Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

"23 Μέρες" της Ασημίνας Ξηρογιάννη


23 μέρες Μια πρώτη ανάγνωση του 23 Μέρες της Ασημίνας Ξηρογιάννη αν μη τι άλλο δημιουργεί μια σειρά έντονων εντυπώσεων. Εκ βάθρων διαφορετική από την προηγούμενη δουλειά της (έτυχε να κοιτάξω την συλλογή της Εποχή μου είναι η ποίηση για μια κριτική εδώ στο ΣτίγμαΛόγου πέρυσι περίπου τέτοια εποχή), εκ πρώτης όψεως δείχνει να κέρδισε το στοίχημα της διαφοροποίησης από ό,τι έχει γράψει στο παρελθόν.

Δύσκολο να την περιγράψει κανείς παρόλα αυτά. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κείμενο που κινείται στα όρια των λογοτεχνικών ειδών, διεκδικεί μια θέση στην γκρίζα ζώνη ανάμεσά τους, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να σπάσει τους δεσμούς που ενδεχομένως θα το συνέδεαν με την όποια «αναμενόμενη» και στυλιστικά κατοχυρωμένη γραφή. Η ίδια η συγγραφέας σε κάποιο σημείο του βιβλίου υπονοεί ότι το όλο εγχείρημα μοιάζει με ποιητική νουβέλα, είναι μια μάλλον καλή περιγραφή του τί συμβαίνει σε αυτό το έργο, τουλάχιστον από τεχνικής απόψεως. Η πρόζα συνυπάρχει με την ποίηση και τη θεατρική σκηνοθεσία σε μια λογοτεχνική πραγματικότητα που έχει αρκετα θετικά στοιχεία χωρίς να στερείται και αρνητικών.

Η ισχυρή παρουσία του αφηγητή/σκηνοθέτη ακουμπάει με έμπειρη ματιά στους ήρωες, το περίγραμμά τους και τις σκέψεις τους, και υφαίνει ένα λεπτό δίχτυ ισορροπιών και αντιστάσεων ανάμεσα στους παρόντες και τις συγκινήσεις που τους οριοθετούν. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει συγκεκριμένη πρόθεση σε ό,τι αφορά την συγκεκριμένη δουλειά, που επιμελώς αποφεύγω να κατατάξω σε κάποιο είδος. Έχει πρόθεση, έχει και χάρτη για να φτάσει εκεί που θέλει, ακρίβεια στις λέξεις της και εσωτερικό ρυθμό που τονίζει την ποιητικότητα όσο και την θεατρικότητα του αποτελέσματος, δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία πάνω σ’αυτό. Η θεατρικότητα έγκειται κυρίως στην διαχείρηση του ποιητικού χρόνου (όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό), στη στασιμότητα και την ακινησία του κάποιες φορές, ενώ ο ρυθμός επικεντρώνεται συχνά στην αφήγηση όπου αυτή υπάρχει, και στην δημιουργία μιας πρόζας που να ξετυλίγεται στον δικό της χώροχρονο.

Η ιδέα της συνάντησης, της «συνεύρεσης» των λογοτεχνικών ειδών δεν είναι καινούρια, είναι μάλιστα πολλές φορές δοκιμασμένη: από την Βάρδια του Καββαδία μέχρι κάποια από τα ποιήματα του Baudelaire για να περιοριστώ στα περισσότερο γνωστά, ο συγκερασμός των ειδών έχει την ιδιότητα να τραβάει την προσοχή και να δημιουργεί εκπλήξεις. Δεν είμαι σίγουρη παρόλα αυτά ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα λειτούργησε ικανοποιητικά στις 23 Μέρες: αντί για μια συγκεκριμένη λογοτεχνική τοποθέτηση, το αποτέλεσμα κινείται στην γκρίζα ζώνη της ασάφειας και αυτό είναι ένα στοιχείο που μετά την πρώτη εντύπωση, μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση. Τα όρια είτε στην πρόζα, είτε στην ποίηση, εστιάζονται στην σαφήνεια του τελικού αποτελέσματος, στοιχείο σημαντικό για την κατανόηση των μηνυμάτων, για το καθρέφτισμα του αναγνώστη στο κείμενο, για την σκιαγράφηση εν τέλει της αμφίδρομης πορείας ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη, γι' αυτό όταν θαμπώνουν, το συνολικό αποτέλεσμα δέχεται πλήγμα.

Υπάρχει γρήγορος ρυθμός και εξωστρέφεια όσον αφορά την ποιητική πλευρά του έργου, αλλά και πλοκή, χαρακτήρες και πρωταγωνιστές, στοιχεία πρόζας δηλαδή, τα οποία αν και δεν συνυπάρχουν πάντα αρμονικά, δημιουργούν την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου συνόλου. Η αποσπασματικότητα στο χτίσιμο των πρωταγωνιστών δεν τους καθιστά ούτε εύθραυστους αλλά ούτε και ελλιπείς, αντίθετα παραπέμπει σε εναλλαγές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Η ευρηματικότητα και το ποιητικό θάρρος είναι αρετές που δεν λείπουν από το κείμενο, αντίθετα αυτό που έχει δεχτεί ισχυρό πλήγμα είναι η συνοχή, και τελικά η αρμονία. Το πεδίο εκείνο όπου η ποίηση, η πρόζα και το θέατρο θα συνυπήρχαν σε μια δυναμική ισορροπία είναι περιορισμένης έκτασης και στηριγμένο σε λεπτές, σχεδόν ανεπαίσθητες ισορροπίες, και οι 23 Μέρες δεν κατάφεραν να αποφύγουν όλους τους υφάλους ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με την φροντίδα στη γλώσσα και την αμέριστη προσοχή στις λέξεις και τους συσχετισμούς μεταξύ τους, κατάφερε ίσως να εστιάσει στο καθεαυτό αποτέλεσμα αυτής της συνύπαρξης χωρίς όμως να βρει τις λύσεις εκείνες που θα την απομάκρυναν από την περιπέτεια της ασάφειας και της αμηχανίας: οι 23 Μέρες βρέθηκαν τελικά εκτός πορείας.


Κρις Λιβανίου

Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό κατά τη γνώμη μου σημείο του έργου:

VII[1]

Το δωμάτιο είναι σιωπηλό.

Μέσα στη σιωπή της νύχτας οι λέξεις μοιάζουν με σκιές που χορεύουν μέσα στους τέσσερις τοίχους. Η Σοφί ακούει ανάσες ποιημάτων που τραυματίστηκαν πριν ακόμα γραφτούν.
Πάντοτε τον ρωτούσε με αγωνία:

«Γιατί με αφήνεις να μιλάω μόνη μου;»

Η σχέση τους ένα ερωτηματικό.


[1] Σελ. 19.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου