Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Η ποιητική των ερειπίων

Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα ο χρόνος, ως ιδεώδης ολότητα θρυμματισμένη από την ανθρώπινη ιστορία, αποτέλεσε κεντρικό ζήτημα σε συζητήσεις για έννοιες όπως παράδοση, κληρονομιά, παρελθόν, αρχέτυπη καταγωγή και πολιτισμική αργοπορία. Στενά συνδεδεμένη προς την επίμονη αυτή θεώρηση του χρόνου ήταν η έμμονη εστίαση στην αρχαιότητα. Η κλασική παράδοση, αναστημένη και εξευρωπαϊσμένη κατά την Αναγέννηση, πρόσφερε το εξιδανικευμένο όλον έναντι του οποίου ο σύγχρονος πολιτισμός μετρήθηκε και βρέθηκε να υπολείπεται σε πληρότητα και γνησιότητα. 

Ανάμεσα στις διάφορες συμβολοποιημένες μορφές που πήρε ο διάλογος μεταξύ συγχρονίας και αρχαιότητας, εκτεταμένη διάδοση είχε εκείνη των «ερειπίων». Τα ερείπια ως απομεινάρια ενός ανυπέρβλητου παρελθόντος ανυψώθηκαν στο επίπεδο ιερού αισθητικού αντικειμένου (….). Το σύμβολο των ερειπίων απέκτησε κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα κεντρικό νόημα στον Ευρωπαϊκό Ανθρωπισμό και θεωρήθηκε κατάλληλο εξεικονιστικό μέσο για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις αφηρημένες έννοιες της χρονικότητας, της ολότητας, της γνησιότητας και του αισθητικού ενδιαφέροντος για τα απομεινάρια του παρελθόντος (…). Τα ερείπια είναι αφενός υπενθύμιση του θανάτου για τα άτομα και για ολόκληρους πολιτισμούς, αφετέρου, συχνά ταυτοχρόνως, έμπνευση ή πρόκληση. Είναι πρωτίστως υπόμνηση του χάους που ενεδρεύει πίσω από κάθε λογική τάξη, της τυφλής δύναμης του χρόνου και της φύσης, της βαρβαρότητας που απείλησε διαχρονικά το καθιερωμένο σχήμα του πολιτισμού.

Η ποίηση των ερειπίων έφθασε στο απόγειό της κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα με ποιητές όπως ο Μπάιρον και ο Σέλεϊ. Η εικόνα της Ρώμης στον Μπάιρον, που την εμφανίζει σαν μαρμάρινη ερημιά, ανακαλεί μια πλούσια λογοτεχνική και καλλιτεχνική παράδοση η οποία απεικόνισε το κλασικό τοπίο σαν τοπίο φθοράς. Έτσι βλέπουμε στα χαρακτικά του Πιρανέζι ένα δάσος πεσμένων κιόνων να πνίγεται στο μάρμαρο και τις πέτρες, παρατηρούμε τη φύση να προσέρχεται στα σπασμένα μνημεία του ανθρώπου. Ερείπια και θραύσματα αρθρώνουν έναν λόγο ρομαντικής αισθητικής τόσο ελκυστικό στους συγχρόνους που οδήγησε στην τεχνητή αναπαραγωγή τους. Αμφότερα χρησιμοποιήθηκαν ως αντίδραση προς τη συμβατική καλαισθησία, αμφισβητώντας κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με την ομορφιά, τη συμμετρία, τη συνοχή και την τάξη. 

Η κατασκευή ερειπίων υπήρξε τόσο ιδιόμορφη (αν όχι εκκεντρική) ώστε προκάλεσε έντονες διαφωνίες. Τα τεχνητά ερείπια είναι από τα πλέον αξιοθέατα χαρακτηριστικά του τοπίου κατά τον 18ο αιώνα. Πέρα όμως από αυτή τη, γραφική για ορισμένους, μίμηση της αρχαιότητας, τα ερείπια λειτούργησαν τόσο ως μνημεία του παρελθόντος, όσο και ως ειρωνική θεώρησή τους. Αντανακλούν ταυτόχρονα μελαγχολία για έναν χαμένο πολιτισμό αλλά και την ανάγκη να ενσωματώσουν την απώλεια σε έναν καινούργιο.

Η έλξη αυτή για τα ερείπια, η απόλαυση των ερειπίων, λειτούργησε ως το κατάλληλο γενικό πλαίσιο για τον μετασχηματισμό μιας αισθαντικότητας σε συρμό, ένα είδος αστικού κλασικισμού, ο οποίος θα μπορούσε να εξεταστεί σε συσχετισμό με τη συγκαιρινή βιομηχανική επανάσταση και με τις κοινωνικές συνέπειες του ρομαντικού κινήματος. Ο διακοσμητικός και εξεζητημένος χαρακτήρας αυτού του συρμού εξηγεί τη διάχυτη μορφή της ερειπιομανίας που πήρε η αρχαιοπάθεια τον 18ο αιώνα. 

(…) Την ίδια εποχή δεν είναι εύκολο να βρει κανείς περιπτώσεις που αποδεικνύουν διαφορετική χρήση του συμβόλου, δηλαδή χρήση που να συνδέει το ερείπιο με την έμμεση αμφισβήτηση της ηγεμονικής ισχύος. Όπως είπε ο Ντιντερό: «Είναι αναγκαίο να σωριάσουμε σε ερείπια ένα ανάκτορο για να το κάνουμε ενδιαφέρον». Το να σκέπτεται κανείς ένα υπάρχον κτίριο ως ερείπιο, είναι σα να το σκέπτεται ως ενεχόμενο στις διεργασίες της ιστορίας. Η πρόβλεψη ενός ερειπίου σημαίνει ότι αναγνωρίζει κανείς ότι τόσο ο ίδιος όσο και το ερείπιο καθορίζονται ιστορικά. Είμαστε δικαιολογημένοι κατ’ αυτήν την έννοια να υιοθετήσουμε τον όρο του Ντιντερό «ποιητική των ερειπίων», για να περιγράψουμε το εύθραυστο του ανθρώπινου περιβάλλοντος, των κτιρίων και της ζωής.

Η ποιητική αυτή είναι η ποιητική ενός συμβόλου. Και το σύμβολο του ερειπίου είναι το προϊόν της οργανικής ανάπτυξης της μορφής. Στον κόσμο του, ζωή και μορφή είναι ταυτόσημα. Η δομή του είναι ίδια με τη δομή της συνεκδοχής, επειδή το σύμβολο, κατά τον Πολ ντε Μαν, «είναι πάντοτε μέρος της ολότητας που αντιπροσωπεύει… Η υλική αντίληψη και η συμβολική είναι συνεχείς όπως το μέρος είναι συνεχές με το όλον».

Η ρομαντική εμμονή για το απόσπασμα και την αποσπασματικότητα δανείστηκε από αυτή την ποιητική των ερειπίων την έννοια του ατελείωτου και την αισθητική του ατελούς. Το ρομαντικό απόσπασμα ως περιληπτική έννοια παρείχε τη θεωρητική βάση για μια γενική αισθητική η οποία κάλυψε επαρκώς έναν ευρύ κύκλο εννοιών και αντικειμένων που δείχνουν μη πληρότητα ή ασυνέχεια. 

Καθώς είναι αναπόσπαστο μέρος της ρομαντικής αισθητικής, το απόσπασμα προσέλκυσε την προσοχή πολλών φιλολόγων και κριτικών. Η ποιητική των ερειπίων και η αισθητική της αποσπασματικότητας ενέχονται στη συζήτηση περί κλασικισμού και ρομαντισμού. Τα ζητήματα αυτά συσχετίζονται αναπόφευκτα με έναν ιδεώδη τόπο, ο οποίος δεν είναι άλλος από την Αρχαία Ελλάδα.
Δημήτρης Δημηρούλης



(Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από ομότιτλο άρθρο στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου – The Athens Review of Books, τεύχος 64, Ιούλιος-Αύγουστος 2015.

Ο Δημήτρης Δημηρούλης διδάσκει ιστορία και θεωρία της λογοτεχνίας στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Όπως σημειώνει ο ίδιος στο άρθρο του, «Η ποιητική των ερειπίων είναι ένα εκτενές δοκίμιο που γράφτηκε στα αγγλικά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Παρέμεινε δηλαδή το ίδιο σε κατάσταση ερειπίου...». Τη μετάφραση στα ελληνικά έκανε η Φροξυλάνθη Κουμάση).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου