja Biblioteka - RNB) στην Αγία Πετρούπολη.

Το σπιτάκι που γεννήθηκε η Αχμάτοβα δεν υπάρχει πια. Κοντά όμως στο σημείο όπου βρισκόταν, από το 1989 υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα με την εξής επιγραφή: "Εδώ, στο βάθος της αλέας βρισκόταν στο σπίτι όπου γεννήθηκε η Άννα Αντρέεβνα Αχμάτοβα (Γκορένκο) - ρωσίδα ποιήτρια. 1889-1996."

Από την Athens Review of Books, 
Σεπτέμβριος 2015

Ένα ποίημα της Αχμάτοβα σε μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου:

Κι εσύ νόμισες πως ήμουν από κείνες
που εύκολα κάποιοι ξεχνούν,
πως να πεθαίνω με λυγμούς και μ' οδύνες
σ' αλόγου από κάτω τις οπλές θα με δουν.

Ή πως μάγισσες θα τρέξω να βρω
σε νερό τα μαντζούνια να βάλουν
να σου δώσουν για δώρο φρικτό
μυρωδάτο μαντίλι θανάτου.

Την κατάρα μου να 'χεις λοιπόν. Ούτε βόγκο, ούτε βλέμμα
της καρδιάς σου την πέτρα ν' αγγίξω,
μόνο όρκο στων αγγέλων τον κήπο,
στων θαυμάτων την εικόνα θα παίρνω
και στη φλόγα της νύχτας μαζί σου
πως ξανά την ψυχή μου σε σένα δεν φέρνω.

(1921)

2 σχόλια:

  1. Προτιμώ το πεζό από το ποίημα. Ίσως επειδή πολλά ποιήματα μου φαίνονται σαν τεμπέλικες κουρτίνες που προσπαθούν να κρύψουν την αδυναμία των δημιουργών τους να διαχειριστούν μια ιστορία με το απαιτούμενο πάθος και την αρμόζουσα δεξιοτεχνία. Το ποίημα "Κι εσύ νόμισες" της Αχμάτοβα, με άγγιξε ίσως επειδή είναι μια ολόφωτη λαμπερή κουρτίνα που δεν θέλω να την τραβήξω από τα μάτια μου καθώς συμπυκνώνει όλο το πάθος που θα είχε το μυθιστόρημα που έχει ήδη αφηγηθεί και που πια δεν με νοιάζει να το διαβάσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κάποια ποιήματα είναι σαν ίνες φωτός που "δένουν" τον αναγνώστη στο άρμα του ποιητή για πάντα... αυτοί που γράφουν τέτοια ποιήματα μένουν στην ιστορία, όπως η Αχμάτοβα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή