Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

"παρουσίες - απουσίες" της Χαράς Χρηστάρα

Η ποιητική συλλογή της Χαράς Χρηστάρα παρουσίες-απουσίες αποτελείται από δώδεκα ποιήματα μοιρασμένα σε τέσσερεις ενότητες. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια ποίηση της εικόνας, της φωτογραφίας, του καθρέφτη. Περιγραφική της προσωπικής καθημερινότητας όσο σπάνια συναντά κανείς, η δουλειά της Χαράς Χρηστάρα είναι μια παράδοξη ωδή σε όλα αυτά τα μικρά και ανεπαίσθητα που απαρτίζουν και συνθέτουν το περίγραμμα της ζωής. Το ερώτημα είναι βέβαια ποιάς ζωής.. και η απάντησή του μάλλον είναι της ίδιας της ποιήτριας. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι έχουμε μια απεικόνιση σε στίχους όλων αυτών των προσωπικών αναμνήσεων και συνηθειών που συνθέτουν την ρουτίνα ενός ανθρώπου.

Με ένα σύνολο ποιημάτων στο πρώτο ενικό, σχεδόν απροκάλυπτα αυτοβιογραφικά, σαν σκηνικά ενός θεατρικού έργου με πρωταγωνίστρια την ίδια, η ποιήτρια επιχειρεί να παγώσει στον χρόνο μια καθημερινότητα που αφορά μόνον εκείνη αφού είναι... η δική της. Υπάρχει αυτοπεποίθηση στην γραφή και στα γραφόμενα και καθόλου απειρία (λογικό, δεδομένου ότι η Χαρά Χρηστάρα δεν είναι στην πρώτη της ποιητική απόπειρα, κάθε άλλο μάλιστα), και κατά συνέπεια ένας δυναμισμός και μια ευθύτητα που καθιστούν τα περιγραφόμενα ενδιαφέροντα και διατηρούν την περιέργεια του αναγνώστη στο ακέραιο. Η ποιήτρια γράφει σε απλή, εύκολη γλώσσα, δεν ψάχνει ούτε ψηλαφεί τις λέξεις της, ενδεχομένως επειδή η ουσία μπορεί να βρίσκεται αλλού: στην εικόνα ίσως, στην ακριβή αναπαράσταση και την ρεαλιστική περιγραφή των ανθρώπων, των αναμνήσεων και των καταστάσεων.

Κάθε ποίημα είναι αφιερωμένο σε ένα ορισμένο θέμα, είτε μια ανάμνηση είτε ένα οικείο πρόσωπο, έχει την δική του δυναμική και μια αυτοτέλεια που δεν στερείται ενδιαφέροντος: στο τέλος του έχει εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκε. Οι τίτλοι μένουν πιστοί στην λογική της περιγραφικής αυτής ποίησης («Έκλεισε το καφέ Ζουρνάλ», «η ψυχαναλύτριά μου» είναι κάποια παραδείγματα) και προϊδεάζουν τον αναγνώστη για το περιεχόμενο αφενός, για το ύφος αφετέρου. Τα πορτραίτα που σχηματίζονται σιγά-σιγά έρχονται να ενισχύσουν την αφηγηματική πλευρά της συλλογής και αφήνουν μια ελάχιστη γεύση πρόζας : ο αναγνώστης ενδιαφέρεται να μάθει ποιος είναι ο κάθε ήρωας που φωτίζεται και ποια είναι η σχέση του με την ποιήτρια/αφηγήτρια όχι από περιέργεια αλλά από γνήσιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον απέναντι σε ένα κείμενο που παρουσιάζει πλοκή.

Η πρωτοτυπία της συλλογής αυτής δεν έγκειται ούτε στην θεματολογία, ούτε στο λεξιλόγιο, ούτε καν σε έναν εκκεντρικό στίχο: το στοιχείο που δρα καταλυτικά είναι ακριβώς το ότι η δημιουργός αφηγείται μικρές προσωπικές ιστορίες σε στίχους. Ο ύφαλος της όλης υπόθεσης είναι όμως ότι μια τόσο καθοριστικά προσωπική ποίηση, στηριγμένη στο αφηγηματικό «εγώ» και στους παρελθοντικούς χρόνους δεν μπορεί να ταξιδέψει τον αναγνώστη γιατί δεν τον αφορά άμεσα, δεν του παρέχει το υλικό εκείνο, το έναυσμα ίσως καλύτερα με το οποίο θα ταυτιστεί και θα προχωρήσει προς μια κατεύθυνση που δεν έχει ξαναπάρει.

Δεν θα διανοηθώ καν να υποθέσω ότι η ποίηση, όπως και τα υπόλοιπα είδη της λογοτεχνίας εξυπηρετούν κάποιο ορισμένο σκοπό, όμως η σκέψη μου παραμένει ότι η ποίηση που καταλήγει να εγγράφεται στην μνήμη είναι εκείνη που υπό κάποιες οικουμενικές συνθήκες οδηγεί τον αναγνώστη εκεί όπου δεν τον είχαν πάει μέχρι τότε οι δικές του σκέψεις. Τα ποιήματα στις παρουσίες-απουσίες δεν ξαφνιάζουν κανέναν, δεν ξεπερνούν τα όρια, πιθανότατα δεν παράγουν αυθύπαρκτες σκέψεις. Οι δρόμοι κάθαρσης που ενδεχομένως ακολούθησε η ποιήτρια για να καταλήξει σ’αυτή τη συλλογή είναι τόσο προσωπικοί και τόσο οριοθετημένοι στον ατομικό της χωρόχρονο που δεν μπορούν εύκολα να αποτελέσουν περιουσία και άλλων ανθρώπων, αυτό είναι ίσως το μείζον θέμα εδώ. Η αμεσότητα και η ειλικρίνεια (κατ’επίφαση ή μη) είναι δύο στοιχεία που λειτουργούν θετικά, και προσανατολίζουν τον αναγνώστη σε μια πιο φρέσκια προσέγγιση των τεκταινομένων: όντως καταφέρνουν να προσδώσουν άλλη διάσταση στα πρόσωπα και στις συγκινήσεις.

Δεν συναντάται συχνά μια αυτοβιογραφική ποίηση γραμμένη με τόσο θάρρος και τις φορές που συμβαίνει, σπάνια διαθέτει την αποστασιοποίηση, ακόμα και την αισιοδοξία της δουλειάς της Χαράς Χρηστάρα. Φαίνεται όμως ότι είναι μια ποιητική προσέγγιση που απαιτεί ρίσκα και στην προκειμένη περίπτωση κάποια από αυτά οδήγησαν σε απώλειες.


Έκλεισε και η Πυξίδα[1]

Έκλεισε, είπαμε, το καφέ Ζουρνάλ.
Έκλεισε δίπλα και η Πυξίδα.

Η Ράνια που αγωνιζόταν
να την κρατήσει
με νύχια και με δόντια
μικρή παλεύοντας με τους
μεγάλους της δουλειάς
έλαβε απρόσμενα
τελειωτικό χτύπημα
από ασυνείδητο γιατρό...

Τόσα χαμόγελα καθημερινά
περνώντας από’κει
τόσες καλημέρες
τόση εκατέρωθεν συμπάθεια
για τα ειπωμένα και
τα ανείπωτα
με την ίδια και τη φίλη της.

Τέλος οι παραγγελίες
των βιβλίων.

Τέλος το βιβλίο μου
στη βιτρίνα
με τη γαλάζια τουλίπα
περιποιημένο, τυλιγμένο
ίδια στο χρώμα του εξώφυλλου.

Το βιβλιοπωλείο Πυξίδα έκλεισε.


[1] Σελ. 13.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Γεώργιος Σουρής στα Χανιά

Ο Γεώργιος Σουρής, ένας από τους σημαντικότερους σατυρικούς ποιητές της νεώτερης Ελλάδας και εκδότης της εφημερίδας «Ρωμηός», επισκέφθηκε τα Χανιά τον Απρίλιο του 1904 και διέμεινε στην πόλι για είκοσι μέρες στην αριστοκρατική συνοικία Καστέλλι, όπου κατοικούσε η κόρη του Έλλη με τον σύζυγό της Ανδρέα Μοσχονά, διευθυντή της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας «Πατρίς».

Η τοπική εφημερίδα «Νέα Έρευνα» ενημερώνει το αναγνωστικό της κοινό, στις 16 Απριλίου 1904, για την άφιξη του δημοφιλέστερου των Ελλήνων ποιητών, του ανεξάντλητου σατυρικού Γεωργίου Σουρή, στην πόλη των Χανίων: «Ήλθεν εις την αγαπητήν του Κρήτην, όπως διέλθει ημέρας τινάς παρά τη προσφιλεί κόρη του, κυρία Μοσχονά, και επί τη ευκαιρία ταύτη, μας παρασκευάζει μία θαυμασίαν έκπληξιν, ένα Κρητικόν Ρωμηόν, τον οποίων τω ενέπνευσεν η θέα των Κρητικών βουνών και της Κρήτης η πλήρης αναμνήσεων ατμόσφαιρα».

Στην εφημερίδα «Πατρίς», στο φύλλο της 22ας Απριλίου 1904, δημοσιεύεται η είδηση: «Σουρής, ο πανελλήνιος και τόσον λατρευτός και εν Κρήτη ποιητής παρεπιδημεί εις την πόλιν μας. Ήλθε διά να παραμείνη ολίγας ημέρας και παρ’ ημίν να μας γνωρίση εκ του πλησίον και να... μας σατυρίση. Ο Ρωμηηός του προσεχούς Σαββάτου θα είνε γεμάτος από Κρήτη. Γνήσιος δε Κρητικός διότι θα γραφή εδώ, εντεύθεν δε θα σταλή εις τας Αθήνας προς εκτύπωσιν. Ευτυχώς διά τον ποιητήν ήλθεν εις εποχήν καθ’ ην θα δυνηθή να εύρη αρκετά ενδιάφεροντα θέματα διά την πένναν του».

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Χανιά ο Γεώργιος Σουρής εξέδωσε δύο φύλλα του Ρωμηού. Ο ποιητής έφυγε από τα Χανιά κατευχαριστημένος και κατενθουσιασμένος επιφυλασσόμενος να επισκεφθή την πόλη και τον επόμενο χρόνο.

Το ταξείδι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ μάλλον λόγω των ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων και του κοπιώδους αγώνα πολιτικής επικρατήσεως του εμπνευστή και ηγέτη του κινήματος του Θερίσου, Ελευθερίου Βενιζέλου που όπως επισημαίνει και ο Κ. Σβολόπουλος «από την έκβαση του κινήματος εξήρτα το πολιτικόν του μέλλον».

Ο Σουρής απευθυνόμενος στους Κρήτες θα προσπαθήσει να αποτρέψει τη συμμετοχή στο σκηνοθετημένο κίνημα για ν’ αποφευχθεί ο εμφύλιος σπαραγμός προτρέποντας «φρόνηση κι αγάπη, σε λαό και σε παλάτι».

Αν και ο ποιητής κατηγορήθηκε ως προσωπολάτρης και δυναστικός για την αρνητική του στάση στο κίνημα του Θερίσου, από τους εμπαθείς μετόχους των κοινών, ωστόσο δικαιώθηκε όταν ο «αντιδυναστικός» ηγέτης του Θερίσου όχι μόνο δεν αποδέχθηκε «φρόνιμα» να συνεργαστεί με το παλάτι, το 1910, αλλά επανέφερε και τους πρίγκιπες στο στράτευμα παρά τις αντίθετες εισηγήσεις, του αρχικού Νικόλαου Ζορμπά και των άλλων πρωταγωνιστών του κινήματος του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδή.

[...] Το αξιοπερίεργο, στα κρητικά φύλλα του Ρωμηού είναι ότι το μοναδικό ίσως πρόσωπο που δεν κατονομάζεται από τον Σουρή αλλά υπονοείται με το γνωστό σκωπτικό ύφος του σατυρικού ποιητή είναι ο Βενιζέλος που την περίοδο αυτή αναζητά συμμαχίες και οπαδούς για το κόμμα του. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ρωμηός:

«Για κύττα των βουνών τα χιονισμένα φρύδια
Για κύτταξε και μερικούς
Των Κρητικών πολιτικούς
Που θέλουν στρούγκαις σαν και σας
Μα δεν ευρίσκουν γίδια».

Οι συχνές επισκέψεις του Σουρή στο παλάτι του πρίγκιπα στη Χαλέπα, οι αναφορές στους στίχους του στα πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Ύπατου Αρμοστή και η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα των Χανίων φαίνεται οτι εντυπωσίασαν τον επισκέπτη ο οποίος απόλαυσε πράγματι, όπως ομολογεί και ο ίδιος στους στίχους του, τη διαμονή του στην πρωτεύουσα της Κρητικής Πολιτείας.

[...] Χαρακτηριστικό του ύφους του Σουρή είναι και το δίστιχο «Ω Ελλάς ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα».

Δυστυχώς αν και πέρασαν τόσα χρόνια από τότε που γράφτηκαν οι στίχοι του Σουρή, που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα αυτό του Σκορπιοόυ, η Ελλάδα συνεχίζει να βγάζει και «γαϊδάρους» και να βρίσκουν οι κομματικές στρούγκες τα αναγκαία «γίδια» και τα «πρόβατα» που θα συνεχίζουν να ψηφίζουν, εννοείται, τις καλύτερες συνθήκες σφαγής τους.


«Ίων»

Σημ. Το κείμενο όπως και η αναδημοσίευση του φύλλου του "Ρωμηού" πιο κάτω είναι από το "εδώδιμο αντιαποκιακό έντυπο πολιτικού σατυρικού φιλολογικού & ιστορικού ενδιαφέροντος" που εκδίδεται στα Χανιά από τον Χρήστο Μαχαιρίδη, εκδότη και του λογοτεχνικού περιοδικού "Έρεισμα", του οποίου την έκδοση δυστυχώς δεν μπόρεσε να διατηρήσει.




Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Αναπροσδιορίζοντας τη σχέση των αναγνωστών με την ποίηση

Αφορμή για τις σκέψεις που θα παραθέσω εδώ ήταν η τελευταία κριτική της Κρις Λιβανίου για την ποιητική συλλογή «43 ημέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, αλλά και η συνέντευξη της Κατερίνας Ηλιοπούλου που φιλοξενήσαμε την περασμένη εβδομάδα. Και στα δύο αυτά κείμενα θίχτηκε το θέμα του επαναπροσδιορισμού της σχέσης του αναγνώστη με την ποίηση. Πολλοί είναι οι δρόμοι που μπορούν να οδηγήσουν στον εν λόγω επαναπροσδιορισμό και, όπως είπε η Κατερίνα Ηλιοπούλου, «το διακύβευμα ήταν και είναι η αποκατάσταση μιας διαλεκτικής».

«Αποκατάσταση», είπε η Κατερίνα, υπονοώντας πως η σχέση έχει διαρραγεί ή τεθεί σε λανθασμένη βάση. Φταίει «μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η ποίηση είναι βαρετή και η ανασφάλεια που γεννά το γεγονός ότι δεν την καταλαβαίνει κανείς». Πώς μπορεί όμως να επέλθει αυτή η αποκατάσταση;

Ένας τρόπος είναι η «συνεύρεση των λογοτεχνικών ειδών» για την οποία έγραψε η Κρις Λιβανίου. Η συνεύρεση αυτή παράγει κείμενα που ανήκουν σε περισσότερα από ένα είδη, με πιο γνωστό το πεζό ποίημα. Πράγματι από τα ποιήματα του Baudelaire μέχρι τη Βάρδια του Καββαδία, «ο συγκερασμός των ειδών έχει την ιδιότητα να τραβάει την προσοχή και να δημιουργεί εκπλήξεις». Τα ποιήματα λοιπόν συνδιαλέγονται με τα πεζά ή μεταμφιέζονται παίρνοντας τη φόρμα τους, αποκτούν θεατρικά στοιχεία ή αποφθεγματικά. Άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι: σε αυτές τις δεύτερες περιπτώσεις τα ποιήματα εξορίζονται στη γκρίζα ζώνη του λυκόφωτος και μένουν εκεί για πάντα. Τα ποιήματα, όχι συλλήβδην η ποίηση – έτσι θέλω να ελπίζω τουλάχιστον.

Ένας άλλος τρόπος «αποκατάστασης» της διαλεκτικής του αναγνώστη με την ποίηση είναι η ανάμειξη των διαφόρων ειδών τέχνης από την οποία προκύπτουν σύνθετα έργα, με πιο γνωστό ίσως παράδειγμα τη ζωγραφική ποίηση του Εγγονόπουλου. «Η σύγχρονη λογοτεχνία ενσωματώνει και χρησιμοποιεί με ελευθερία όλες τις γλώσσες της τέχνης, συχνά επινοεί καινούριες, δημιουργεί υβρίδια, δεν περιορίζεται από συγκεκριμένα μέσα», όπως έγραψε η Κρις. Μάλιστα, στις μέρες μας, με τις πολλές και ποικίλες τεχνικές δυνατότητες, οι ποιητές οδηγούνται από το βιβλίο στη δημιουργία έργων με ήχο και εικόνα ή χρησιμοποιούν στοιχεία από επιστημονικές, τεχνολογικές, ψηφιακές και άλλες απροσδόκητες διαδικασίες.

Βέβαια η προσπάθεια δεν σταματά εκεί. Φαντασία και όρεξη να υπάρχει! Μόλις χθες δημιουργήθηκε στο facebook η εκδήλωση “Last night a poet saved my life”, στην οποία οι ποιητές λαμβάνουν θέση πίσω από την κονσόλα σαν άλλοι DJ και βάζουν αγαπημένες τους μουσικές την ίδια στιγμή που διαβάζουν ποιήματα αγαπημένων τους ποιητών (όχι δικά τους). Και τι να πούμε για την περυσινή συνάντηση της hip hop με την ποίηση του Καβάφη υπό την κηδεμονία του Θωμά Τσαλαπάτη; Ή για τη «μηχανή της ποίησης» που έστησε το λογοτεχνικό περιοδικό [φρμκ] στη φετινή art athina, η οποία παρήγαγε ένα ολοκληρωμένο ποίημα για κάθε «πελάτη» που παρέδιδε συμπληρωμένο ένα ειδικά σχεδιασμένο ερωτηματολόγιο; Χιλιάδες ακόμη είναι οι δράσεις: intothepill, prostibulo poetico, αλλά και οι «ψαγμένοι» χώροι όπως οι karaoke poetry bar, poems 'n crimes...

Τελικά, κάθε τρόπος που στοχεύει στην εξοικείωση του κοινού με την ποίηση είναι «νόμιμος»; Μένει να το δούμε. Τα αποτελέσματα θα είναι σίγουρα απρόβλεπτα και πάντως δεν θα μπορούν να υποκαταστήσουν την εμπειρία που συνάγεται από την ανάγνωση κατά μόνας. Όμως όλες αυτές οι δράσεις ξεκινούν από την πεποίθηση των ποιητών και των ανθρώπων που αγαπούν την ποίηση ότι η συμμετοχή στο ποιητικό γεγονός δημιουργεί χαρά και ως τέτοιες αξίζουν την υποστήριξη ή -έστω απλά- την ανοχή μας.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

"23 Μέρες" της Ασημίνας Ξηρογιάννη


23 μέρες Μια πρώτη ανάγνωση του 23 Μέρες της Ασημίνας Ξηρογιάννη αν μη τι άλλο δημιουργεί μια σειρά έντονων εντυπώσεων. Εκ βάθρων διαφορετική από την προηγούμενη δουλειά της (έτυχε να κοιτάξω την συλλογή της Εποχή μου είναι η ποίηση για μια κριτική εδώ στο ΣτίγμαΛόγου πέρυσι περίπου τέτοια εποχή), εκ πρώτης όψεως δείχνει να κέρδισε το στοίχημα της διαφοροποίησης από ό,τι έχει γράψει στο παρελθόν.

Δύσκολο να την περιγράψει κανείς παρόλα αυτά. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κείμενο που κινείται στα όρια των λογοτεχνικών ειδών, διεκδικεί μια θέση στην γκρίζα ζώνη ανάμεσά τους, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να σπάσει τους δεσμούς που ενδεχομένως θα το συνέδεαν με την όποια «αναμενόμενη» και στυλιστικά κατοχυρωμένη γραφή. Η ίδια η συγγραφέας σε κάποιο σημείο του βιβλίου υπονοεί ότι το όλο εγχείρημα μοιάζει με ποιητική νουβέλα, είναι μια μάλλον καλή περιγραφή του τί συμβαίνει σε αυτό το έργο, τουλάχιστον από τεχνικής απόψεως. Η πρόζα συνυπάρχει με την ποίηση και τη θεατρική σκηνοθεσία σε μια λογοτεχνική πραγματικότητα που έχει αρκετα θετικά στοιχεία χωρίς να στερείται και αρνητικών.

Η ισχυρή παρουσία του αφηγητή/σκηνοθέτη ακουμπάει με έμπειρη ματιά στους ήρωες, το περίγραμμά τους και τις σκέψεις τους, και υφαίνει ένα λεπτό δίχτυ ισορροπιών και αντιστάσεων ανάμεσα στους παρόντες και τις συγκινήσεις που τους οριοθετούν. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει συγκεκριμένη πρόθεση σε ό,τι αφορά την συγκεκριμένη δουλειά, που επιμελώς αποφεύγω να κατατάξω σε κάποιο είδος. Έχει πρόθεση, έχει και χάρτη για να φτάσει εκεί που θέλει, ακρίβεια στις λέξεις της και εσωτερικό ρυθμό που τονίζει την ποιητικότητα όσο και την θεατρικότητα του αποτελέσματος, δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία πάνω σ’αυτό. Η θεατρικότητα έγκειται κυρίως στην διαχείρηση του ποιητικού χρόνου (όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό), στη στασιμότητα και την ακινησία του κάποιες φορές, ενώ ο ρυθμός επικεντρώνεται συχνά στην αφήγηση όπου αυτή υπάρχει, και στην δημιουργία μιας πρόζας που να ξετυλίγεται στον δικό της χώροχρονο.

Η ιδέα της συνάντησης, της «συνεύρεσης» των λογοτεχνικών ειδών δεν είναι καινούρια, είναι μάλιστα πολλές φορές δοκιμασμένη: από την Βάρδια του Καββαδία μέχρι κάποια από τα ποιήματα του Baudelaire για να περιοριστώ στα περισσότερο γνωστά, ο συγκερασμός των ειδών έχει την ιδιότητα να τραβάει την προσοχή και να δημιουργεί εκπλήξεις. Δεν είμαι σίγουρη παρόλα αυτά ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα λειτούργησε ικανοποιητικά στις 23 Μέρες: αντί για μια συγκεκριμένη λογοτεχνική τοποθέτηση, το αποτέλεσμα κινείται στην γκρίζα ζώνη της ασάφειας και αυτό είναι ένα στοιχείο που μετά την πρώτη εντύπωση, μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση. Τα όρια είτε στην πρόζα, είτε στην ποίηση, εστιάζονται στην σαφήνεια του τελικού αποτελέσματος, στοιχείο σημαντικό για την κατανόηση των μηνυμάτων, για το καθρέφτισμα του αναγνώστη στο κείμενο, για την σκιαγράφηση εν τέλει της αμφίδρομης πορείας ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη, γι' αυτό όταν θαμπώνουν, το συνολικό αποτέλεσμα δέχεται πλήγμα.

Υπάρχει γρήγορος ρυθμός και εξωστρέφεια όσον αφορά την ποιητική πλευρά του έργου, αλλά και πλοκή, χαρακτήρες και πρωταγωνιστές, στοιχεία πρόζας δηλαδή, τα οποία αν και δεν συνυπάρχουν πάντα αρμονικά, δημιουργούν την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου συνόλου. Η αποσπασματικότητα στο χτίσιμο των πρωταγωνιστών δεν τους καθιστά ούτε εύθραυστους αλλά ούτε και ελλιπείς, αντίθετα παραπέμπει σε εναλλαγές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Η ευρηματικότητα και το ποιητικό θάρρος είναι αρετές που δεν λείπουν από το κείμενο, αντίθετα αυτό που έχει δεχτεί ισχυρό πλήγμα είναι η συνοχή, και τελικά η αρμονία. Το πεδίο εκείνο όπου η ποίηση, η πρόζα και το θέατρο θα συνυπήρχαν σε μια δυναμική ισορροπία είναι περιορισμένης έκτασης και στηριγμένο σε λεπτές, σχεδόν ανεπαίσθητες ισορροπίες, και οι 23 Μέρες δεν κατάφεραν να αποφύγουν όλους τους υφάλους ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με την φροντίδα στη γλώσσα και την αμέριστη προσοχή στις λέξεις και τους συσχετισμούς μεταξύ τους, κατάφερε ίσως να εστιάσει στο καθεαυτό αποτέλεσμα αυτής της συνύπαρξης χωρίς όμως να βρει τις λύσεις εκείνες που θα την απομάκρυναν από την περιπέτεια της ασάφειας και της αμηχανίας: οι 23 Μέρες βρέθηκαν τελικά εκτός πορείας.


Κρις Λιβανίου

Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό κατά τη γνώμη μου σημείο του έργου:

VII[1]

Το δωμάτιο είναι σιωπηλό.

Μέσα στη σιωπή της νύχτας οι λέξεις μοιάζουν με σκιές που χορεύουν μέσα στους τέσσερις τοίχους. Η Σοφί ακούει ανάσες ποιημάτων που τραυματίστηκαν πριν ακόμα γραφτούν.
Πάντοτε τον ρωτούσε με αγωνία:

«Γιατί με αφήνεις να μιλάω μόνη μου;»

Η σχέση τους ένα ερωτηματικό.


[1] Σελ. 19.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ποίηση των πρωτόγονων λαών του κόσμου

Η Ποίηση αποτέλεσε ζωτικότατο μέσον για τους πρωτόγονους λαούς που ήθελαν να εκφράσουν το θαυμασμό, την έκπληξη, την απορία, το φόβο, τα μεταφυσικά τους ερωτήματα, τις ανησυχίες, τις ελπίδες και τις απορίες τους για όσα έβλεπαν να συμβαίνουν γύρω τους. Τα τραγούδια αυτών των λαών έχουν χαρακτηριστική αφέλεια, φρεσκάδα και παιδικότητα που μετά από χιλιάδες χρόνια καθηλώνουν τον σύγχρονο άνθρωπο ο οποίος έχει συνηθίσει στην πολυπλοκότητα και στους εξωφρενικούς ρυθμούς της ζωής και έχει χάσει την επαφή με τις πρωτογενείς δυνάμεις που καθορίζουν την ύπαρξή μας. Τα φυσικά φαινόμενα. όπως η ανατολή ή η δύση του ήλιου, αποτελούσαν για τους πρωτόγονους λαούς θαύμα καθημερινό. Χαρακτηριστικό είναι ένα ποίημα των Αζτέκων που τραγουδιόταν με τη δύση:

Ο πατέρας, ο Ήλιος,
ντυμένος πλούσια φτερά ρίχνεται κάτω
μέσα σ' ένα βάζο με πετράδια,
στολισμένος μ' ένα περιδέραιο περουζένιο
ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια
που αιώνια πέφτουν βροχή
.

Οι Πυγμαίοι της Αφρικής, αυτή η πανάρχαιη φυλή που κατοικεί σε ζώνες απρόσιτων δασών της ισημερινής κεντρώας Αφρικής έχουν τραγουδήσει με παρόμοιο τρόπο το ουράνιο τόξο:

Ουράνιο τόξο, ώ ουράνιο τόξο !
Εσύ που λάμπεις, πέρα, τόσο
ψηλά και τόσο μακριά, απάνω
από τα δάση τα πυκνά
ανάμεσα σε μαύρα σύννεφα,
κόβοντας στα δυο το σκοτεινό
ουρανό, έχεις παλέψει
κι έχεις ρίξει κάτω τη βροντή
που μούγκρισε· μούγκρισε
με μανία, τόσο δυνατά- ήταν
άραγε μαζί μας οργισμένη;-

Ουράνιο τόξο, ώ ουράνιο τόξο
ανάμεσα σε μαύρα σύννεφα,
κόβοντας το σκοτεινό ουρανό
σα μαχαίρι που κόβει τ' ώριμο
φρούτο· τόξο δυνατό
του Κυνηγού, εκεί ψηλά,
που καταδιώκει το κοπάδι
των νεφών- όπως ένα
κοπάδι ελέφαντες σε τρόμο-

πες τις ευχαριστίες μας σ Αυτόν·
πες του "να μην οργίζεται"
πες του "να μην παραφέρεται"
πες του "να μη μας θανατώνει"!
Γιατί τρόμος μας πιάνει, πολύς.
Ουράνιο τόξο ω ουράνιο τόξο,
έτσι μίλησε Του για μας


Ένα άλλο υπέροχο τραγούδι αφρικάνικο μιλά για την ομορφιά της ζέβρας:

Τα μάτια της,
αστραφτερά, σπαθίζουν
ανταύγειες (η μέρα
κατοικεί μέσα τους).
Το δέρμα της απαλό, πολύ· τόσο
όσο των κοριτσιών.
Η μέση της,
όπως της γυναίκας
με σειρές από χάντρες
στολίζεται με μακριές γραμμές.
Άγριο πλάσμα...
Σόι με τοτέμ...


Σπουδαίο ρόλο στη ζωή των λαών αυτών έπαιζαν και τα πολεμικά τραγούδια, καθώς ο πόλεμος θεωρούνταν η υπέρτατη δοκιμασία των αντρών. Ένα κομμάτι σύντομο των Ινδιάνων της Αμερικής, αγαπημένο πολεμικό, μιλά για τον άντρα που πεθαίνει μόνος στα χωράφια:

Δε μου μένει καιρός πια, να ζήσω.
Μάνα! Μπορείς να με κλάψεις.

Όμως, εκτός απ τα πολεμικά, οι φυλές των ινδιάνων της Αμερικής έχουν να παρουσιάσουν και τραγούδια για άλλες πλευρές της ζωής όπως νανουρίσματα, ιδού ένα απ΄ αυτά (λίγο τρομακτικό είναι αλήθεια):

Πάψε να κλαις, κοιμήσου, Ηράνθεμο, μικρό μου αγόρι.
Εκείνος ο Σαβέγιο Σέντο θα σε πάρει αν κλαις...
Τώρα είναι πολύ χοντρά του μπαμπακόδεντρου τα φύλλα,
τώρα είναι πολύ χοντρά τα φύλα της ιτιάς,
κει μέσα θα σε πάρει κάτω απ' την ιτιά,
εκείνος ο Σαβέγιο Σεντο που τα δόντια μου φοβόμαστε όλοι.
Κει πέρα τώρα, πάνω στις βουνοκορφές,
αυτοί οι Σαβέγιο περπατούν κι όλα τ ακούνε.
Κι εκεί μες τα βουνά και κείνος θα σε πάρει,
εκεί που παίρνουν τώρα τα μεγάλα αγόρια και κορίτσια.


Οι πρωτόγονοι θαλασσινοί λαοί της Αυστραλίας τραγούδησαν με τρόπο εκπληκτικό τον ωκεανό και τα πλάσματα που ζούσαν μέσα του :

Καθώς κωπηλατούσαμε, είδαμε κείνη τη χελώνα·
είδαμε τα μάτια της ανοιχτά, τα πτερύγια της απλωμένα,
καθώς έπλεε.
Το θαλασσινό νερό διπλωνόταν στ' όστρακο της, απλωνόταν πάνω του.


Ένα ακόμα ποίημα απ' αυτήν τη μεριά του πλανήτη:

Κωπηλατούμε, ακούμε ένα θόρυβο·
ένα ψάρι πήδησε στην επιφάνεια του νερού·
ένα γατόψαρο! ένα πριονόψαρο! Για μας πηδάει αυτό
το ψάρι!
Ένα γατόψαρο δίπλα μας· γιατί ακούει τον ήχο του κανό μας ...


Κι ένα τρίτο:

Τι είναι αυτό που μας μπλοκάρει; H φάλαινα!
Καθώς κωπηλατούμε, βλέπουμε το ανοιχτό στόμα της.
Τι είναι κείνο;
Κωπηλατούμε μαλακά, γιατί βλέπουμε το ανοιχτό
στόμα της φάλαινας.
Τι είν' αυτό που κολυμπάει;
To ψαθί μας από νγκαϊνμαρα
κολυμπάει κάτω απ το νερό!
Κύματα υψώνονται υψώνονται απ' τα τα μεγάλα ψαθιά από νγκαϊνμαρα
που αφήνουν πίσω τους στροβιλιστό νερό που απ'
αυτά ραντίζεται!

Το νερό έρχεται μέσα απ' αυτά κι έρχεται σε μας αφρίζοντας, ραντίζοντας, βρυχώντας, πέρα πάνω στη θάλασσα.


Οι Αβορίγινες της Αυστραλίας κατάφεραν να ενσωματώσουν την ποίηση τους στοιχεία τόσο μοντέρνα όσο τα αεροπλάνα που τους προκαλούσαν έκπληξη απεριόριστη καθώς τα έβλεπαν να διασχίζουν αγέρωχα τους ουρανούς:

Να, πάει έν' άλλο εκεί πέρα ψηλά, κι άλλο εκεί.
Εκεί ψηλά ακολουθούν το ένα το άλλο.
Πάνε γρήγορα, βομβούν πέρα κει.
Λαμπερά αεροπλάνα, ζωγραφισμένα στον ουρανό.
Κι άλλο προσγειώθηκε εκεί πέρα , κι άλλο εκεί.
Έν' άλλο πέρα εκεί ψηλά χάθηκε...



Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Οι μεταφράσεις των ποιημάτων είναι των: Σωκράτη Λ. Σκαρτσή, Γιώργου Μπλάνα, Ορέστη Δαβία και Αθανάσιου Νταουσάνη.

Δείτε και μια παλαιότερη ανάρτηση για την En Hedu' Ana, την πρώτη ποιήτρια του κόσμου.

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Συνέντευξη της Κατερίνας Ηλιοπούλου στη Χριστίνα Λιναρδάκη


Τελευταία φορά συναντηθήκαμε με την Κατερίνα Ηλιοπούλου στη φετινή art athina. Η χαρά μου που ένα λογοτεχνικό περιοδικό έδινε το "παρών" σε μια τόσο σημαντική έκθεση για την τέχνη ήταν τεράστια. Συζητώντας το γεγονός μαζί της στο περίπτερο του [φρμκ], της απέσπασα την υπόσχεση για μια συνέντευξη... 


 
Χριστίνα Λιναρδάκη: Γιατί γράφεις ποίηση;


Κατερίνα Ηλιοπούλου: Θα αποπειραθώ να δώσω μία πολύ προσωπική απάντηση σε αυτό το ερώτημα που δεν απαντιέται. Γράφω για να διατηρήσω ή να επαναλάβω μία συνθήκη μοναξιάς, η πρώτη ανάμνηση της οποίας χάνεται στα εφηβικά χρόνια, που οδηγεί στην έκσταση. Δηλαδή σε μία κατάσταση εκτός των ορίων του κοινωνικού εαυτού μου, του εγώ μου, όπου είμαι ανοιχτή, ανυπεράσπιστη, ανισόρροπη. Η γραφή της ποίησης είναι ένας τρόπος κίνησης μέσα στην παραλυσία που γεννά η βαθιά παρατήρηση, η οποία καθιστά τον κόσμο που με περιβάλλει μια επικράτεια εντελώς άγνωστη που αιωρείται απρόσιτη, επικίνδυνη, θελκτική. Η γραφή είναι χειραφέτηση, σχέδιο, εκστρατεία, όχι για να δαμάσει κανείς αυτήν την κατάσταση αλλά να μπορέσει να την διατηρήσει με την μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια. Η γραφή είναι ξύπνημα μέσα στην ήδη συνειδητή ζωή και πάνω απ' όλα είναι πράξη. Γράφω γιατί για άγνωστους λόγους αγαπάω τις λέξεις και τις εκρήξεις που συμβαίνουν όταν συνδυάζονται, για το γεγονός ότι μέσα στη γραφή η απόσταση γίνεται εγγύτητα και η απομόνωση συμμετοχή. Γιατί η γραφή είναι κατανόηση και έρευνα που δεν τελειώνει ποτέ και μου επιτρέπει να δραπετεύω από την φυλακή της ατομικότητάς μου. Τέλος γράφω γιατί το γράψιμο, όταν συμβαίνει, προκαλεί ευτυχία. Όμως αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει όποιος δεν γράφει και για αυτό τον λόγο το ερώτημα δεν πρέπει να τίθεται.


Χ.Λ.: Πιστεύεις ότι στις μέρες μας «ο κύκλος της ποίησης όπως την ξέραμε έχει κλείσει» όπως έγραψε ο Άρης Μπερλής στο Athens Review of Books;

Κ.Η.: Αυτή η διατύπωση είναι προβληματική αλλά είναι μια καλή βάση για να συζητήσει κανείς. Πρώτον η λέξη “κύκλος”. Ο κύκλος ορίζει μια διαδρομή που επαναλαμβάνεται, άρα είτε σταματά εκεί όπου ξεκίνησε, είτε περνά από τα ίδια σημεία. Αυτές οι ανησυχίες περί τέλους κατατρύχουν συνήθως όσους αισθάνονται πως έχουν φτάσει στο τέλος της δικής τους βιολογικής ή δημιουργικής πορείας και δεν μπορούν να διανοηθούν ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρίζει μετά από αυτούς. Εγώ θα πρότεινα το σχήμα μίας σπείρας που εκτείνεται στο άπειρο αν ήθελα να περιγράψω σχηματικά την πορεία της ποίησης. Δεύτερον το “όπως την ξέραμε” δηλαδή “πώς” και “ποιοι”. Εμείς οι διανοούμενοι, το ευρύτερο κοινό, οι ποιητές οι ίδιοι; Αντιλαμβανόμαστε πόσο διαφορετικές περιοχές αντίληψης και γνώσης καλύπτουν αυτές οι κατηγορίες. Οι σύγχρονοι ποιητές που παρακολουθώ και αναζητώ (πολλοί από αυτούς, Έλληνες και ξένοι, έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό ΦΡΜΚ) είναι εκείνοι που επιμένουν. Επιμένουν να παρατηρούν τον κόσμο βαθιά και με γενναιότητα χωρίς να αφήνουν καμία περιοχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, γνώσης, εμπειρίας εκτός της έρευνάς τους. Έχουμε αφήσει πίσω μας οριστικά πολλά σχήματα, ποιητικούς τρόπους, κυρίως την έννοια της καθολικότητας, την εικόνα ενός ποιητή επόπτη ο οποίος κηρύσσει την αλήθεια. Βρισκόμαστε εδώ και πολλές δεκαετίες μέσα στο πεδίο των αποσπασμάτων και της πολλαπλότητας. Ο κόσμος είναι αενάως ανολοκλήρωτος, τεράστιος, αντιφατικός, γεμάτος νοήματα και γεμάτος καταρρεύσεις. Η εικόνα ενός ποιητή προφήτη (αν υπήρχε ποτέ) που θα μπορούσε να μας προστατεύσει από το χάος είναι μία φενάκη. Φενάκη επίσης ως καλλιτεχνική θέση είναι και αυτή η, πολύ συχνή είναι η αλήθεια, ψευδαισθητική συνθήκη της εξομολόγησης που θεωρεί τον εαυτό ένα πεδίο ικανό να συλληφθεί από το ίδιο το άτομο. Η θέση που βρίσκεται πιο κοντά στην δική μου αντίληψη είναι αυτή ενός ενεργού παρατηρητή-ερευνητή-εφευρέτη, που βλέπει τα πάντα χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα, επιλέγει, κάνει διακρίσεις, δημιουργεί συνδέσμους και αναπόφευκτα δημιουργεί νέες μορφές. Οι ποιητές που παρακολουθώ και αναζητώ -και υπάρχουν πολλοί- δημιουργούν έργα που δεν είναι τελειωμένα, οριστικά, δεν προσβλέπουν απαραίτητα στην κατανόηση, αλλά στην πρόσληψη, στην επισήμανση, στη δοκιμή, στην επινόηση. Όντας ενεργά υποκείμενα της εποχής τους, παραμένουν ανήσυχοι και ερωτηματικοί, ρισκάρουν το να μην γίνουν κατανοητοί, ακονίζουν την κριτική τους ικανότητα, αναρωτιούνται για την ίδια την φύση της τέχνης τους. Δεν υπηρετούν το γούστο του μέσου όρου, ούτε αυτό που θεωρείται αποδεκτό ή αναμενόμενο, έχουν την εντιμότητα να ξέρουν πότε κοροιδεύουν τον εαυτό τους και να ξεκινούν από την αρχή. Όλα συνεχίζονται λοιπόν χωρίς να τελειώνουν, όπως στους φανταστικούς κόσμους και τα άπειρα σε έκταση βιβλία του Μπόρχες, τα πράγματα δεν ταυτίζονται με τις λέξεις, ο κόσμος δεν χωράει μέσα στο κείμενο, όμως το πάθος της γλώσσας και η αναζήτηση παραμένουν.


Χ.Λ.: Στη φετινή art athina, όπου συμμετείχε το [φρμκ] για πρώτη φορά, προτείνατε στους επισκέπτες του περιπτέρου σας ένα παιχνίδι: σας έδιναν κάποιες λέξεις που τους αφορούσαν και μέσω κάποιας εφαρμογής τους επιστρέφατε ένα ποίημα. Αυτό το παιχνίδι με την ποίηση που προτείνατε, χαρακτηρίζει και τον τρόπο που πιστεύεις πως ένας αναγνώστης πρέπει να την προσεγγίζει; Σαν ένα παιχνίδι και όχι με σοβαροφάνεια;

Κ.Η.:
Μία από τις κεντρικές μου έγνοιες σε σχέση με την ποίηση είναι η ανανέωση της πρόσληψης του ποιητικού κειμένου από το κοινό. Ακόμα και οι πιο σκληροπυρηνικοί από εμάς, έχουμε υποφέρει από την ατμόσφαιρα μούχλας και παραίτησης που κυριαρχεί στην συντριπτική πλειονότητα των αναγνώσεων ποίησης από κάθε ηλικίας ποιητές. Είναι ευρέως γνωστό ότι διάφορες μορφές επιτελεστικής ανάγνωσης, αλλά και γενικότερα αυτό που λέμε performance, έχει μεγάλη εξάπλωση στις μητροπόλεις και τα φεστιβάλ ποίησης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έτσι η ποίηση “θεαματικοποιείται”. Όμως κάθε τρόπος που εξοικειώνει το κοινό με την ποίηση είναι για μένα νόμιμος και με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Άλλωστε τίποτα από όλα αυτά δεν αντικαθιστά τη μοναχική ανάγνωση. Το παιχνίδι που φτιάξαμε στην Art Athina, ήταν μια φανταστική “υπηρεσία”: υποσχόταν ότι θα έστελνε (και το έπραξε) ένα ολοκληρωμένο ποίημα σε κάθε έναν “πελάτη” ο οποίος παρέδιδε συμπληρωμένο το ερωτηματολόγιο που είχαμε συνθέσει για αυτό το σκοπό.

Όλες αυτές οι δράσεις ξεκινούν από την πεποίθηση ότι η επαφή με την ποίηση, η συμμετοχή στο ποιητικό γεγονός, δημιουργεί χαρά. Η ποίηση είναι συναρπαστική, αρκεί να βρείς τον τρόπο εισόδου. Εμείς με αυτά τα “διαδραστικά” έργα έχουμε δει στην πράξη αυτό να συμβαίνει. Δεν φταίει τόσο πολύ η σοβαροφάνεια αλλά μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η ποίηση είναι βαρετή και η ανασφάλεια που γεννά το γεγονός ότι δεν την καταλαβαίνει κανείς, αντιλήψεις συχνά τραυματικές ακόμα και για φοιτητές φιλολογίας που έχουν δημιουργηθεί από τον καταστροφικό τρόπο διδασκαλίας της ποίησης στο σχολείο. Το χιπ χοπ και η εξάπλωσή του είναι μια καλή απάντηση για το πόσο φυσική είναι η ποιητική έκφραση στους εφήβους. Το Karaoke Poetry Bar που συνδιοργάνωσα με τους Intothepill, το Prostibulo Poetico με το Poetry Now, ήταν έργα σύνθετα και πολυπρόσωπα με ενθουσιώδη συμμετοχή του κοινού. Όμως ακόμα και πιο απλές αναγνώσεις με ιδιαίτερη φροντίδα για τη σκηνοθεσία, τη θεματική και τη φωνή, στις οποίες έχω συμμετάσχει (όπως για παράδειγμα στις αναγνώσεις του “με τα λόγια γίνεται” του Παναγιώτη Ιωαννίδη) και στις θεματικές αναγνώσεις για την παρουσίαση των τευχών του ΦΡΜΚ, είναι θερμή και συχνά γεμάτη έκπληξη η ανταπόκριση ανθρώπων που δεν έχουν απαραίτητα μεγάλη εξοικείωση με ποιητικά κείμενα. Χρειάζεται λοιπόν να επιστρατεύσουμε την εφευρετικότητά μας αλλά και να μην διαιωνίζουμε τρόπους που έχουν αποδειχθεί από καιρό ανενεργοί (και σχεδόν, ως εκ τούτου, αρνητικοί).


Χ.Λ.: Η συλλογή σου «Άσυλο» έχει έντονο το στοιχείο του θεάτρου, αλλά και η πιο πρόσφατη συλλογή σου «Gestus» αγκαλιάζει τη φωτογραφία. Πες μας λίγα λόγια γι’ αυτή τη συνδιάλεξη της ποίησης με άλλες μορφές τέχνης.

Κ.Η.: Η σύγχρονη τέχνη ενσωματώνει και χρησιμοποιεί με ελευθερία όλες τις γλώσσες της τέχνης, συχνά επινοεί καινούριες, δημιουργεί υβρίδια, δεν περιορίζεται από συγκεκριμένα μέσα. Πολλοί σύγχρονοι ποιητές εκτός από βιβλία δημιουργούν έργα με ήχο και εικόνα, με συμβολή άλλων περφόρμερς, χρησιμοποιούν στοιχεία από διαδικασίες καθαρά επιστημονικές, τεχνολογικές κ.λπ. Κάθε έργο αποτελεί και ένα πρόβλημα που καλείται κανείς να λύσει. Ένα στοιχείο της λύσης είναι η μορφή. Κάθε έργο λοιπόν οδηγείται στη μορφή που το εξυπηρετεί καλύτερα. Όσο για μένα, παραμένω, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, μέσα στο πεδίο της γραφής μιας και αυτό μου δίνει από μόνο του την πολυμορφία των τρόπων του: την αφήγηση, τα ποικίλα είδη γλωσσικής έκφρασης, την εικαστική του διάσταση, το αρχιτεκτονικό χτίσιμο, την δημιουργία χαρακτήρων, την περφόρμανς. Όλα χωρούν μέσα στη γραφή. Το Άσυλο ενσωματώνει μία θεατρικότητα, Το βιβλίο του χώματος την αρχιτεκτονική της κίνησης και τη χαρτογράφηση, το τελευταίο μου βιβλίο Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα, επιστρατεύει διάφορα είδη λόγου. Το πρόσφατο Gestus είναι μία συνεργασία με τον εικαστικό και σύντροφό μου Γιάννη Ισιδώρου, όπου φωτογραφία και κείμενο αποτυπώνουν και αφηγούνται την ίδια διαδρομή.


Χ.Λ.: Εκτός από δικές σου ποιητικές συλλογές, έχεις μεταφράσει ποίηση. Η κλασική ερώτηση: μεταφράζεται η ποίηση;

Κ.Η.: Η μετάφραση όπως και η ποίηση είναι μια κίνηση προς την γνώση και την αυτογνωσία, ένα είδος επιστημολογίας, για το οποίο πρέπει να ανακαλύψω μόνη μου τα εργαλεία για αυτή τη γνώση καθώς και να αποδεχτώ ότι εισέρχομαι σε ένα πεδίο αμφιβολίας, σε ένα πεδίο δυναμικό που θα δοκιμάζει την ίδια την αντίληψή μου. Το ποίημα είναι ό,τι πιο ξένο μέσα σε μια ξένη γλώσσα. Η απόπειρα μετάφρασης του ποιήματος, αντιπροσωπεύει την πιο προκλητική κίνηση διαλόγου, μια δοκιμασία που αναλαμβάνει να κάνει το αδύνατο δυνατό. Σε ένα ποίημα κανένα στοιχείο από μόνο του δεν είναι κυρίαρχο, η εικονοποιία, ο ρυθμός, η ιδιαιτερότητα στη σύνταξη δηλαδή τα μορφικά στοιχεία του ποιήματος, είναι φορείς νοήματος. Το μεταφρασμένο ποίημα που έχει ανασυσταθεί πρέπει να διατηρεί αυτή τη συνοχή. Το ποίημα δεν είναι λόγος που απλά μπαίνει σε ένα δοχείο που είναι η φόρμα αλλά είναι το ίδιο η μηχανή επινόησης και αναζήτησης, εμπεριέχει δύσβατα (ή και αδιάβατα) σημεία, εμπεριέχει δυσκολίες, τις οποίες ο μεταφραστής θα χρειαστεί να αναδείξει μέσα στο νέο κείμενο που παράγει, ώστε να είναι φανερές στους αναγνώστες, γιατί αν προσπαθήσει να τις εξομαλύνει θα έχει προδώσει το ποίημα.

Η μετάφραση λοιπόν συνιστά μια διαλεκτική που μένει ανολοκλήρωτη αφού σε αυτόν τον διάλογο υπάρχουν μόνο ερωτήσεις που απευθύνονται σε κάποιον που δεν μπορεί να με ακούσει. Ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις έξω από την γλώσσα και τη χώρα του ποιήματος. Φυσικά κάποια στιγμή οι απαντήσεις θα δοθούν αλλά η ένταση του διαλόγου παραμένει. Η μετάφραση μεταφέρει το κείμενο σε μια άλλη γλώσσα αλλά και σε έναν άλλο χρόνο, αφού όπως και η ενεργή ανάγνωση φέρνει το ποίημα στο παρόν. Ό, τι είχε γραφτεί τώρα εδώ ξαναγράφεται. Οριστικές απαντήσεις δεν υπάρχουν. Το ποίημα θα περιμένει πάντα να ξαναμεταφραστεί.


Χ.Λ.: Ο μεταφραστής πρέπει να γίνεται γέφυρα με σύγχρονούς του λογοτέχνες; Έχεις μεταφράσει π.χ. Hass και Hughes, αλλά και Sylvia Plath και Mina Loy.

Κ.Η.:
Πάντα σκεφτόμουν τη μετάφραση όχι τόσο σαν γέφυρα αλλά σαν υποκριτική, σαν την προετοιμασία και την μελέτη του ηθοποιού για έναν ρόλο. Καλείσαι, ή μάλλον επιλέγεις, να μιλήσεις με τη φωνή ενός άλλου. Είναι μια λεπτή ισορροπία. Αν είσαι αλαζών, η φωνή σβήνει κάτω από τον ήχο της δικής σου. Αν είσαι υπερβολικά ταπεινός δεν βρίσκεις τη δύναμη να μιλήσεις.

Η μετάφραση γίνεται με φόβο, φόβο να μην είμαι αρκετά ή να είμαι πάρα πολύ ή να μην είμαι ακριβώς. Είναι έρωτας ανεκπλήρωτος, αλλά δημιουργεί έναν ισχυρό δεσμό. Όχι ταύτιση, δεσμό. Υπάρχει μια περιοχή που δεν επιτρέπεται να την διαβείς και είναι το στοιχείο του σεβασμού, της πιο δύσκολης αγάπης, για αυτό που είναι διαφορετικό από σένα. Ακόμα και με τους πιο συγγενικούς σε εμάς συγγραφείς αυτό το όριο είναι το μέτρο της αγάπης μας, αυτό που μας χωρίζει και μας κρατά ενωμένους.

Μοιάζει αδύνατο και σχεδόν είναι. Ευτυχώς γι' αυτό το “σχεδόν”. Όπως και σε κάθε άλλη πράξη επικοινωνίας πρέπει ταυτόχρονα να αναγνωρίσεις και να αγνοήσεις τους περιορισμούς που θέτει η γλώσσα και τον φόβο της αποτυχίας. Το γεγονός του “αδύνατου” της μετάφρασης μετατρέπεται έτσι σε μια αέναη διαδικασία που αν και έχει σισύφεια χαρακτηριστικά, κλείνει μέσα της την υπόσχεση της συνέχειας.


Χ.Λ.: Πες μας, τέλος, λίγα λόγια για το [φρμκ] και τις άλλες σου δράσεις (into the pill, Greek poetry now,…).


Κ.Η.: Είναι άλλο πράγμα η μοναξιά, η απαραίτητη συνθήκη για τη δημιουργία, και άλλο η εξατομίκευση δηλαδή η συνθήκη του ιδιώτη (idiot). Κάθε καλλιτέχνης βρίσκεται σε διαρκή εσωτερικό διάλογο με άλλους καλλιτέχνες με των οποίων το έργο έρχεται σε επαφή κι έτσι διευρύνει και δομεί την δική του καλλιτεχνική ταυτότητα.

Όλες αυτές οι συνεργασίες εκκινούν από την βαθιά μου πίστη στην ιδέα της κοινότητας και του διαλόγου. Συστήνουν την πολιτική μου στάση. Προέκυψαν οργανικά σαν μία σειρά συμβάντων μεταξύ μιας ομάδας ποιητών κυρίως, αλλά και εικαστικών, μεταφραστών και θεωρητικών. Συναντηθήκαμε μέσα από τα κείμενα ή τα έργα μας, ο διάλογος εξαπλώθηκε σε πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς ιδιωτικά και δημόσια. Διακριτικά αλλά επίμονα. Προέκυψαν πολλές κοινές δράσεις: σύνθετα έργα με εικαστικούς καλλιτέχνες (με τους intothepill), δημόσιες συζητήσεις και κοινές απαγγελίες, περφόρμανς, δημιουργία διαδικτυακών τόπων (η δίγλωσση πλατφόρμα greekpoetrynow.com). Συστήθηκε έτσι ένα είδος εργαστηρίου όπου η συζήτηση μπορούσε να γίνεται απροκατάληπτα και ακόμα ένας χώρος συντροφικότητας που αποδεχόταν το διαφορετικό. Το διακύβευμα ήταν και είναι η αποκατάσταση μιας διαλεκτικής σαν αναγκαιότητα για την καλλιτεχνική δημιουργία. Το εξαμηνιαίο περιοδικό ΦΡΜΚ (φάρμακο) “για τη διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου”, που ξεκίνησε το 2013 και ετοιμάζει το έκτο τεύχος του, είναι μία συλλογική δημιουργία με σαφή προσανατολισμό σε έργα αιχμής του σήμερα και στην συνομιλία τους με έργα του πρόσφατου παρελθόντος. Αισθανόμαστε επιτακτικά την ανάγκη για μια ανανέωση της συζήτησης για την σύγχρονη ποίηση και την συμμετοχή στον σύγχρονο λόγο περί τέχνης (και ποιητικής) χωρίς προκαταλήψεις και παρωχημένες βεβαιότητες. Οι μόνιμοι συντάκτες του περιοδικού είναι εν πολλοίς και οι συγγραφείς του αφού γράφουν ποίηση και δοκίμιο, μεταφράζουν και δημοσιεύουν κριτικές για βιβλία ποίησης. Από κει και πέρα σε κάθε τεύχος συνεργαζόμαστε και με άλλους συντάκτες που το έργο τους συνάδει με το στίγμα του περιοδικού.


Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

"Δήγμα γραφής" της Τζούλιας Φορτούνη

Δήγμα γραφής Το "δήγμα γραφής" είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη, έτυχε να έχω γράψει και για την πρώτη της, το "φυσικό αντίδοτο" (Μανδραγόρας, 2013), κι έτσι το ενδιαφέρον μου ήταν μεγάλο όχι μόνο για τα επιμέρους στοιχεία αλλά κυρίως για την συνολική εικόνα. Μια δεύτερη συλλογή δίνει την ευκαιρία για να χαρτογραφήσει κανείς την πορεία του ποιητή και να ψηλαφήσει αν μπορεί την εξέλιξη, τις αλλαγές και τις ρήξεις. Η συνέχεια ανάμεσα στις δύο συλλογές υποθέτω επιβεβαιώνεται και από τους τίτλους με το «δήγμα» να κινείται στον ίδιο νοηματικό χώρο με το «αντίδοτο», όλα φαίνεται να έχουν μια εκ προοιμίου σχέση με το δάγκωμα, την απειλή, τον πόνο, το ξάφνιασμα.

Ένα ξάφνιασμα που καταρχάς εδραιώνεται με τα πολύ σύντομα ποιήματα που αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της συλλογής. Με αρκετά ποιήματα να μην ξεπερνούν τους δέκα στίχους, κάποιες φορές μάλιστα και λιγότερους, η Τζούλια Φορτούνη επενδύει στον γρήγορο ρυθμό και τα συμπυκνωμένα νοήματα. Επιδιώκει το ξάφνιασμα του αναγνώστη και ενδεχομένως την γρήγορη αντίδρασή του στα ποιητικά τεκταινόμενα, δεν αφήνει χώρο και χρόνο για δεύτερες σκέψεις. Νομίζω ότι λίγα πράγματα αποδίδουν καλύτερα σε μια συλλογή από έναν σωστά υπολογισμένο ρυθμό, γιατί είναι το στοιχείο εκείνο που οριοθετεί και υποστηρίζει το νόημα. Όταν όμως ένα ποίημα όπως είναι για παράδειγμα το «τα ανθρώπινα σώματα» ή «οι γιορτές» είναι τόσο σύμπυκνωμένο που ο αναγνώστης αισθάνεται ότι του λείπουν στοιχεία κατανόησης, τότε ο γρήγορος ρυθμός και ο πυκνός λόγος από πλεονέκτημα γίνονται βάρος. Σε κάποιες περιστάσεις η ποιήτρια εκ των πραγμάτων και μόνο δεν έχει τον χρόνο και τον χώρο να διαλύσει τις ασάφειες που εμποδίζουν, και να ανοίξει την πόρτα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη.

Όπως άλλωστε και στο "φυσικό αντίδοτο", το λεξιλόγιο είναι καθημερινό και αυθόρμητο, ακριβές αν μη τι άλλο, συνολικά όμως η ποίηση είναι αποσπασματική και λειτουργεί με συγκοπές. Υπάρχουν εντυπωσιακές εξαιρέσεις βέβαια, όπως το «κόκκινο σπίτι» που είναι εκτενές και δείχνει μια φρεσκάδα και μια πρωτοτυπία στην σκέψη. Η Τζούλια Φορτούνη πετυχαίνει να εδραιώσει μια ξεκάθαρη ατμόσφαιρα όπου αντικατοπτρίζονται απρόσκοπτα τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις σε μια δομή καθόλα λειτουργική και ευέλικτη. Αισθάνομαι ότι αυτά τα ίδια στοιχεία θα μπορούσαν να υπάρχουν και σε όσα ποιήματα της συλλογής τα στερούνται λόγω της τόσο περιορισμένης έκτασής τους: χρειάζεται ένας ελάχιστος χώρος για να ξεδιπλωθούν και να αναπτυχθούν οι συναισθηματικοί πόλοι και όταν αυτός λείπει, τότε ο αναγνώστης κινδυνεύει να βρεθεί μετέωρος.

Η διπολικότητα ανάμεσα στα δύο ισχυρά Εγώ και Εσύ προσδίδει επιπλέον δυναμική στο σύνολο των ποιημάτων καταστώντας τον αναγνώστη ταυτόχρονα και θεατή σε μια αέναη και τελικά αρχέγονη αντιπαράθεση ανάμεσα στα άκρα των σχέσεων. Όπως συνέβαινε και στην πρώτη της συλλογή, έτσι και εδώ έχουμε μια ιδιαίτερα προσωπική ποίηση. Σε αρκετές περιπτώσεις από προσωπική μετατρέπεται σε ερμητικά κλειστή, με τον αναγνώστη να μένει απέξω και να προσπαθεί να καταλάβει τους κώδικες. Δεν μπορώ να σκεφτώ πώς θα ήταν δυνατή μια πλήρως αποστασιοποιημένη ποίηση, αισθάνομαι όμως ότι είναι θεμελειώδες οι δίαυλοι της επικοινωνίας να είναι ανοιχτοί και να εξασφαλίζουν την ροή των σκέψεων και των συναισθημάτων.

Το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ομολογουμένως ανθρωποκεντρικής ποίησης είναι ίσως το ότι το Εγώ και το Εσύ, παρόλο που συμπορεύονται, δεν δείχνουν να συναντιούνται. Σαν να διαγράφουν παράλληλες πορείες στο διηνεκές και τα ποιήματα να αποτελούν τον καμβά αυτής της τελικά αδύνατης συνάντησης. Δεν ξέρω αν η αγωνία που θα προέκυπτε από αυτό έχει δώσει την θέση της στην παραδοχή και σε έναν κάποιο ανομολόγητο συμβιβασμό, είναι όμως γεγονός ότι η Τζούλια Φορτούνη επιχείρησε με επιτυχία να χαρτογραφήσει την περιπέτεια της ανασφάλειας και του αυτο-προσδιορισμού σε συνθήκες τόσο έρωτα όσο και απουσίας αυτού.

Κρις Λιβανίου

Παραθέτω δύο από τα ποιήματα που ξεχώρισα:

το σπίτι πλάι στη θάλασσα[1]
Πάντα ήθελα ένα σπίτι στη θάλασσα. Όχι για τους ορίζοντες, όχι για τους παφλασμούς των κυμάτων. Μόνο για τη φθορά. Να σκεβρώνουν τα παράθυρα. Να σκουριάζουν οι μεντεσέδες.
Να τρίζει ανελέητα η μνήμη. Να εισρέουν επιθυμίες. Να ανασύρω αμφορείς με νομίσματα.

Εσύ, αμετανόητος, με μια τρίαινα.
Να γράφω με αναφιλητά.

Πάντα ήθελα ένα σπίτι στη θάλασσα. Εγώ και όλα τα χαλασμένα μου ρολόγια.
Εσύ, αμετανόητος – μια τρίαινα.

πανσέληνος[2]
            μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

γαυγίζει πάλι
όλο το βράδυ ανελέητα
έξω απ’το παράθυρό μου


[1] Σελ. 22.
[2] Σελ. 45.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Άννα Αχμάτοβα



Γεννήθηκα την ίδια χρονιά με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τη "Σονάτα του Κρόιτσερ" του Τολστόι, τον πύργο του Άιφελ και καθώς φαίνεται την ίδια χρονιά με τον Έλιοτ. Τη χρονιά εκείνη το Παρίσι γιόρταζε τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την πτώση της Βαστίλης -ήταν το 1889. Τη νύχτα της γέννησής μου γιορτάζεται ο Άη Γιάννης, 23 Ιουνίου (Midsummer Night). Με έβγαλαν Άννα προς τιμήν της γιαγιάς μου Άννας Γεγκόροβνας Μοτολίβοβα. Η μητέρα της ήταν απόγονη του Τσένγκις Χαν, η Τατάρα πριγκίπισσα Αχμάτοβα, το επίθετο της οποίας χρησιμοποίησα ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο χωρίς να φαντάζομαι πως θα γινόμουν ρωσίδα ποιήτρια. Γεννήθηκα στην ντάτσα Σαρακίνι (στο Μπολσόι Φοντάν, δίπλα στην ενδέκατη στάση του καρβουνιάρη, πολύ κοντά στην Οδησσό). Αυτή η ντάτσα (που έμοιαζε μάλλον με καλυβούλα) βρισκόταν στο βάθος ενός πολύ στενόμακρου, κατηφορικού κτήματος, δίπλα στο ταχυδρομείο. Η όχθη της θάλασσας στο σημείο αυτό είναι απόκρημνη, και οι ράγες του καρβουνιάρη περνούσαν άκρη-άκρη.

Όταν ήμουν 15 χρονών και ζούσαμε στη ντάτσα στο Λούσντορφ, περνώντας κοντά από το μέρος αυτό, η μαμά μου πρότεινε να περάσουμε και να ρίξουμε μια ματιά στη ντάτσα Σαρακίνι που δεν είχαμε δει μέχρι τότε ξανά. Στην είσοδο της καλυβούλας της είπα: "Εδώ μια μέρα θα βάλουν μια αναμνηστική πλάκα". Δεν ήμουν ματαιόδοξη. Επρόκειτο απλώς για ένα ανόητο αστείο. Η μαμά απογοητεύτηκε. "Θεέ μου, πόσο άσχημα σε ανάθρεψα", είπε.

(1957)

Το παραπάνω κείμενο είναι η πρώτη παράγραφος μιας αυτοβιογραφίας που ήθελε να γράψει η Αχμάτοβα. Το χειρόγραφο φυλάσσεται στα λογοτεχνικά αρχεία της Ρωσικής Εθνικής Βιβλιοθήκης (Rossijskaja Nacional'naja Biblioteka - RNB) στην Αγία Πετρούπολη.

Το σπιτάκι που γεννήθηκε η Αχμάτοβα δεν υπάρχει πια. Κοντά όμως στο σημείο όπου βρισκόταν, από το 1989 υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα με την εξής επιγραφή: "Εδώ, στο βάθος της αλέας βρισκόταν στο σπίτι όπου γεννήθηκε η Άννα Αντρέεβνα Αχμάτοβα (Γκορένκο) - ρωσίδα ποιήτρια. 1889-1996."

Από την Athens Review of Books, 
Σεπτέμβριος 2015

Ένα ποίημα της Αχμάτοβα σε μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου:

Κι εσύ νόμισες πως ήμουν από κείνες
που εύκολα κάποιοι ξεχνούν,
πως να πεθαίνω με λυγμούς και μ' οδύνες
σ' αλόγου από κάτω τις οπλές θα με δουν.

Ή πως μάγισσες θα τρέξω να βρω
σε νερό τα μαντζούνια να βάλουν
να σου δώσουν για δώρο φρικτό
μυρωδάτο μαντίλι θανάτου.

Την κατάρα μου να 'χεις λοιπόν. Ούτε βόγκο, ούτε βλέμμα
της καρδιάς σου την πέτρα ν' αγγίξω,
μόνο όρκο στων αγγέλων τον κήπο,
στων θαυμάτων την εικόνα θα παίρνω
και στη φλόγα της νύχτας μαζί σου
πως ξανά την ψυχή μου σε σένα δεν φέρνω.

(1921)

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι πολύ σημαντικά για τη λογοτεχνία: αφενός επειδή δίνουν την ευκαιρία σε συγγραφείς που αργότερα διαπρέπουν να αναδειχθούνμέσα από τις σελίδες τους και αφετέρου επειδή η στάση τους σε σημαντικά ζητήματα πολλές φορές κρίνει την πορεία αυτών των ζητημάτων.

Από τη χώρα μας δεν έλειψαν τα λογοτεχνικά περιοδικά που σημάδεψαν την πορεία της εγχώριας λογοτεχνίας – και όχι μόνο. Το παλαιότερο είναι ο «Νουμάς», ο οποίος άρχισε να κυκλοφορεί το 1903. Λειτούργησε ως βήμα για τη διατύπωση απόψεων σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα (διαδραμάτισε δε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας) και ως γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ελλάδα, μεταφέροντας στη δεύτερη τον άνεμο και τον παλμό των ρευμάτων της πρώτης. Ιδρυτής και διευθυντής του ήταν ο πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτριος Ταγκόπουλος. Αρχισυντάκτης του ήταν ο ποιητής και μεταφραστής Κλέανδρος Λάκωνας που δημοσίευε κείμενα (μεταφράσεις, ποιήματα, διηγήματα και σημειώματα για τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα στην Ευρώπη) με το ψευδώνυμο Κ. Καρθαίος. Συνεργάτες του περιοδικού ήταν, μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Ψυχάρης, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Ίων Δραγούμης και ο Κώστας Χατζόπουλος. Ο «Νουμάς» κυκλοφόρησε έως το 1931 με διακοπές (1917-1918, 1924-1929).

Το 1931 άρχισε να κυκλοφορεί ένα άλλο λογοτεχνικό περιοδικό, ο «Κύκλος» με υπότιτλο «Φύλλα του λόγου και της τέχνης». Ο προσανατολισμός του ήταν κυρίως ποιητικός, αλλά φιλοξενούσε στις σελίδες του και πεζά κείμενα. Τον «Κύκλο» ίδρυσε ο ποιητής και μεταφραστής Απόστολος Μελαχρινός. Αναπόφευκτα, η ύλη του επηρεάστηκε από τα ενδιαφέροντα του ιδρυτή του, δηλ. την ποίηση, τη γαλλική λογοτεχνία και την αρχαία Ελλάδα – ιδίως την αρχαία τραγωδία. Το περιοδικό όμως δημοσίευε και κείμενα περί άλλων θεμάτων, όπως άρθρα για τον κινηματογράφο, ενώ μετά τον πόλεμο ισότιμο με την αρχαία τραγωδία ρόλο στην ύλη του έπαιξαν και τα δημοτικά τραγούδια. Ο βασικός άξονας του περιοδικού (σχεδόν το 40% της ύλης του)ήταν η ποίηση, ελληνική και μεταφρασμένη. Συνεργάτες του ήταν οι Άγγελος Τερζάκης, Άρης Δικταίος, Νίκος Καζαντζάκης, αλλά και πολλοί ακόμη γνωστοί λογοτέχνες. Ο «Κύκλος» κυκλοφόρησε σε δύο περιόδους: από το 1931 έως το 1939 και από το 1945 έως το 1947. Συνολικά μέτρησε 47 τεύχη (υπολογίζοντας και δύο τεύχη-αφιερώματα.

Το 1935, παράλληλα δηλαδή με τον «Κύκλο», στην πρώτη τουλάχιστον περίοδο κυκλοφορίας του, ιδρύθηκε το λογοτεχνικό περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» με διευθυντή τον Ανδρέα Καραντώνη και ένθερμο υποστηρικτή-χρηματοδότη τον Γιώργο Κατσίμπαλη. Συν-εμπνευστές όσον αφορά την ίδρυση του περιοδικού ήταν ο Ανδρέας Θεοτοκάς, ο Θανάσης Πετσάλης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Γιώργος Σεφέρης, ενώ κάποιοι μελετητές δίνουν περισσότερα ή διαφορετικά ονόματα. Το περιοδικό όχι μόνο φιλοξένησε στις σελίδες του μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές «φωνές» των εκπροσώπων της γενιάς του ΄30, αλλά και τις συσπείρωσε, συντείνοντας έτσι στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού και φιλολογικού περιβάλλοντος για την υποδοχή του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε σε δύο περιόδους: από το 1935 έως το 1940 και το 1944-1945.

Την ίδια εποχή (1935) ξεκίνησε και η κυκλοφορία του περιοδικού «Τα Νεοελληνικά Γράμματα», του οποίου εκδότης και διευθυντής κατά την πρώτη περίοδο κυκλοφορίας ήταν ο Κώστας Ελευθερουδάκης του εκδοτικού οίκου «Ελευθερουδάκης». Ό,τι ήταν «Τα Νέα Γράμματα» για την ποίηση ήταν «Τα Νεοελληνικά Γράμματα» για την πεζογραφία.Το περιοδικό δημοσίευε κείμενα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων (των δεύτερων από μετάφραση), καθώς και κριτική βιβλίου, ενώ προσπαθούσε να αποτυπώσει και τη λογοτεχνική κίνηση της εποχής του. Και αυτό κυκλοφόρησε σε δύο περιόδους, λόγω της Κατοχής. Συνεργάτες του περιοδικού ήταν, μεταξύ άλλων, ο Άγγελος Τερζάκης και ο Τέλλος Άγρας.

Άλλα λογοτεχνικά περιοδικά που καθόρισαν το τοπίο της ελληνικής λογοτεχνίας με την κυκλοφορία τους είναι «Τα Ελληνικά Γράμματα», οι «Εποχές», η «Επιθεώρηση Τέχνης», η «Αγγλοελληνική επιθεώρηση», το «Πάλι» και το «Τραμ», για να αναφερθούμε σε όσα δεν κυκλοφορούν πια.
Υπάρχουν όμως παλαιά λογοτεχνικά περιοδικά ακόμη σε κυκλοφορία, όπως η «Νέα Εστία» (έτος πρώτης κυκλοφορίας: 1927), της οποίας διευθυντής σήμερα είναι ο συγγραφέας, καθηγητής πανεπιστημίου και πρόεδρος των Γ.Α.Κ. Νίκος Καραπιδάκης, ή η «Πνευματική ζωή» (έτος πρώτης κυκλοφορίας: 1936), στο πηδάλιο της οποίας σήμερα είναι ο συγγραφέας και εκδότης Μιχάλης Σταφυλάς.

Τα μεταγενέστερα λογοτεχνικά περιοδικά είναι αρκετά (ο Ντίνος Σιώτης αναφέρει τον αριθμό 50 σε σχετικό άρθρο του) και δίνουν τη δική τους μάχη με τον χρόνο. Ας αναφέρουμε μερικά, έτσι, για την ιστορία: 3η χιλιετία, Αιολικά Γράμματα, (δε)κατα, Διαβάζω, Το Δέντρο, Έρεισμα, Κοράλλι, Κουκούτσι, Λέξη, Λεύγα, Μανδραγόρας, Νέα ευθύνη, Νέο Πλανόδιον, Οδός Πανός, Ομπρέλα, Ποιείν, Τεφλόν, Φαρφουλάς, Φρέαρ, [φρμκ], poetix... Κάποια από αυτά έχουν σταματήσει να κυκλοφορούν και κάποια άλλα έχουν πλούσιο παρασκήνιο: τσακωμούς, πονεμένες ιστορίες, φτυάρια (ενίοτε χρυσά) και άλλα πικάντικα που για ευνόητους λόγους δεν θα μας απασχολήσουν στο άρθρο, είναι όμως γνωστά τοις πάσι. Στην πλειονότητά τους δεν έχουν κάποια σταυροφορία να φέρουν σε πέρας, όπως π.χ. ο Νουμάς για την καθιέρωση της δημοτικής. Απευθύνονται σε μια μειονότητα του αναγνωστικού κοινού που διψάει για κάτι διαφορετικό, κάτι πιο εκλεπτυσμένο και με ουσία. Το αν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν αυτή του την ανάγκη, βέβαια, είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση: ορισμένα από αυτά σχετίζονται με εκδοτικούς οίκους και αναλώνονται στην προβολή των συγγραφέων του οίκου ή του εκδότη τους. Άλλοτε τελούν σε μια κατάσταση ευλογίας... της γενειάδας τους, δημοσιεύοντας στη νιοστή έργα των διευθυντών τους. Υπάρχουν όμως και λογοτεχνικά περιοδικά που είναι ανεξάρτητα και αντισυμβατικά, που πειραματίζονται και κτίζουν γέφυρες προς λογοτεχνίες του εξωτερικού. Φυσικά, υπάρχουν και τα περιοδικά που κινούνται στη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στον συμβιβασμό και την καινοτομία, προσπαθώντας να τα εξισορροπήσουν – κάτι που στην πράξη αποδεικνύεται πραγματικός άθλος και σπάνια επιτυγχάνεται.

Ορισμένα περιοδικά κυκλοφορούν μόνο σε έντυπη μορφή και κάποια και σε έντυπη και σε ηλεκτρονική, ενώ άλλα - όπως το vakxikon.gr - προτιμούν αποκλειστικά την ψηφιακή. Άλλα πάλι διατηρούν κάποιο blog εν παραλλήλω με το έντυπό τους, όπου προφανώς διοχετεύουν το περίσσευμα της ύλης που δεν χωρά να δημοσιευθεί στο έντυπο ή αλλιώς αναδημοσιεύουν αλλά «τόσο όσο», χρησιμοποιώντας ουσιαστικάτοblogως δόλωμα που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για να αγοράσει το έντυπο.

Όπως και να ’χει, και ανεξάρτητα από τις δυνατότητες και τη δυναμική του καθενός, όλα τους είναι απαραίτητο οξυγόνο στις συνθήκες πνευματικής ασφυξίας της εποχής μας. Καλύπτουν ένα κενό που οι εφημερίδες και τα περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας αδυνατούν (και προφανώς δεν μπαίνουν στον κόπο) να καλύψουν. Μολονότι οι καιροί είναι δύσκολοι, η αφοσίωση του αναγνωστικού τους κοινού φαίνεται να τα γλιτώνει από τον κίνδυνο της εξαφάνισης. Αρκεί και αυτά από την πλευρά τους να προσπαθούν να αποδεικνύονται αντάξια των προσδοκιών του.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 30 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ο πατέρας στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια: η παρουσία, ο ρόλος, ο συμβολισμός



Η οικογένεια αποτελεί το πυρήνα της δημοτικής ποιήσης, τόσο από ανθρωπολογική σκοπιά όσο και από λογοτεχνική. Αυτό που όμως φαίνεται να είναι περισσότερο ενδιαφέρον, είναι τι ακριβώς εννοεί ο λαϊκός ποιητής όταν αναφέρεται στην οικογένεια: πρόκειται για τα μέλη της ονομαστικά και συγκεκριμένα, για την θέση της σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής δομής ή για μια άμυνα απέναντι σε αντιξοότητες και δυσκολίες μιας εποχής ιστορικά και στρατιωτικά κρίσιμης; Στις παραλογές και στα μοιρολόγια η μητέρα κατέχει σημαντικό ρόλο και η θέση της έχει αποδεδειγμένη βαρύτητα στο εσωτερικό της οικογένειας, αλλά και απέναντι στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα: στο τραγούδι Του νεκρού αδελφού αποτελεί την κινητήρια δύναμη της όλης πλοκής μέσω μιας αλληλουχίας όρκου και κατάρας, ενώ στα μοιρολόγια είναι εκείνη που εκθέτει το πένθος της στα μάτια της κοινωνίας και που παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στο λειτουργικό κομμάτι όσο και στο στιχουργικό. Τι συμβαίνει όμως με την φιγούρα του πατέρα;

Το θεμελειώδες και απαραίτητο στήριγμα της όποιας οικογενειακής δομής, ο άντρας του σπιτιού καθορίζει την επιβίωση των υπολοίπων: τα παιδιά εξαρτώνται από αυτόν τουλάχιστον μέχρι να μεγαλώσουν αρκετά, ενώ η γυναίκα του παραμένει υπό την προστασία του μέχρι τον θάνατο. Στα κλέφτικα τραγούδια ο πατέρας είναι το σύμβολο της ανδρείας και του θάρρους απέναντι στον εχθρό, ενώ ο γιός συνεχίζει το έργο του προγόνου του, διαφυλάττει και διαιωνίζει την τιμή της οικογένειας. Επίσης, η ατομική του ταυτότητα οριοθετείται από αυτή του πατέρα του, ειδικά αν ο τελευταίος ήταν επιφανές μέλος της κοινότητας, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την σύζυγό του, όταν έχει να επιδείξει κατορθώματα αντάξια των αντρικών: η Τζαβέλαινα και η Λιάκαινα είναι δύο μόνο από τα ανάλογα παραδείγματα. Όμως τα κλέφτικα τραγούδια είναι μια ειδική περίπτωση: οι ήρωες έχουν ονοματεπώνυμο και ισχυρή ιστορική ταυτότητα, οι κοινωνικές συνθήκες που οριοθετούν αυτή την κατηγορία είναι συνθήκες πολέμου και κατά συνέπεια οι άνθρωποι ηρωοποιούνται και εξατομικεύονται με διαφορετικό τρόπο από ότι συμβαίνει στις άλλες κατηγορίες τραγουδιών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο πατέρας, η αντρική φιγούρα δηλαδή, είναι η βάση της όποιας οικογενειακής δομής, ακόμα και σε αυτές που απουσιάζει: η χηρεία και η ορφάνια είναι δύο από τις περιπτώσεις όπου η απώλεια του πατέρα αλλάζει συθέμελα δομές και αλληλεξαρτήσεις. Στις περιπτώσεις όπου ο πατέρας είναι απών, και υπάρχουν αρκετές, τα πράγματα παίρνουν σταθερά περίεργη τροπή: ο Πορφύρης με την υπερφυσική δύναμη και την δυσανάλογη για την ιλικία του όρεξη είναι γιος καλόγριας (ο πατέρας δεν αναφέρεται ποτέ) ενώ ο Διγενής έχει πατέρα ξένο (και μητέρα αλλόθρησκη, κάτι που απλώς ενισχύει την δυναμική του μαγικού στοιχείου και της απολύτως ξεχωριστής μοίρας), δηλαδή διαφορετικό... σχεδόν άγνωστο. Κατά ένα μάλλον παράδοξο τρόπο, ο λαϊκός ποιητής θεωρεί την πατρική φιγούρα δεδομένη στην οικογενειακή εστία και δομή. Δεν τον αναφέρει παρά μόνο όταν συντρέχει συγκεκριμένος λόγος, συνήθως πολεμικής φύσης, απελευθέρωσης, ή οικογενειακής τιμής. Ο πατέρας είναι εκεί γιατί... δεν θα μπορούσε να μην είναι, αλλά το βάρος του τραγουδιού σπάνια τοποθετείται στις σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα μοιρολόγια, έναν τομέα κατεξοχήν γυναικείο, όπου τον πρώτο ρόλο κατέχει αδιαφιλονίκητα η γυναίκα-μάνα. Στην απώλεια του συζύγου/πατέρα των παιδιών της, εκείνη είναι που αποτελεί το πραγματικό θύμα, που βιώνει την οικονομική ανασφάλεια, την εγκατάλειψη, τον εξοστρακισμό από την υπόλοιπη κοινωνία. Ο νεκρός, δυστυχής στην νέα του κατάσταση όπως φροντίζουν να περιγράψουν τα μοιρολόγια με λεπτομέρειες, κατηγορείται για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικογένειά του, της οποίας είχε την αποκλειστική ευθύνη: η χήρα έχασε την κοινωνική της υπόσταση, την όποια οικονομική της ευχέρεια, τον σεβασμό της κοινότητας: και ο φταίχτης είναι ο πατέρας/σύζυγος.

Ενώ η γυναίκα δεν αποκτά πραγματική υπόσταση στο λαϊκό φαντασιακό παρά μόνο όταν αποκτήσει παιδιά, όταν μετατραπεί δηλαδή από σύζυγος σε μητέρα, ο άντρας πορεύεται με την ταυτότητά του σχεδόν αναλλοίωτη από την πατρότητα, επικεντρωμένος πότε στις γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες που εξασφαλίζουν την διαβίωση όλων, και πότε στα πολεμικά ανδραγαθήματα: είναι, θα λέγαμε σήμερα με μια ισχυρή δόση αναχρονισμού, ένας πατέρας απών. Αυτό λοιπόν που ενδιαφέρει τον δημοτικό ποιητή αναφορικά με την πατρική φιγούρα είναι ο εξής συσχετισμός: αφενός η σταθερότητα και η ασφάλεια της κοινωνικής δομής που εγγυάται η παρουσία του πατέρα σε ένα σπίτι, και αφετέρου οι περιπτώσεις εκείνες όπου ο πατέρας, είτε επειδή είναι παρών είτε επειδή αντίθετα δεν εμφανίζεται πουθενά, σηματοδοτεί μια ηρωοποίηση έξω από την πεπατημένη. Έτσι έχουμε τον Διγενή Ακρίτα, τον Αρμούρη και τον Πορφύρη των παραλογών, αλλά και τους γιούς των κλεφτών εκείνων που σκοτώθηκαν στον αγώνα αλλά που πρόλαβαν να μεταλαμπαδεύσουν στους απογόνους τους χαρακτηριστικά όπως η τόλμη, η ανδρεία και η γενναιότητα. Γνωρίζοντας το αξιακό σύστημα και τις προτεραιότητες που εκφράζονται από τον λαϊκό ποιητή, δεν είναι παράξενο ότι όλες οι αρετές του κλέφτη, η κάθε πολεμική υπερβολή του Διγενή και του Πορφύρη, αποσκοπούν και απευθύνονται στην ευημερεία και την ασφάλεια της ομάδας. Ίσως η πατρική φιγούρα να διαγράφει μια πορεία στην γκρίζα ζώνη της ασάφειας ώστε να μπορεί η μητέρα με την υπόλοιπη οικογένεια να βρίσκεται μπροστά τη σκηνή.

ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΗ

Μια καλογρά κοιλιοπονά να κάμη γιο Μπροσφύρη.
Την ταχινήν εγέννησε κι αργά τον εβαφτίσα
και τ’αποξημερώματα ζητά ψωμί να φάη
κ’ήφαε εννιά φουρνιές ψωμιά, ώστο να γείρη η μέρα
σακκί κουκκιά ‘κουκκάλισεν ώστο να ξημερώση.
Κι απήτις εξημέρωσεν, εβγήκεν και καυκάται,
εβγήκε κ’εκαυκήστηκε πως άντρες δε φοβάται,
μούδε το Γιάννη το Φουκά, μούδε το Νικηφόρο,
μούδε τον Παρατράχηλο, που τρέμει η γης κι ο κόσμος.
(...)[1]


[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ.55.