Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

"Το πέμπτο σημείο του ορίζοντα" του Θοδωρή Τσάκωνα

Το παρακάτω κείμενο έχει δύο σημαντικές ιδιομορφίες. Η πρώτη είναι ότι δεν είναι αντικειμενικό. Δεν αφορά ένα σύνολο διηγημάτων που έφθασε στα χέρια μου τυχαία και ο συγγραφέας τους μού είναι άγνωστος. Η δεύτερη είναι ότι είμαι η σχεδιάστρια του εξωφύλλου του βιβλίου, άρα και άμεσα εμπλεκόμενη με τη μεταγραφή του σε εικόνα. Το να γράψω για τη συγκεκριμένη εμπειρία μού είναι ουσιαστικά εύκολο, όμως το να γράψω ως ανυποψίαστος κριτικός αναγνώστης δεν είναι εφικτό ούτε και τίμιο... 

Εν αρχή ην ο Λόγος, λοιπόν,  ο οποίος ξεκινά πάντα από μία ιδέα, μία μικρή ιδέα καλά φυλαγμένη στο βάθος του συνειδητού ή του υποσυνειδήτου μας, η οποία κάποια στιγμή αποφασίζει να αναδυθεί και να απαιτήσει την προσοχή μας. Και τότε ο καθένας μας, καλλιτέχνης ή μη, πρέπει να βρει τρόπο να τη φέρει στην επιφάνεια και να τη γνωρίσει ή να την αντιμετωπίσει -επιλέξτε ό,τι σας βολεύει- ελπίζοντας σε μια τελική συμφιλίωση με αυτήν.

Ο συγγραφέας σε αυτή την περίπτωση αρχίζει να την ξομπλιάζει, να τη ντύνει με λέξεις, να την κάνει ποίημα, μυθιστόρημα, διήγημα, και να την προσφέρει στους άλλους, περιμένοντας και αποζητώντας ταυτόχρονα πως κάποιοι θα βρουν ένα κομμάτι της δικής τους ιδέας μέσα από το δικό του δημιούργημα. Πόσο μάλλον όταν αυτός που θα το διαβάσει δεν είναι λογοτέχνης, αλλά ζωγράφος ή μουσικός. Τότε το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον γιατί η μεταγραφή από την μία τέχνη στην άλλη περικλείει πάντα το ίδιο εσαεί αναπάντητο ερώτημα:  Περνάω τον εαυτό μου μέσα από την τέχνη του άλλου ή περνάω την τέχνη του άλλου μέσα από τον εαυτό μου;

Ο Χρήστος Τούμπουρος στην κριτική του για το πρώτο μυθιστόρημα του Θοδωρή Τσάκωνα,  Αγκούσα, αναφέρει (και συμφωνώ μαζί του) πως συνυπάρχουν τρία διακεκριμένα φαινόμενα. Η πραγματικότητα των γεγονότων, η πραγματικότητα του συγγραφέα και η πραγματικότητα των φαινομένων. Σ' αυτό το βιβλίο υπάρχει κατά τη γνώμη μου και άλλη μία πραγματικότητα που ξεφεύγει τελείως από τις άλλες, δημιουργεί τον εαυτό της και αυτονομείται δημιουργώντας την αίσθηση της παράλληλης διάστασης, η οποία όμως δεν μας ξενίζει ή αναιρεί την ήδη υπάρχουσα πραγματικότητα, δεν μπορεί όμως και να αποδοθεί με κανέναν άλλο τρόπο παρά μέσω μίας άλλης τέχνης.

Είμαστε όλοι πεπτωκότες και,  όπως λέει και ο συγγραφέας, στο ομώνυμο ποίημα που κλείνει τόσο όμορφα την σειρά των διηγημάτων, «ουράνιας πτώσης κατακριτέοι», και όσοι από εμάς επιθυμούμε τα φτερά των αγγέλων, στο τέλος «φορτωνόμαστε και φτερά και τον θρήνο». Οπότε, λοιπόν, και για να απαντήσω στο ερώτημα που έθεσα πριν, όταν μου ζητήθηκε να σχεδιάσω το εξώφυλλο του βιβλίου του, ο μόνος τρόπος για μένα ήταν να βρω το πέμπτο σημείο του ορίζοντα. Το σημείο δηλαδή όπου οι συγγραφείς των ιστοριών παύουν να είναι χειριστές και οι ήρωες των ιστοριών παύουν να είναι χειριζόμενοι. Το σημείο της ελευθερίας, όχι της επιλογής του τέλους ούτε της φαινομενικής ελευθερίας που νομίζει ότι αισθάνεται κανείς όταν δεν είναι κλεισμένος σε ένα κελί ως κρατούμενος ή σε μία μικρή πλαστική γυάλα ως ψάρι - έστω και ως ψάρι μονομάχος. Ούτε καν αυτή που θα σε κάνει να ξεφύγεις τελικά από τα όρια της παράγκας ωσάν Πολυξένη πάνω στο ουράνιο αλογόσυρτο άρμα του Εφέντ Ηλία της, αλλά εκείνο το άλλο σημείο ελευθερίας που αφορά την απελευθέρωση από το Εγώ και δημιουργεί την γέφυρα μεταξύζωής και τέχνης. Εκεί που η αναζήτηση του ομφάλιου λώρου δεν σηματοδοτεί ένα γαλήνιο τέλος με ταυτόχρονη ανάδυση των ενδομήτριων αναμνήσεων, όπως στο διήγημα «Ο Λώρος», αλλά την ανακάλυψη της γενεσιουργού αιτίας, αυτής της ατέρμονης αναζήτησης του εαυτού. Τότε φθάνουμε όντως στο σημείο όπου τα φτερά και ο θρήνος συνυπάρχουν δίνοντας τη δυνατότητα της διάκρισης του πραγματικού αγγέλματος.

Είναι δεδομένο ότι όλοι στο τέλος καλούμαστε να κοιτάξουμε, μέσα από τον φακό της φωτογραφικής μηχανής, το μοναδικό φωτεινό σημείο που υπάρχει στην άκρη του και να αποφασίσουμε -πατώντας το κλείστρο- ποια φωτογραφία θα τραβήξουμε. Αυτήν που βλέπουμε προς τα έξω ή αυτήν που βλέπουμε προς τα μέσα. Ευτυχώς ο Θοδωρής Τσάκωνας επέλεξε αυτήν προς τα μέσα χωρίς τη χρήση του Λούγκερ, αλλά με τη χρήση της πένας ή έστω του υπολογιστή,  και έτσι χάρισε σε όλους μας την ευκαιρία να χαρούμε την ανάγνωση αυτών των ενσταντανέ…..και σε μένα την ιδιαίτερη χαρά της εικονοποίησης…

Μαρία Γενιτσαρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου