Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Η ποίηση στο έργο του Ντμίτρι Σοστακόβιτς

Ντμίτρι Σοστακόβιτς
Η ποίηση στάθηκε μια από τις σημαντικότερες πηγές έμπνευσης για τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς, έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες του 20ού αιώνα. Κατά καιρούς "έντυσε" με μουσική ποιήματα εντελώς διαφορετικά, όπως αυτά του Μιχαήλ Αγγέλου και του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, σονέτα του Σαίξπηρ, ποιήματα γιαπωνέζικα, παραδοσιακές εβραϊκές μπαλάντες και ψαλμούς του Δαυίδ.

Κορυφαίοι δημιουργοί σαν τον Λόρκα και τον Απολινέρ τροφοδότησαν την εκπληκτική του παραγωγή, ενώ ποιητές της πατρίδας του -με πρώτο και καλύτερο τον Πούσκιν, αλλά και τον Αλέξανδρο Μπλοκ, τον Γεβγκένι Γεφτουσένκο, τη Μαρίνα Τσβετάγιεβα-  αποτέλεσαν πάντα υλικό πρώτης τάξης που αναπλάθονταν σε θαυμάσια μουσική.

Ο Σοστακόβιτς έμεινε στην ιστορία κυρίως για τη στάση του απέναντι στο σταλινικό καθεστώς, το όποιο πολέμησε μέσα από τις δημιουργίες του όσο μπορούσε, καθώς ήταν μπλοκαρισμένος από τα τρομακτικά κι αμείλικτα όργανα της τάξης. Όμως πέρα από τις μεγαλεπήβολες συμφωνίες του και τα εντυπωσιακά του κομμάτια που εκτελούνταν από τεράστιες λαμπρές ορχήστρες, οι πιο ευαίσθητες πλευρές της ζωής όπως ο έρωτας, η σχέση μητέρας-παιδιού και τα βάσανα των φτωχών ανθρώπων απασχολούσαν εξίσου τον μεγάλο συνθέτη.

Κατατρεγμένος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του,  ένιωθε ότι η μοίρα του ταυτιζόταν με αυτή των Εβραίων που για αιώνες καταδιώκονταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, εξαιτίας μιας σειράς ακραίων προκαταλήψεων που τους είχαν καταδικάσει στο περιθώριο. Χρησιμοποιώντας ένα βιβλίο με εβραϊκά ποιήματα που βρήκε σ ένα βιβλιοπωλείο το 1948,  συνέθεσε έναν κύκλο τραγουδιών ο οποίος κυκλοφόρησε μόνο μετά το θάνατο του Στάλιν. Ένα από αυτά φέρει τον τίτλο "Πριν από έναν μακρύ χωρισμό":


Η γυναίκα :
Ω Αβραάμ πώς θα ζήσω χωρίς εσένα
Εγώ χωρίς εσένα, εσύ χωρίς εμένα
πώς θα ζήσουμε χωρισμένοι ;

Ο άντρας :
Θυμάσαι όταν ήμασταν στην πόρτα του ναού
τι μου 'χες πει μυστικά;
Ω, ω, Ριβόσκα, άσε με να φιλήσω τα χείλη σου αγάπη μου!
Η γυναίκα:
Ω, Αβραάμ, πώς θα ζήσουμε τώρα;
Εγώ χωρίς εσένα, εσύ χωρίς εμένα,
ω, σαν μια πόρτα δίχως σύρτη.

Ο άντρας :
Θυμάσαι όταν περπατούσαμε χέρι με χέρι,
τι μου είπες στη δεντροστοιχία ;
Ω, ω, Ριβόσκα, άσε με να φιλήσω τα χείλη σου, αγάπη μου !

Η γυναίκα :
Θυμάσαι όταν φορούσα μια κόκκινη φούστα ;
Ω, τι όμορφη που ήμουν τότε!


Και ένα νανούρισμα από τον ίδιο κύκλο:


Ο γιος μου είναι ο ομορφότερος απ’ όλους στη γη
μια φωτίτσα στο σκοτάδι.
Ο πατέρας του είναι αλυσοδεμένος στη Σιβηρία
φυλακισμένος απ' τον τσάρο…
Νανουρίζοντάς τον στη κούνια του
η μάνα του δακρύζει.
Σαν θα μεγαλώσεις θα μάθεις τι βασανίζει την καρδιά της.
Κοιμήσου τώρα δίχως έγνοια,
Κοιμήσου, εγώ δεν μπορώ,
Κοιμήσου, αγάπη μου, κοιμήσου γιε μου.

Η Δέκατη τέταρτη Συμφωνία του,  πάλι,  βασίζεται ολόκληρη σε ποίηση εξαιρετικού επιπέδου όπως αυτή του Απολινέρ. Παραθέτω ένα απόσπασμα, όπου μιλά η μάγισσα Loreley, καθώς την οδηγούν στον τόπο της εξορίας της :

…μια φορά ακόμη αφήστε με να σταθώ
στη κορυφή του γκρεμού
να δω το κάστρο του αγαπημένου μου
πέρα μακριά
και για μια τελευταία φορά
να θρηνήσω την αντανάκλαση του στο ποτάμι
ύστερα μπορείτε να με πάρετε στο μοναστήρι
τα μαλλιά της ανεμίζουν στον αέρα
τα μάτια της λάμπουν παράξενα
καθώς οι στρατιώτες φωνάζουν να γυρίσει πίσω
μακριά κάτω στο ποτάμι
ένα μικρό καράβι φαίνεται
ο αγαπημένος μου είναι μέσα σ αυτό και μου γνέφει
η καρδιά μου σκιρτά
έλα αγαπημένε μου
γέρνει όλο και περισσότερο στο γκρεμό
την είδα να βυθίζεται στο νερό
τόσο ήρεμη και καθαρή
τα μάτια της στο χρώμα του ποταμού
τα μαλλιά της στο χρώμα του ήλιου.

Ένας άλλο πολύ ενδιαφέρον έργο για σοπράνο, βιολί, τσέλο και πιάνο είναι τα Επτά Ρομάντζα βασισμένα σε καταπληκτικά ποιήματα του Αλεξάντερ Μπλοκ. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:


Η Πόλη Κοιμάται

Η πόλη κοιμάται
τυλιγμένη στο σκοτάδι της νύχτας
τα φώτα των δρόμων αχνοφέγγουν…
Εκεί πέρα μακριά κατά μήκος του Νέβα
βλέπω την αντανάκλαση της αυγής που λάμπει.
Σ αυτόν τον απόμακρο κατοπτρισμό του φωτός
παραμονεύει το ξύπνημα των θλιμμένων ημερών μου…


Ένα δεύτερο εμπνευσμένο απ την περίφημη σκηνή στον Βασιλιά Ληρ :


Η Καταιγίδα

Ω, πόσο φρενιασμένος ο καιρός λυσσομανά έξω απ το παράθυρο
η καταιγίδα ουρλιάζει και μαίνεται
τα σύννεφα πετούν εξαπολύοντας βροχή
κι ο άνεμος κλαίει λυπητερά.
Τι απαίσια νύχτα! Μια τέτοια νύχτα
οίκτο νιώθω γι αυτούς που δεν έχουν καταφύγιο
κι η συμπόνια με σπρώχνει έξω
στην υγρασία και στο κρύο
να παλέψω με το σκοτάδι και τη βροχή
να μοιραστώ τη μοίρα αυτών που υποφέρουν…
Ω, πόσο φρενιασμένα λυσσομανά ο καιρός έξω από το παράθυρο.


Και ένα τελευταίο :


Ήμασταν Μόνοι

Ήμασταν μόνοι, θυμάμαι
η νύχτα ήταν γεμάτη ένταση
ένα βιολί τραγουδούσε.
Ήσουν δική μου εκείνες τις μέρες
κι όσο περνούσε η ώρα γινόσουν ομορφότερη.
Μέσα απ'  το ήσυχο μουρμούρισμα των κυμάτων
μέσα απ το μυστικό του γυναικείου χαμόγελου,
Ένα φιλί έκλαιγε στα χείλη σου
οι ήχοι του βιολιού σημάδευαν τη καρδιά σου.


Απόστολος Σπυράκης

ΥΓ. Η μετάφραση των δυο πρώτων ποιημάτων από τα γαλλικά είναι του Παύλου Καϊμάκη.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου