Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Σπουδαίος ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 στη Θεσσαλονίκη, την πόλη η οποία έχει τροφοδοτήσει και εμπλουτίσει τον χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας της χώρας μας με μερικούς από τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους ποιητές-λογοτέχνες. Αν και λέγεται ότι η Ποίηση ακολουθείται και διαβάζεται από περιορισμένο αριθμό αναγνωστών, εν τούτοις ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι από τους πιο γνωστούς και αγαπητούς ποιητές και η γραφή του έχει απήχηση σε ένα ευρύτερο κοινό. Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μιχάλη Γρηγορίου, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Διαχρονικά, εμβληματικά αλλά και αγαπημένα τραγούδια παραμένουν τα μελοποιημένα ποιήματα του με τους αντίστοιχους τίτλους "Δρόμοι παλιοί", "Μιλώ" και "Το σκάκι".

Θεωρείται κατ' εξοχήν πολιτικός ποιητής. Όμως ο ίδιος αυτοπροσδιορίστηκε ως ερωτικός ποιητής που τα ποιήματα του εμπεριείχαν και πολιτικό λόγο, αφού όπως έλεγε η εποχή του κυριαρχείτο από έντονη πολιτική παρουσία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1942 (στο περιοδικό Πειραϊκά γράμματα), εν μέσω της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα ενώ μετά ακολούθησε ο Εμφύλιος και η μετεμφυλιακή περίοδος οπότε μεγάλωσε και ανδρώθηκε σε χρόνια γεμάτα πολέμους, δυσκολίες και έντονα πολιτικά πάθη.

Πολιτικοποιημένος και ο ίδιος και ανήκοντας ιδεολογικά στην Αριστερά, φυλακίστηκε για την πολιτική του δράση το 1948 και καταδικάστηκε την επόμενη χρονιά από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο, αλλά μετά από δύο χρόνια (το 1951) απελευθερώθηκε με τη γενική αμνηστία. Ήταν επόμενο η ποίησή του να επηρεαστεί και να έχει πολιτικό χαρακτήρα με κοινωνικές όμως και βαθύτατες υπαρξιακές ανθρωπιστικές προεκτάσεις ως προς περιεχόμενο. Γι' αυτό και πιστεύω ότι οφείλουμε να σεβαστούμε τα λόγια και την τοποθέτησή του. Άλλωστε ποιος μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο τον ποιητή τι πιστεύει, τι αισθάνεται, τι εκφράζει και ποια είναι η νοηματική της ποιητικής του γραφής; 

Του απέδωσαν και τον τίτλο του "ποιητή της ήττας", τον οποίο δεν δέχθηκε ποτέ. Τον αρνήθηκε γιατί, όπως υποστήριζε, η ποίηση του δεν ήταν ποίηση της ήττας, αλλά ποίηση που εξέφραζε την αγωνία, το άγχος εκείνων των χρόνων. Εξάλλου είναι πολύ βαρύ ένας άνθρωπος να επωμιστεί την ήττα μιας ολόκληρης γενιάς ή εποχής, είναι άδικο και σκληρό. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι ποτέ και τίποτα δεν είναι ολοκληρωτικά χαμένο όσο κάποιοι άνθρωποι συνεχίζουν να παλεύουν για έναν καλύτερο κόσμο, όραμα για το οποίο αγωνίστηκε με αξιοπρέπεια και ξεχωριστό ήθος σε όλη του τη ζωή ο Αναγνωστάκης. Στο ποίημα του "Κι ήθελε ακόμη", γράφει:

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα όσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Δημοσίευσε 88 ποιήματα και από το 1971 σταμάτησε να γράφει Ποίηση. Πολλοί σχολίασαν αυτή του την απόφαση να σιωπήσει ποιητικά. Ο ίδιος έδωσε τις δική του εκδοχή λέγοντας: "Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνο σ’ αυτή τη δυνατότητα ή θα επιχειρήσει να εκφραστεί και με άλλους τρόπους; Ή θα φτάσει κάποτε σ’ ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης − και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση, εντελώς το αντίθετο, από την οδυνηρή διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής; Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή ορισμένες φορές και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι κι αυτή μια έκφραση, εγώ θα ‘λεγα πως είναι και μια πράξη".

Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Ποίησης το 1986, το Μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας το 2002 και επίσης αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Α.Π.Θ.

Έφυγε από τη ζωή το 2005 και η φετινή χρονιά ορίστηκε "έτος Αναγνωστάκη" για να τιμηθεί ο ποιητής κυρίως από την γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη.

Η αληθινή τέχνη, η αληθινή Ποίηση περιέχει τη διορατικότητα και την προφητεία, προπορεύεται δηλαδή της εποχής της και διακρίνει τι έπεται στο μέλλον, αφού κάνει το μέλλον παρόν. Έτσι θα κλείσω με το ποίημα του Αναγνωστάκη "Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ." που θυμίζουν τις σημερινές δικές μας και είναι επίκαιρες.

Φανή Αθανασιάδου



Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου-πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε
Από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Αλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν,
ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα
οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών
των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε υψώνεται 
η Τράπεζα Συναλλαγών
-εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται-
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
-εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-
Όπου και να ταξιδεύω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία
τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.





                                                                           
       
          



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου