Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Αντώνης Δεκαβάλλε: περί ποιητικής μετάφρασης

Ο Αντώνης Δεκαβάλλε γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1920. Ήταν ποιητής και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλολογία στο Northwestern University. Δίδαξε σε πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης, της Μασαχουσέτης και του Μάντισον συγκριτική γραμματολογία. To 1940 εμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματα του στην εφημερίδα Ταχυδρόμος και Ημέρα Αλεξάνδρειας. Μετέφρασε ποίηση του T.S.Eliot, του W.H.Auden.

Για την ποιητική μετάφραση έχει γράψει (στην εισαγωγή του βιβλίου του «Τέσσερα κουαρτέτα», που είναι μετάφραση των Τεσσάρων Κουαρτέτων του T.S.Eliot):

«Τολμώντας κανείς μια μετάφραση λογοτεχνικού και μάλιστα ποιητικού κειμένου, φτάνει κάποτε, μια στιγμή θάλεγα που γίνεται σκληρός με τον εαυτό του, ν’ αναρωτηθεί μήπως και βρίσκεται σε μια συναισθηματική μόνο στάση απέναντι στο πρωτότυπο κείμενο ή ακόμα το δημιουργό του. Και τούτο βέβαια δεν είναι κάτι που βρίσκει εύκολα την απάντησή του, πρώτα γιατί ο εαυτός μας, ανοικονόμητος όπως είναι, αρνιέται πολύ συχνά να ομολογήσει, κ’ έπειτα γιατί, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τα παραπάνω για τη φύση της ποίησης, μπορεί μια θετική απάντηση να μην είναι και δυνατή. Τα παραπάνω διέγραψαν αμυδρά τη θέση ή στάση του δημιουργού και του αναγνώστη στην ποιητική λειτουργία. Η στάση του μεταφραστή μετέχει και στις δύο, είναι ερμαφρόδιτη, για να μην την πω σε μια τρίτη κατάσταση.

Ο μεταφραστής, όπως το βλέπω εγώ τουλάχιστον, περνά από τη στάση του αναγνώστη στη στάση του δημιουργού, όμως στην πρώτη στάση του υπάρχει κιόλας κάτι από τη δεύτερη που σιγά-σιγά αυξαίνει ώστε το πέρασμα, εσωτερικά τουλάχιστο, να μη μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά. Μα και στη δεύτερη στάση δεν παύει νάναι, μερικά τουλάχιστον, αναγνώστης. Στο «αναγνωστικό» του στάδιο θαρρώ πως υπάρχει μια αφομοιωτική υπερτροφία σε σχέση με τον κοινό αναγνώστη. Στο «δημιουργικό» του πάλι δύσκολα θα εφάρμοζε κανείς τα όσα λέει ο Έλιοτ για την πρωτότυπη δημιουργία, θέλω να πω σε όλη τους την έκταση, γιατί λείπουν μερικά από εκείνης τα χαρακτηριστικά κ’ εδώ προστίθενται άλλα. Η μετάφραση από τη συναισθηματική άποψη αρχίζει αναμφισβήτητα από μια συμπάθεια εκδηλωμένη που φαίνεται νάχει μέσα της το στοιχείο της "ταύτισης".

Μ’ αυτήν εννοώ μια σύμπτωση κοινών χαρακτηριστικών του ποιητή και του μεταφραστή στο έργο του πρώτου. Ίσως ο μεταφραστής να θέλει να εκδηλώσει πως θα επιθυμούσε νάχε πει α υ τ ό ς εκείνο που είπε ο ποιητής, μα είτε δεν το κατάφερε είτε απλά δεν τούτυχε. Τούτο δεν αποκλείει και την άποψη της πρόθεσης του μεταφραστή ν’ ασκηθεί μεταφράζοντας, όταν τυχαίνει, και τυχαίνει πάντα σχεδόν νάναι κι’ ο ίδιος ποιητής. Και λέω πως δεν την αποκλείει γιατί η «πρόθεση της άσκησης» είναι κάτι πολύ συνειδητό, πρακτικό θάλεγα, που προϋποθέτει την «ταύτιση». Δε μπορώ να φανταστώ κάποιον που θα μετέφραζε κάτι που δε θα του άρεσε, εκτός βέβαια κι’ αν ήταν υποχρεωμένος να το κάνει, περίπτωση που εδώ δε μας ενδιαφέρει. Στη δημιουργική μετάφραση εύκολα συμπεραίνει κανείς το στάδιο ενός αγώνα που προηγήθηκε στη ψυχή του μεταφραστή. Ο αγώνας αυτός ήταν αισθητικός, κριτικός. Το ποίημα που μας έχει κερδίσει έχει περάσει κιόλας από το σουρωτήρι των προσωπικών κριτηρίων μας. Αγωνίστηκε χτυπώντας μας διαδοχικά απ΄ έξω από τις επάλξεις της άγνοιάς μας και κατόπι της αμφιβολίας μας, και κατάφερε να πάρει μια-μια τις πολεμίστρες της παραδοχής μας. Με αυτή τη σειρά των συλλογισμών έφτασα να συμπεράνω πως η στάση μας απέναντι στο έργο που μεταφράζουμε δεν είναι μόνο συναισθηματική με τη στενή σημασία της λέξης. 

Η μετάφραση είναι ακόμα ένας φόρος για την απόλαυση που μας δόθηκε και μαζί ένα άπλωμα στο χρόνο αυτής της απόλαυσης. Το κείμενο που μεταφράζουμε θέλουμε να το κάνουμε δικό μας όπως κι’ όσο μας είναι βολετό – να το περάσουμε από μέσα μας βγάζοντάς το σε μιαν άλλη μορφή. Και θυμούμαι πάλι τις μεταμορφώσεις του εντόμου. Θέλουμε να το δούμε στη δική μας τη γλώσσα, του τόπου μας, κι΄ ακόμα περισσότερο την προσωπικά δική μας. Ίσως αυτό νάναι μια ομολογία εγωισμού, δεν ξέρω όμως δημιουργική προσπάθεια στην τέχνη που να μην τον έχει ουσιαστικό συστατικό της, αν ξεκινήσουμε από την αρχή πως η τέχνη είναι εξωτερίκευση της αδήριτης ανάγκης για την έκφραση και την όποια προβολή του δημιουργού της, και σ’ αυτήν τελικά μετοχετεύεται ο δημιουργός αφανίζοντας τον εαυτό του. Αν τύχει τώρα κ’ η προσπάθεια πετύχει το σκοπό της γίνεται μια ευρύτερη προσφορά.

(...) "Στην ποίηση", λέει ο Σεφέρης, "η γλώσσα είναι δέκτης της ευαισθησίας, συνάρτηση της ευαισθησίας (…) και αλλοίωση της γλώσσας σημαίνει αλλοίωση της ευαισθησίας". Άλλο μέσο από τη γλώσσα ο ποιητής δεν έχει. Μ’ αυτήν μάχεται. Ο παράτολμος μεταφραστής της ποίησης, πάνω από τις οποιεσδήποτε άλλες αρετές του, πρέπει νάναι όσο μπορεί πιο καλά γλωσσικά οπλισμένος και γλωσσικά ευαίσθητος γιατί γλωσσικός κυρίως είναι ο αγώνας του, το άθλημά του, με το «γλωσσικό» νάχει μια πολύ ευρύτερη έννοια, ιδιότυπη της ποίησης, από εκείνη που συνήθως του δίνομε. Γι’ αυτήν θα μιλήσω παρακάτω.

Ένα ερώτημα του αναγνώστη που θέλω να προλάβω είναι το "αν μεταφράζεται η ποίηση". Απαντώ: "Όχι", κι’ αυτό χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Ώστε λοιπόν φάσκω και αντιφάσκω; Άλλο λέω κι άλλο κάνω; Θ’ απαντήσω και πάλι: "Όχι". Προκειμένου για την ποίηση, και για το λόγο πως πολλές λέξεις τυχαίνει νάχουν για μας ένα όριο στη νοηματική τους ελαστικότητα, θάπρεπε ν’ αποφεύγει κανείς να χρησιμοποιεί τον όρο "μετάφραση". Πιο επιτυχημένη θάταν ίσως η "απόδοση" που ανοίγει, όπως χρειάζεται, ένα πιο πλατύ ορίζοντα. Σ’ αυτό το δεύτερο όρο χωρεί θαρρώ το να φτιάνεις κάτι παράλληλο, μια "προσέγγιση αντιστοιχίας" περισσότερο είτε λιγότερο πετυχημένη, με την επιτυχία να σημαίνει τη διάσωση όσο μπορεί πιο πολλών από τα στοιχεία του πρωτοτύπου, όχι σε βάρος της λογοτεχνικής ποιότητας της απόδοσης. Αυτή πρέπει νάναι μαζί το "κάποιο αντίστοιχο" του πρωτότυπου κι ένα γνήσια Ελληνικό κείμενο με τις λιγότερες δυνατές αβαρίες.

(…) Είναι γεγονός πως ο συνειδητός μεταφραστής της ποίησης γίνεται, από την πρώτη κιόλας στιγμή της προσπάθειάς του, ένας πνευματικός εγκληματίας και πνευματικά αυτοτιμωρούμενος άνθρωπος. Η λογοτεχνική μετάφραση ή απόδοση είναι ένα "ιδιότυπο έγκλημα" με ηθικό αυτουργό τον ενθουσιασμό για το πρωτότυπο ξενόγλωσσο κείμενο. Κάθε στιγμή είναι στιγμή "τέλεσης" με όλη τη στυγερότητά της, τις τύψεις και την τιμωρία. Μοναδική εξιλέωση είναι η τόσο απίθανη, πραγματικά, "νεκρανάσταση" ή καλύτερα η "ιδιότυπη μετεμψύχωση"».





Σημ.: Στο κείμενο έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η στίξη (όχι όμως ο τονισμός) του πρωτοτύπου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου