Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

"Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας" του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

Το «Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας» είναι η πρώτη προσπάθεια του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη στην ποίηση (τον έχουμε συνηθίσει στην πεζογραφία) και είναι μια προσπάθεια απόλυτα επιτυχημένη.

Ο Ιντζέμπελης μας μεταδίδει μέσα από τη συλλογή του τη στοχαστική διάθεση, τη νοσταλγία και τη μελαγχολία ενός Έλληνα φοιτητή που σπουδάζει στην Αγγλία. Τον παρακολουθούμε να περπατά στους βρώμικους δρόμους, να κάθεται στο δωμάτιο της εστίας του, να παλεύει με τον βροχερό καιρό και τη μνήμη, να κοιτάζει έξω από το παράθυρό του σκεπτικός, να αναπολεί, να ονειρεύεται, να φαντάζεται.

 Ο ίδιος ο Ιντζέμπελης έχει σπουδάσει στην Αγγλία και είναι πιθανό, όχι όμως βέβαιο, ότι μας μεταδίδει δικές του εμπειρίες στη συλλογή. Την πιθανότητα αυτή ενισχύει το εναρκτήριο ποίημά της, όμως η εμμονή στον ενεστώτα χρόνο σε όλα τα υπόλοιπα ποιήματα την αναιρεί και την υποσκάπτει. Έτσι, δεν μπορούμε με σιγουριά να ταυτίσουμε τον ποιητή με το ποιητικό υποκείμενο–όχι ότι μια τέτοια ταύτιση είναι απαραίτητη ή προαπαιτούμενη, γιατί δεν είναι.

Παρόλα αυτά, η συλλογή μας παραδίδεται σαν εξομολόγηση. Ο φοιτητής βάζει τον κόσμο σε απόσταση και τον παρατηρεί, τον δικό του όμως εσωτερικό κόσμο μάς επιτρέπει να τον πλησιάσουμε και να τον κοιτάξουμε από κοντά, σαν να ήμασταν επιστήθιοι φίλοι. Παράγεται έτσι μια αίσθηση αλήθειας και οικειότητας που κάνει τον αναγνώστη να νιώσει τρυφερότητα.

Τεχνικά, ο στίχος είναι απλός – δεν υπάρχουν μεγαλεπήβολα σχήματα ή δύσβατα νοήματα. Οι μεταβάσεις γίνονται αβίαστα, με φυσικότητα, και γι’ αυτό πείθουν χωρίς δυσκολία για την ειλικρίνειά τους, κερδίζοντας τον αναγνώστη. Η εντύπωση που εκείνος αποκομίζει τελικά, αφού διαβάσει όλα τα ποιήματα, είναι ότι διάβασε ένα ωραίο ποιητικό βιβλίο.


Χριστίνα Λιναρδάκη
Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:


ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Μουντή μέρα, πεθαμένος ήλιος, κατάθλιψη.
Γκρίζα σύννεφα, πινελιές από άσπρο.
Φύλλα στίγματα, θύματα δυνατού αέρα.
Γλάστρες τριώροφες με σκεπή από κεραμίδια.
Τοπίο σε ερήμωση. Φωνές σε ύπνο.


ΥΠΝΟΣ

Ποτέ δεν πέρασες στα όρια της σκέψης μου. Δεν μου έλειψες γιατί σου είχα πάρει τα σκήπτρα. Κατείχα ώρες που η περήφανη διάθεση πατά στις ευχάριστες στιγμές του ύπνου. Και τώρα άγνωστε Θεέ σε ζητώ. Στρώνω χαλί να με πάρεις κοντά σου για λίγο. Να ξεγελάσεις το ταλαιπωρημένο μου είναι. Χαμογελώντας περιμένω την εκδήλωσή σου. Με μάτια νυσταγμένα σε παρακαλώ κάθε βράδυ. Δώσε μου δύναμη με το ταξίδι σου. Βοήθησε να δαμάσω τους πόνους του κορμιού μου. Στείλε μου το άσπρο πέπλο όλων αυτών που επιθυμώ να γίνουν.



ΑΓΑΠΗ

Δεν ξέρω γιατί οι αετοί κατακτούν τον ιστό, τα ελάφια έχουν τόση ομορφιά, οι σκύλοι μεγάλη πίστη. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποιο χέρι που σκόρπισε τα χαρίσματα που σημάδεψαν τη φύση των πλασμάτων. Αυτό που έδωσε ζωή σε μένα που ονομάζομαι άνθρωπος. Και μου έμαθε ένα πράγμα που συγκεντρώνει όλη τη ζωή. Αγάπη.



ΓΡΑΦΗ

Μου έγινες συνήθεια μέσα στη μοναξιά.
Φιλώ τα χέρια που με βοηθούν να σκαλίζω γραφικούς χαρακτήρες.
Ακούω τη μουσική που γλυκαίνει την απόσταση από τα πράγματα που μου λείπουν.
Πράγματα, άνθρωποι, σφιγμένα τόσο που μου πιέζουν το στέρνο.
Και μεγαλώνεις μοναξιά όταν το φως του ήλιου πέσει.
Γίνεσαι θηρίο ανήμερο.
Μάταια ψάχνω τρόπο να σε καταλαγιάσω - να σου γυρίσω την πλάτη.
Άγριο παιχνίδι στο μακρινό χωριό μιας εξορίας που θέλει να λέγεται μάθηση.


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 30 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Γιατί δεν γράφω ποίηση

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.


 Κώστας Καρυωτάκης

 

Γιατί δεν αισθάνομαι ότι διαθέτω το σχετικό ταλέντο (όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι και το υπολογίζω) και δεν έχω την αναγκαία ποιητική βούληση.

Γιατί πιστεύω ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί ποιητικά με τον καλύτερο και κάθε δυνατό τρόπο.

Γιατί ο κύκλος της ποίησης όπως την ξέραμε έχει κλείσει.

Γιατί προτιμώ να μεταφράζω παρά να γράφω «πρωτότυπα» κείμενα. Γιατί πρωτότυπο χωρίς αντίγραφο ή μετάφραση δεν υπάρχει.

Γιατί είναι προπετές να νομίσω ότι μπορώ να διορθώσω (αυτό αποπειράται κανείς, συνειδητά είτε ασυνείδητα, όταν αποφασίζει να γράψει λυρικό ποίημα) τη Σαπφώ, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Κητς, τον Σολωμό, τον Καρυωτάκη.

Γιατί δεν έχω χρόνο για χάσιμο, δεν προφτάνω, δεν έχω χρόνο να γράφω ποίηση όταν δεν έχω διαβάσει ακόμη Δάντη (αν είναι δυνατόν!).

Γιατί ο Έλιοτ με καλύπτει πλήρως όταν λέει στο East Coker πως κάθε ποιητικό εγχείρημα είναι «επιδρομή στο άναρθρο με σαθρό εξοπλισμό που όλο και φθείρεται στη γενική αταξία της αοριστίας των αισθημάτων» και πως «ό,τι υπάρχει για να κατακτηθεί έχει ήδη ανακαλυφθεί μια και δυο ή πολλές φορές από ανθρώπους που κανείς δεν μπορεί να ελπίζει πως θα τους παραβγεί».

Γιατί με τον Τζόυς και τον Μπέκετ, με τον πλούτο του ενός και τη φτώχεια του άλλου, με την μπόρεση και την ανημπόρια, με την «επιτυχία» και την «αποτυχία», εξαντλήθηκαν οι δυνατότητες της έντεχνης γλώσσας.

Γιατί δεν υπάρχουν πια “new-found methods” όπως λέει ο Σαίξπηρ, και η θεματική (τόσο το αντικείμενο της επιθυμίας όσο και η ίδια η επιθυμία) έχει πράγματι εξαντληθεί. Για περισσότερα, βλ. το περίφημο 76ο Σονέτο. O know, sweet love, I always write of you,/ And you and love are still my argument;/ So all my best is dressing old words with new,/ Spending again what is already spent.

(…) Γιατί νομίζω ότι η φράση «Τι θέλει να πει ο ποιητής;» είναι σημαίνουσα και εύστοχη.

Γιατί πιστεύω ότι η περιώνυμη «αμφισημία» (ambiguity) της ποίησης οφείλεται συχνά σε σύγχυση των ποιητών και αδυναμία διατύπωσης ενός σαφούς νοήματος, όχι στην εγγενή νοηματική ταλάντευση της ποιητικής γλώσσας.

Γιατί δεν μου αρέσει να ανταγωνίζομαι και να διαγκωνίζομαι με ομοτέχνους, ταλαντούχους και ατάλαντους («συρφετό» τους αποκάλεσε ο Καρυωτάκης) για κάτι τόσο σπουδαίο.

Γιατί δεν με ενδιαφέρει να συγκαταριθμηθώ (στην καλύτερη περίπτωση) με άλλους εξήντα συγχρόνους μου σε υποσελίδιο σημείωση πολύτομης ιστορίας της ποίησης.

Γιατί (για να χρησιμοποιήσω ένα στερεότυπο) η ποίηση είναι πολύ σπουδαία υπόθεση για να την αφήσουμε στους ποιητές.

Γιατί ντρέπομαι να παριστάνω ότι κάνω κι εγώ αυτό που έκαναν τιτάνες πριν από μένα.

(..) Γιατί μου φαίνεται πιο σημαντικό να είσαι επαρκής αναγνώστης της ποίησης παρά επαρκής ποιητής. Γιατί η ανάγνωση σε εκπολιτίζει και σε μορφώνει περισσότερο από τη γραφή, που συχνά σε ξελογιάζει και σε εκμαυλίζει.

Γιατί ξόδεψα (τρόπος του λέγειν) τη ζωή μου διαβάζοντας λογοτεχνία και αυτό μου αρκούσε και είχα πάντα την αίσθηση πως δεν ήμουν παθητικός αποδέκτης, πως επιτελούσα κάποιο έργο, πως αυτό που έπαιρνα από αυτά τα διαβάσματα ακτινοβολούσε από πάνω μου και μεταδιδόταν ως γνώση και πολιτισμός στους δικούς μου, στους φίλους μου, στους γύρω μου.

Γιατί δεν χρειάζεται άλλος ένας ποιητής. Περισσεύουν οι γράφοντες ποιητές, και οι καλοί ακόμη, όσοι υπάρχουν. Γιατί το κακό παράγινε: σήμερα και με το Διαδίκτυο γέμισε ο κόσμος ποιητές, παίρνουν βραβεία πρωτοεμφανιζόμενα, εκδίδονται, γίνονται μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Οι ποιητές είναι περισσότεροι από τους αναγνώστες της ποίησης.

Γιατί των ποιητών ο νους ψηλώνει. Εύκολα χάνει κανείς τον έλεγχο και γίνεται ιδεοληπτικός. Η ποίηση έχει για τους ποιητές το θάμβος της ουτοπίας.

(…) Γιατί η ανάγνωση της ποίησης είναι ήπια μορφή συσσώρευσης και κατοχής πολιτισμικού κεφαλαίου που μπορεί εύκολα να διανεμηθεί (με μετάδοση, διδασκαλία) χωρίς να ελαττωθεί, ενώ η γραφή είναι ισχυρός μοχλός διάκρισης, υπεροχής και κυριαρχίας. («Γιατί κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες. Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα – ποιοι σκέφτονται τις μάζες; Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη» - Τίτος Πατρίκιος).

(…) Γιατί δεν είμαστε στο 1815 (ο Βύρωνας, ο Σέλεϋ, ο Κητς) ή στο 1915 (ο Γέητς, ο Έλιοτ, ο Ρίλκε), όταν ο ποιητικός λόγος ήταν ακόμη ηχηρός. Ο λόγος της ποίησης υστερεί σήμερα συγκριτικά με άλλους λόγους, τον λόγο της μυθιστοριογραφίας, της ιστοριογραφίας, της βιογραφίας, του δοκιμίου, της κριτικής ανάλυσης, και ιδιαίτερα στη σημερινή Ελλάδα είναι λόγος αναιμικός, εσωστρεφής, μαραζιάρης, βαρετός (…).
 

Άρης Μπερλής


(Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από ομότιτλο άρθρο στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου – The Athens Review of Books, τεύχος 64, Ιούλιος-Αύγουστος 2015. Ο Άρης Μπερλής είναι μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας. Η πιο πρόσφατη μετάφρασή του είναι μια επιλογή δοκιμίων του Τ.Σ. Έλιοτ με τον τίτλο Οι φωνές της ποίησης, 2013)

 

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

"Τέσσερις ώρες αγκαλιά / Μαρίας εγκώμιον" του Σωτήρη Κακίση

Το Τέσσερις ώρες αγκαλιά/Μαρίας εγκώμιον του Σωτήρη Κακίση είναι δύο συλλογές στην ίδια έκδοση με έξι διηγήματα η καθεμία, πασχαλιάτικα η πρώτη, χριστουγεννιάτικα η δεύτερη. Παραμυθάς με την κλασσική έννοια του όρου και σαφέστατα ταλαντούχος αφηγητής, ο συγγραφέας διηγείται ιστορίες ακολουθώντας τα μονοπάτια της φαντασίας και της ατόφιας υποκειμενικότητας με ισχυρό λόγο και συμπυκνωμένη γραφή.

Θεματικά οι ιστορίες του δεν κινούνται στα άκρα αλλά σε καθημερινά γνώριμα μονοπάτια και ο λόγος του έχει ειδικό βάρος, δεν φλερτάρει με την ασάφεια και ούτε άγεται και φέρεται από την κάθε ιστορία: ο συγγραφέας/αφηγητής είναι απόλυτος κύριος του παιχνιδιού σε όλες τις περιστάσεις. Η ηχηρή παρουσία του ταυτόχρονα ως αφηγητή αλλά και ως πρωταγωνιστή έχει σαν αποτέλεσμα ένα σύνολο κειμένων που «αυτοαναλύονται», με τον δημιουργό σαν άλλο Χίτσκοκ να πηγαινοέρχεται στις σκηνές και να μπαινοβγαίνει στις σκέψεις των ηρώων του με την άνεση παλιού γνώριμου και την δεξιοτεχνία ακροβάτη.

Το ενδιαφέρον του αναγνώστη δημιουργείται και εδραιώνεται χάρη στην αμεσότητα της γραφής αντί για την εκκεντρικότητα του κειμένου, ενώ η καταλυτική παρουσία του συγγραφέα αποδεσμεύει όλες τις οπτικές, κυρίως ξεκλειδώνει το χιούμορ και ευτυχώς απομυθοποιεί και αποδομεί την εσωστρέφεια πριν γίνει βαριά σκιά. Παρόλο που συνολικά οι ιστορίες διατηρούν μια ισχυρή αυτονομία, υπάρχει ενότητα και συνοχή όχι τόσο θεματολογικά όσο χάρη σε μια κοινή ατμόσφαιρα: ανεξαρτήτως του θέματος και της εκάστοτε υπόθεσης, ο Σωτήρης Κακίσης παράγει ένα συγκεκριμένο φυσικό περιβάλλον για τους ήρωές του ώστε να εξελιχθούν και να εδραιώσουν την υπόστασή τους.

 Η ξεκάθαρη ποιητικότητα στις λέξεις αλλά κυρίως στη σύνταξη είναι αυτό που οριοθετεί τα κείμενα και τα απομακρύνει από την πεπατημένη, παρόλο που ο προφανής συμβολισμός που βαραίνει το όνομα της Μαρίας ίσως να υστερεί σε ευρηματικότητα, τουλάχιστον σε ένα πρώτο βιβλικό επίπεδο. Είναι ταυτόχρονα όμως γεγονός ότι αυτές οι δύο συλλογές συνδιαλέγονται μεταξύ τους μέσα σε ένα κοινό περίγραμμα και τελικά καταλήγουν να αλληλοσυμπληρώνονται για να δώσουν ένα αποτέλεσμα αρμονικό που ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στην οικειότητα και τις γκρίζες ζώνες που μας περιβάλλουν όλους.


Kρις Λιβανίου

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο. 30 του vakxikon.gr.



Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Τρία ποιήματα της Αρίστης Τρεντέλ

H Αρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έμεινε μέχρι που τελείωσε το λύκειο. Σπούδασε στη συνέχεια στην Τυνησία και τη Γαλλία. Εργάστηκε ως αεροσυνοδός επί 10 χρόνια. Έζησε στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, την Ανατολική Ευρώπη και την Αγγλία. Αρκετά χρόνια τώρα ζει στη Γαλλία με τον σύζυγο και την κόρη της. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Μαρκ Μπλοχ στο Στρασβούργο και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μεν. Έχει δημοσιεύσει κριτικά άρθρα και λογοτεχνικά κείμενα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το τελευταίο της βιβλίο είναι το One Solar Year.



Shoreless Thoughts

She was brushing her teeth after lunch in the bathroom
She looked up and stayed still
The toothbrush suspended, the mirror stained, tiny specks of sand to brood upon
“Mummy, what are you thinking about?”
She shivered and stirred
There was an alarming pitch in the girl’s commanding voice
She walked into the kitchen
The tang of toothpaste sharp in her mouth
“How do you know I’m thinking, sweetie?”
“I can hear it”
She was too old to call for the sandman
Too young to receive response
Can you hear my thoughts?
Those you raise like a foresail
If you stay still and look up at the specks of sand, you will hear
Grimy and limy, a new born crying out
The wail and the whisper, the croon and the moan
Hush now hush, in silence I trust
Sighs rather than mistrusted signs
Hounds of thoughts tracking the moon
The silver rush. Hush
Thoughts always tell the truth
Those you raise like a sunken ship, like a woman from her knees
Those you drown with your own ringed fingers and smooth handshake
I can hear your thoughts
Those you will never utter nor uphold
From the masthead I behold the soreline of your lofty lot
The wind blows, the sea rough, I can hardly keep afloat
I hold fast onto your dead heart
I recite the Odyssey and some other poems I know by heart to prop up
My thoughts, your thoughts, those thoughts that will never reach the shore.


Περίπλο(κ)ες σκέψεις

Βούρτσιζε τα δόντια της στο μπάνιο μετά το φαγητό
Σήκωσε τα μάτια και στάθηκε ακίνητη
Η οδοντόβουρτσα μετέωρη, ο καθρέφτης λεκιασμένος, μικροσκοπικοί κόκκοι άμμου σαν αυγά προς εκκόλαψη
"Μαμά, τι σκέφτεσαι;"
Ρίγησε, ταράχτηκε
Η επιτακτική φωνή του κοριτσιού είχε τον τόνο της ανησυχίας
Μπήκε στην κουζίνα
Η γεύση της οδοντόκρεμας τσουχτερή
"Πού το ξέρεις ότι σκέφτομαι, χαρά μου;"
"Τ’ ακούω"
Ήταν πολύ μεγάλη για να φωνάξω τον μπαμπούλα
Πολύ μικρή για να της απαντήσω
Εσύ ακούς τις σκέψεις μου;
Αυτές που η ίδια ορθώνεις σαν ιστίο
Αν μείνεις ακίνητη και σηκώσεις τα μάτια στους κόκκους της άμμου, θ’ ακούσεις
Τυλιγμένο στις μεμβράνες του, ένα νεογέννητο που κλαίει
Τον θρήνο και τον ψίθυρο, το σιγοτραγούδισμα και τ’ αναφιλητό
Σώπα τώρα, σώπα, στη σιωπή εναποθέτω τις ελπίδες μου
Στις περισυλλογές και όχι στις αμφίσημες συλλαβές
Αγέλες σκέψεων αλυχτούν στη σελήνη
Η ασημένια τροπή. Σιωπή
Οι σκέψεις λένε πάντα την αλήθεια
Αυτές που ανασύρεις σαν βυθισμένο πλοίο, σαν γυναίκα γονατιστή
Αυτές που πνίγεις με τα ίδια σου τα δακτυλιδοστολισμένα χέρια και την αβρή σου χειραψία
Εγώ ακούω τις σκέψεις σου
Αυτές που δεν θα ξεστομίσεις ποτέ ούτε θ’ αντικρίσεις
Απ’ το κατάρτι ατενίζω την αγέρωχη ακτογραμμή του πεπρωμένου σου
Ο αέρας δυνάμωσε, σήκωσε κύμα, μετά βίας στέκομαι στην επιφάνεια
Κρατιέμαι απ' τη νεκρή καρδιά σου
Απαγγέλλω την Οδύσσεια κι άλλα ποιήματα που έχω αποστηθίσει για να στηρίζω
Τις σκέψεις μου, τις σκέψεις σου, τις σκέψεις που δεν θα φθάσουν ποτέ στην ακτή.




The Symbolic Woman
To C.L.

The auditorium was not full
no stir of remembrance
she walked down the aisle
a glimpse of chestnut hair
blurred
flashed past, flared
she was there
two rows behind
she dared look back and smile
beryl-clear the woman’s smile peered
into the slanting appeal
gave out a liquid sparkle
on the brink of a second
their smiles gleamed in silence and sundered
she looked forward and braced herself for the oncoming joy
the speaker quoted Woolf
her mind lapsed into Keats
Nor do we merely feel these essences
for one short hour
he was treating grave questions
where she was ignorant
knowledge, truth, wisdom
his face bore
the no sense of knowledge
the tremor of truth
the weariness of wisdom
steeped in the afterglow
she thought of the days to come
of the numen of a smile
she must always be with me or I die



Η συμβολική γυναίκα
Για την C. L.

Το αμφιθέατρο δεν ήταν γεμάτο
έμοιαζε ξένο
κατέβηκε τα σκαλιά ανάμεσα στα έδρανα
μια φευγαλέα εικόνα από καστανά μαλλιά
θολή
αναλαμπή που χάθηκε, φωτοβολίδα
ήταν εκεί
δυο σειρές πίσω
τόλμησε να γυρίσει το κεφάλι και να χαμογελάσει
λευκό σα βήρυλλος το χαμόγελο της γυναίκας διαπέρασε
την καμπύλη της γοητείας
φανέρωσε μια υγρή σπίθα
στο χείλος ενός δευτερολέπτου
τα χαμόγελά τους ενώθηκαν, μαρμαρυγές στη σιωπή και χωρίστηκαν
κοίταξε μπροστά προσμένοντας τη χαρά που ερχόταν
ο ομιλητής διάβαζε αποσπάσματα της Γουλφ
Στο μυαλό της ήρθε ο Κητς
Νιώθουμε τούτες τις ουσίες
για πάντα
έθετε σοβαρά ερωτήματα
για ζητήματα που εκείνη αγνοούσε
γνώση, αλήθεια, σοφία
απέπνεε το πρόσωπό του
τη ματαιότητα της γνώσης
το ρίγος της αλήθειας
την εξουθένωση της σοφίας
ενώ το διαπερνούσε το λυκόφως περασμένων μεγαλείων
σκεφτόταν τις μέρες που θα 'ρχονταν
την πνευματικότητα του χαμόγελου
πρέπει να είναι πάντα κοντά μου αλλιώς θα πεθάνω



Diary

October the first
a woman’s voice sweet flowing swift
sings low a dated account
of inner events, manifold facts
It is an old Greek song
I listen to ever and anon
“Diary” it is called
it puzzles me a lot

October the fourth
a diary is born to hail the autumn gloss
Ι pour out a summarized account
of outer events manifest facts

October the fifth
a will to live
shakes me
like a leaf-yielding tree

October the sixth
I get a post-it and write her name in black ink
first calligraphic attempt at love
a choir sings the rustle of leaves

October the seventh
Αs I am falling asleep
I feel her gaze on me
I melt in it like a river into the sea
My hair-shirt gets wet
A liquid heat
wraps up my single bed
I dream of a chaste death

October the ninth
there is an halcyon longing
ιn the feathery flight of each falling leaf
under a mound of dead wood I bury an unhealed wound

October the sixteenth
her silence hits me, it definitely beats me
suddenly wickedly, it is not even grief
this petrified will, this ossified rift, these desiccated lips

October the twenty-fourth
immense, sound-proof world
air-tight too, gnaws at me
the annals of love fall apart

October the thirtieth
Some clemency at last, only in poetry, alas,
yet straight from a woman’s heart
Is it too late to touch you, Dear?

October the thirty-first
Light travels fast
How about the sound
of a beaten heart?



Ημερολόγιο

1η Οκτωβρίου
γυναικεία φωνή γλυκιά που ρέει γοργά
τραγουδώντας απαλά μια ανάμνηση παλιά
εσωτερικών συμβάντων, καταγραφή των πάντων
ένα παλιό ελληνικό τραγούδι
το ακούω πώς και τι
«Ημερολόγιο» λέγεται
με βάζει σε σκέψεις διαρκώς


4η Οκτωβρίου
το ημερολόγιό μου γεννιέται χαιρετισμός στη στίλβη του φθινοπώρου
βάζω σε λίγες λέξεις τον χείμαρρο
εξωτερικών συμβάντων, συμβολή των πάντων

5η Οκτωβρίου
η θέληση για ζωή
με ταρακουνά
σαν δέντρο που φυλλορροεί

6η Οκτωβρίου
γράφω το όνομά της με μαύρο μελάνι σ’ ένα χαρτάκι
η πρώτη μου καλλιγραφία του έρωτα
στο θρόισμα των φύλλων χορωδίας απόηχος

7η Οκτωβρίου
καθώς με παίρνει ο ύπνος
νιώθω το βλέμμα της πάνω μου
χάνομαι μέσα του όπως το ποτάμι στη θάλασσα
το ασκητικό μου ρούχο μουσκεύεται
ζέστη υγρή
τυλίγει το μονό μου κρεβάτι
ονειρεύομαι έναν ανέραστο θάνατο

9η Οκτωβρίου
διακρίνω μια αλκυόνη
στην πουπουλένια πτήση κάθε φύλλου που πέφτει
κάτω από μια στοίβα κούτσουρα θάβω την ανίατη πληγή

16η Οκτωβρίου
η σιωπή της με βασανίζει, σχεδόν με συντρίβει
αιφνίδια κι ύπουλα, δεν είναι καν λύπη
αυτή η πετρωμένη θέληση, η απολιθωμένη ρωγμή, η μαρμαρωμένη ρήση

24η Οκτωβρίου
θαυμαστός αεροστεγής κόσμος
αδιαπέραστος από τον ήχο με δαγκώνει
το χρονικό του έρωτα σαρώνει

30ή Οκτωβρίου
επιτέλους λίγη ευσπλαχνία, μα μονάχα στην ποίηση,
από μια γυναικεία καρδιά
Is it too late to touch you, dear?*

31ή Οκτωβρίου
το φως ταξιδεύει με μεγάλη ταχύτητα
- άραγε ο ήχος
μιας καρδιάς ηττημένης;


*ΣτΜ: Αναφορά στο ποίημα της Emily Dickinson με τον ίδιο τίτλο.


Αρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ

Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος 28 του ηλ.περιοδικού vakxikon.gr



Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Αντώνης Δεκαβάλλε: περί ποιητικής μετάφρασης

Ο Αντώνης Δεκαβάλλε γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1920. Ήταν ποιητής και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλολογία στο Northwestern University. Δίδαξε σε πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης, της Μασαχουσέτης και του Μάντισον συγκριτική γραμματολογία. To 1940 εμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματα του στην εφημερίδα Ταχυδρόμος και Ημέρα Αλεξάνδρειας. Μετέφρασε ποίηση του T.S.Eliot, του W.H.Auden.

Για την ποιητική μετάφραση έχει γράψει (στην εισαγωγή του βιβλίου του «Τέσσερα κουαρτέτα», που είναι μετάφραση των Τεσσάρων Κουαρτέτων του T.S.Eliot):

«Τολμώντας κανείς μια μετάφραση λογοτεχνικού και μάλιστα ποιητικού κειμένου, φτάνει κάποτε, μια στιγμή θάλεγα που γίνεται σκληρός με τον εαυτό του, ν’ αναρωτηθεί μήπως και βρίσκεται σε μια συναισθηματική μόνο στάση απέναντι στο πρωτότυπο κείμενο ή ακόμα το δημιουργό του. Και τούτο βέβαια δεν είναι κάτι που βρίσκει εύκολα την απάντησή του, πρώτα γιατί ο εαυτός μας, ανοικονόμητος όπως είναι, αρνιέται πολύ συχνά να ομολογήσει, κ’ έπειτα γιατί, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τα παραπάνω για τη φύση της ποίησης, μπορεί μια θετική απάντηση να μην είναι και δυνατή. Τα παραπάνω διέγραψαν αμυδρά τη θέση ή στάση του δημιουργού και του αναγνώστη στην ποιητική λειτουργία. Η στάση του μεταφραστή μετέχει και στις δύο, είναι ερμαφρόδιτη, για να μην την πω σε μια τρίτη κατάσταση.

Ο μεταφραστής, όπως το βλέπω εγώ τουλάχιστον, περνά από τη στάση του αναγνώστη στη στάση του δημιουργού, όμως στην πρώτη στάση του υπάρχει κιόλας κάτι από τη δεύτερη που σιγά-σιγά αυξαίνει ώστε το πέρασμα, εσωτερικά τουλάχιστο, να μη μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά. Μα και στη δεύτερη στάση δεν παύει νάναι, μερικά τουλάχιστον, αναγνώστης. Στο «αναγνωστικό» του στάδιο θαρρώ πως υπάρχει μια αφομοιωτική υπερτροφία σε σχέση με τον κοινό αναγνώστη. Στο «δημιουργικό» του πάλι δύσκολα θα εφάρμοζε κανείς τα όσα λέει ο Έλιοτ για την πρωτότυπη δημιουργία, θέλω να πω σε όλη τους την έκταση, γιατί λείπουν μερικά από εκείνης τα χαρακτηριστικά κ’ εδώ προστίθενται άλλα. Η μετάφραση από τη συναισθηματική άποψη αρχίζει αναμφισβήτητα από μια συμπάθεια εκδηλωμένη που φαίνεται νάχει μέσα της το στοιχείο της "ταύτισης".

Μ’ αυτήν εννοώ μια σύμπτωση κοινών χαρακτηριστικών του ποιητή και του μεταφραστή στο έργο του πρώτου. Ίσως ο μεταφραστής να θέλει να εκδηλώσει πως θα επιθυμούσε νάχε πει α υ τ ό ς εκείνο που είπε ο ποιητής, μα είτε δεν το κατάφερε είτε απλά δεν τούτυχε. Τούτο δεν αποκλείει και την άποψη της πρόθεσης του μεταφραστή ν’ ασκηθεί μεταφράζοντας, όταν τυχαίνει, και τυχαίνει πάντα σχεδόν νάναι κι’ ο ίδιος ποιητής. Και λέω πως δεν την αποκλείει γιατί η «πρόθεση της άσκησης» είναι κάτι πολύ συνειδητό, πρακτικό θάλεγα, που προϋποθέτει την «ταύτιση». Δε μπορώ να φανταστώ κάποιον που θα μετέφραζε κάτι που δε θα του άρεσε, εκτός βέβαια κι’ αν ήταν υποχρεωμένος να το κάνει, περίπτωση που εδώ δε μας ενδιαφέρει. Στη δημιουργική μετάφραση εύκολα συμπεραίνει κανείς το στάδιο ενός αγώνα που προηγήθηκε στη ψυχή του μεταφραστή. Ο αγώνας αυτός ήταν αισθητικός, κριτικός. Το ποίημα που μας έχει κερδίσει έχει περάσει κιόλας από το σουρωτήρι των προσωπικών κριτηρίων μας. Αγωνίστηκε χτυπώντας μας διαδοχικά απ΄ έξω από τις επάλξεις της άγνοιάς μας και κατόπι της αμφιβολίας μας, και κατάφερε να πάρει μια-μια τις πολεμίστρες της παραδοχής μας. Με αυτή τη σειρά των συλλογισμών έφτασα να συμπεράνω πως η στάση μας απέναντι στο έργο που μεταφράζουμε δεν είναι μόνο συναισθηματική με τη στενή σημασία της λέξης. 

Η μετάφραση είναι ακόμα ένας φόρος για την απόλαυση που μας δόθηκε και μαζί ένα άπλωμα στο χρόνο αυτής της απόλαυσης. Το κείμενο που μεταφράζουμε θέλουμε να το κάνουμε δικό μας όπως κι’ όσο μας είναι βολετό – να το περάσουμε από μέσα μας βγάζοντάς το σε μιαν άλλη μορφή. Και θυμούμαι πάλι τις μεταμορφώσεις του εντόμου. Θέλουμε να το δούμε στη δική μας τη γλώσσα, του τόπου μας, κι΄ ακόμα περισσότερο την προσωπικά δική μας. Ίσως αυτό νάναι μια ομολογία εγωισμού, δεν ξέρω όμως δημιουργική προσπάθεια στην τέχνη που να μην τον έχει ουσιαστικό συστατικό της, αν ξεκινήσουμε από την αρχή πως η τέχνη είναι εξωτερίκευση της αδήριτης ανάγκης για την έκφραση και την όποια προβολή του δημιουργού της, και σ’ αυτήν τελικά μετοχετεύεται ο δημιουργός αφανίζοντας τον εαυτό του. Αν τύχει τώρα κ’ η προσπάθεια πετύχει το σκοπό της γίνεται μια ευρύτερη προσφορά.

(...) "Στην ποίηση", λέει ο Σεφέρης, "η γλώσσα είναι δέκτης της ευαισθησίας, συνάρτηση της ευαισθησίας (…) και αλλοίωση της γλώσσας σημαίνει αλλοίωση της ευαισθησίας". Άλλο μέσο από τη γλώσσα ο ποιητής δεν έχει. Μ’ αυτήν μάχεται. Ο παράτολμος μεταφραστής της ποίησης, πάνω από τις οποιεσδήποτε άλλες αρετές του, πρέπει νάναι όσο μπορεί πιο καλά γλωσσικά οπλισμένος και γλωσσικά ευαίσθητος γιατί γλωσσικός κυρίως είναι ο αγώνας του, το άθλημά του, με το «γλωσσικό» νάχει μια πολύ ευρύτερη έννοια, ιδιότυπη της ποίησης, από εκείνη που συνήθως του δίνομε. Γι’ αυτήν θα μιλήσω παρακάτω.

Ένα ερώτημα του αναγνώστη που θέλω να προλάβω είναι το "αν μεταφράζεται η ποίηση". Απαντώ: "Όχι", κι’ αυτό χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Ώστε λοιπόν φάσκω και αντιφάσκω; Άλλο λέω κι άλλο κάνω; Θ’ απαντήσω και πάλι: "Όχι". Προκειμένου για την ποίηση, και για το λόγο πως πολλές λέξεις τυχαίνει νάχουν για μας ένα όριο στη νοηματική τους ελαστικότητα, θάπρεπε ν’ αποφεύγει κανείς να χρησιμοποιεί τον όρο "μετάφραση". Πιο επιτυχημένη θάταν ίσως η "απόδοση" που ανοίγει, όπως χρειάζεται, ένα πιο πλατύ ορίζοντα. Σ’ αυτό το δεύτερο όρο χωρεί θαρρώ το να φτιάνεις κάτι παράλληλο, μια "προσέγγιση αντιστοιχίας" περισσότερο είτε λιγότερο πετυχημένη, με την επιτυχία να σημαίνει τη διάσωση όσο μπορεί πιο πολλών από τα στοιχεία του πρωτοτύπου, όχι σε βάρος της λογοτεχνικής ποιότητας της απόδοσης. Αυτή πρέπει νάναι μαζί το "κάποιο αντίστοιχο" του πρωτότυπου κι ένα γνήσια Ελληνικό κείμενο με τις λιγότερες δυνατές αβαρίες.

(…) Είναι γεγονός πως ο συνειδητός μεταφραστής της ποίησης γίνεται, από την πρώτη κιόλας στιγμή της προσπάθειάς του, ένας πνευματικός εγκληματίας και πνευματικά αυτοτιμωρούμενος άνθρωπος. Η λογοτεχνική μετάφραση ή απόδοση είναι ένα "ιδιότυπο έγκλημα" με ηθικό αυτουργό τον ενθουσιασμό για το πρωτότυπο ξενόγλωσσο κείμενο. Κάθε στιγμή είναι στιγμή "τέλεσης" με όλη τη στυγερότητά της, τις τύψεις και την τιμωρία. Μοναδική εξιλέωση είναι η τόσο απίθανη, πραγματικά, "νεκρανάσταση" ή καλύτερα η "ιδιότυπη μετεμψύχωση"».





Σημ.: Στο κείμενο έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η στίξη (όχι όμως ο τονισμός) του πρωτοτύπου.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Ο T.S. Eliot για την ποίηση

«Το μυαλό του ποιητή είναι στην πραγματικότητα ένα δοχείο (σπερμοθήκη) για να συλλαβαίνει και ν’ αποθηκεύει αναρρίθμητα αισθήματα, φράσεις, εικόνες, που μένουν εκεί ωσότου όλα τα μόρια που μπορούν να ενωθούν για να σχηματίσουν ένα νέο                σύγ-κραμα, βρεθούν επί τω αυτώ.

»…Εντυπώσεις και εμπειρίες που είναι σημαντικές για τον άνθρωπο μπορεί να μην πάρουν θέση στην ποίηση, και κείνες που γίνονται σημαντικές στην ποίηση μπορεί να παίζουν έναν ολωσδιόλου αμελητέο ρόλο στον άνθρωπο, την προσωπικότητα.

»…Δεν είναι για τις προσωπικές του συγκινήσεις, τις συγκινήσεις που προκάλεσαν ειδικά συμβάντα στη ζωή του, που ο ποιητής είναι πάντως αξιοσημείωτος ή ενδιαφέρων. Οι ιδιαίτερες εμπειρίες του μπορεί νάναι απλές, είτε ανώριμες είτε ασήμαντες. Η συγκίνηση στην ποίησή του θα είναι κάτι πολύ περίπλοκο, αλλά όχι με την περιπλοκή εκείνη των συγκινήσεων των ανθρώπων που έχουν πολύ περίπλοκες κι ασυνήθιστες συγκινήσεις στη ζωή τους… Η δουλειά του ποιητή δεν είναι να βρει καινούργιες συγκινήσεις μα να χρησιμοποιήσει τις συνηθισμένες και συνδυάζοντάς τες σε ποίηση, να εκφράσει αισθήματα που δεν υπάρχουν καθόλου μέσα στις πραγματικές συγκινήσεις. Αλλά και συγκινήσεις που ακόμα δεν είχε ποτέ την εμπειρία τους θα τον εξυπηρετήσουν όπως και κείνες που του είναι γνώριμες…

»… Βέβαια αυτό δεν είναι όλο. Υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό στο γράψιμο της ποίησης, που πρέπει νάναι συνειδητό κι’ από πρόθεση. Ποίηση δεν είναι η αποχαλίνωση της συγκίνησης αλλά μια φυγή από τη συγκίνηση. Δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας αλλά μια φυγή από την προσωπικότητα

»… Αν η ποίηση είναι μια μορφή “μετάδοσης” (communication), εκείνο που είναι να μεταδοθεί είναι το ποίημα το ίδιο και μόνο περιστατικά η σκέψη κ’ η εμπειρία που χώρεσαν μέσα του.

»… Η ύπαρξη του ποιήματος βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη. Έχει μια πραγματικότητα που δεν είναι απλά η πραγματικότητα εκείνου που ο ποιητής προσπαθεί να «εκφράσει» ή της εμπειρίας του να το γράψει ή της εμπειρίας του αναγνώστη ή του ποιητή σαν αναγνώστη…

»… Εκείνο που εμπειρόμαστε σαν αναγνώστες δεν είναι ποτέ εκείνο ακριβώς που εμπειράθηκε ο ποιητής, ούτε θα υπήρχε σ’ αυτό κάτι από εκείνο, μ’ όλο που βέβαια έχει κάποια σχέση με την εμπειρία του ποιητή. Εκείνο που εμπειράται ο ποιητής δεν είναι η ποίηση μα το ποιητικό υλικό. Το γράψιμο της ποίησης είναι μια καινούργια εμπειρία γι’ αυτόν, και το διάβασμά της από τον δημιουργό ή οποιονδήποτε άλλον είναι κι’ αυτό κάτι διαφορετικό».
T. S. Eliot


* Από τα βιβλία “Selected Essays” (Tradition and Individual Talent, σελ. 18-22) και “The Use of Poetry and the Use of Criticism” (Introduction, σελ. 30 και Modern Mind, σελ. 126). Μετάφραση: Αντώνης Δεκαβάλλε. Έχουν διατηρηθεί η ορθογραφία και η στίξη (όχι όμως ο τονισμός) του πρωτοτύπου.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

"Το πέμπτο σημείο του ορίζοντα" του Θοδωρή Τσάκωνα

Το παρακάτω κείμενο έχει δύο σημαντικές ιδιομορφίες. Η πρώτη είναι ότι δεν είναι αντικειμενικό. Δεν αφορά ένα σύνολο διηγημάτων που έφθασε στα χέρια μου τυχαία και ο συγγραφέας τους μού είναι άγνωστος. Η δεύτερη είναι ότι είμαι η σχεδιάστρια του εξωφύλλου του βιβλίου, άρα και άμεσα εμπλεκόμενη με τη μεταγραφή του σε εικόνα. Το να γράψω για τη συγκεκριμένη εμπειρία μού είναι ουσιαστικά εύκολο, όμως το να γράψω ως ανυποψίαστος κριτικός αναγνώστης δεν είναι εφικτό ούτε και τίμιο... 

Εν αρχή ην ο Λόγος, λοιπόν,  ο οποίος ξεκινά πάντα από μία ιδέα, μία μικρή ιδέα καλά φυλαγμένη στο βάθος του συνειδητού ή του υποσυνειδήτου μας, η οποία κάποια στιγμή αποφασίζει να αναδυθεί και να απαιτήσει την προσοχή μας. Και τότε ο καθένας μας, καλλιτέχνης ή μη, πρέπει να βρει τρόπο να τη φέρει στην επιφάνεια και να τη γνωρίσει ή να την αντιμετωπίσει -επιλέξτε ό,τι σας βολεύει- ελπίζοντας σε μια τελική συμφιλίωση με αυτήν.

Ο συγγραφέας σε αυτή την περίπτωση αρχίζει να την ξομπλιάζει, να τη ντύνει με λέξεις, να την κάνει ποίημα, μυθιστόρημα, διήγημα, και να την προσφέρει στους άλλους, περιμένοντας και αποζητώντας ταυτόχρονα πως κάποιοι θα βρουν ένα κομμάτι της δικής τους ιδέας μέσα από το δικό του δημιούργημα. Πόσο μάλλον όταν αυτός που θα το διαβάσει δεν είναι λογοτέχνης, αλλά ζωγράφος ή μουσικός. Τότε το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον γιατί η μεταγραφή από την μία τέχνη στην άλλη περικλείει πάντα το ίδιο εσαεί αναπάντητο ερώτημα:  Περνάω τον εαυτό μου μέσα από την τέχνη του άλλου ή περνάω την τέχνη του άλλου μέσα από τον εαυτό μου;

Ο Χρήστος Τούμπουρος στην κριτική του για το πρώτο μυθιστόρημα του Θοδωρή Τσάκωνα,  Αγκούσα, αναφέρει (και συμφωνώ μαζί του) πως συνυπάρχουν τρία διακεκριμένα φαινόμενα. Η πραγματικότητα των γεγονότων, η πραγματικότητα του συγγραφέα και η πραγματικότητα των φαινομένων. Σ' αυτό το βιβλίο υπάρχει κατά τη γνώμη μου και άλλη μία πραγματικότητα που ξεφεύγει τελείως από τις άλλες, δημιουργεί τον εαυτό της και αυτονομείται δημιουργώντας την αίσθηση της παράλληλης διάστασης, η οποία όμως δεν μας ξενίζει ή αναιρεί την ήδη υπάρχουσα πραγματικότητα, δεν μπορεί όμως και να αποδοθεί με κανέναν άλλο τρόπο παρά μέσω μίας άλλης τέχνης.

Είμαστε όλοι πεπτωκότες και,  όπως λέει και ο συγγραφέας, στο ομώνυμο ποίημα που κλείνει τόσο όμορφα την σειρά των διηγημάτων, «ουράνιας πτώσης κατακριτέοι», και όσοι από εμάς επιθυμούμε τα φτερά των αγγέλων, στο τέλος «φορτωνόμαστε και φτερά και τον θρήνο». Οπότε, λοιπόν, και για να απαντήσω στο ερώτημα που έθεσα πριν, όταν μου ζητήθηκε να σχεδιάσω το εξώφυλλο του βιβλίου του, ο μόνος τρόπος για μένα ήταν να βρω το πέμπτο σημείο του ορίζοντα. Το σημείο δηλαδή όπου οι συγγραφείς των ιστοριών παύουν να είναι χειριστές και οι ήρωες των ιστοριών παύουν να είναι χειριζόμενοι. Το σημείο της ελευθερίας, όχι της επιλογής του τέλους ούτε της φαινομενικής ελευθερίας που νομίζει ότι αισθάνεται κανείς όταν δεν είναι κλεισμένος σε ένα κελί ως κρατούμενος ή σε μία μικρή πλαστική γυάλα ως ψάρι - έστω και ως ψάρι μονομάχος. Ούτε καν αυτή που θα σε κάνει να ξεφύγεις τελικά από τα όρια της παράγκας ωσάν Πολυξένη πάνω στο ουράνιο αλογόσυρτο άρμα του Εφέντ Ηλία της, αλλά εκείνο το άλλο σημείο ελευθερίας που αφορά την απελευθέρωση από το Εγώ και δημιουργεί την γέφυρα μεταξύζωής και τέχνης. Εκεί που η αναζήτηση του ομφάλιου λώρου δεν σηματοδοτεί ένα γαλήνιο τέλος με ταυτόχρονη ανάδυση των ενδομήτριων αναμνήσεων, όπως στο διήγημα «Ο Λώρος», αλλά την ανακάλυψη της γενεσιουργού αιτίας, αυτής της ατέρμονης αναζήτησης του εαυτού. Τότε φθάνουμε όντως στο σημείο όπου τα φτερά και ο θρήνος συνυπάρχουν δίνοντας τη δυνατότητα της διάκρισης του πραγματικού αγγέλματος.

Είναι δεδομένο ότι όλοι στο τέλος καλούμαστε να κοιτάξουμε, μέσα από τον φακό της φωτογραφικής μηχανής, το μοναδικό φωτεινό σημείο που υπάρχει στην άκρη του και να αποφασίσουμε -πατώντας το κλείστρο- ποια φωτογραφία θα τραβήξουμε. Αυτήν που βλέπουμε προς τα έξω ή αυτήν που βλέπουμε προς τα μέσα. Ευτυχώς ο Θοδωρής Τσάκωνας επέλεξε αυτήν προς τα μέσα χωρίς τη χρήση του Λούγκερ, αλλά με τη χρήση της πένας ή έστω του υπολογιστή,  και έτσι χάρισε σε όλους μας την ευκαιρία να χαρούμε την ανάγνωση αυτών των ενσταντανέ…..και σε μένα την ιδιαίτερη χαρά της εικονοποίησης…

Μαρία Γενιτσαρίου

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Δύο ποιήματα του Τζον Μπέρνσαϊντ

John Burnside
Ο Τζον Μπέρνσαϊντ (John Burnside) γεννήθηκε το 1955 στη Σκωτία. Έχει εκδώσει 11 ποιητικές συλλογές, πολυάριθμες συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα. Είναι καθηγητής δημιουργικής γραφής στο St. Andrews University και διατηρεί μόνιμη στήλη στην εφημερίδα New Statesman. Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, μεταξύ των οποίων: The New Yorker, The Guardian και The London Review of Books. Έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με τα βραβεία St Eliot Prize και Forward Poetry Prize. To 2011 έλαβε το Petrarca Preis, μια σημαντική διάκριση στα γερμανικά γράμματα.

Όπως αρκετοί Σκωτσέζοι ποιητές της γενιάς του, ο Τζον Μπερνσάιντ δεν φοβάται να ασχοληθεί με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, τα οποία διαχειρίζεται με μεγάλη ευφυΐα αλλά και καλοσύνη.


Wild

Today,
on our journey home,
we saw

 a buzzard
making a kill
on the roadside verge.

It glided across
our windscreen
and hunkered down

on something –
we couldn’t see
what it was – as the wings

folded around
what Lucas called
“the prey”.

He wanted to know
if buzzards took children,
or cats;

then,
as we slowed to look,
he chose to admire

the plumage
and the fierce light
of its eye.




Άγρια φύση

Σήμερα,
καθώς γυρίζαμε σπίτι,
είδαμε

μια γερακίνα
να επιτίθεται σε θήραμα
στο πλάι του δρόμου.

Γλίστρησε διαγώνια
του παρμπρίζ μας
και έπεσε με τα νύχια γυμνά

πάνω σε κάτι –
δεν μπορούσαμε να δούμε
τι ήταν – μια και τα φτερά

τυλίχτηκαν γύρω απ’ αυτό
που ο Λούκας αποκάλεσε
«το θήραμα».

Θέλησε να μάθει
αν τα γεράκια παίρνουν παιδιά
ή γάτες

και μετά,
καθώς επιβραδύναμε για να δούμε,
επέλεξε να θαυμάσει

το φτέρωμα
και το άγριο φως
της ματιάς της.


 

Afterlife

When we are gone
our lives will continue without us

- or so we believe and,
at times, we have tried to imagine

the gaps we will leave being filled
with the brilliance of others:

someone else gathering plums
from this tree in the garden,

someone else thinking this thought
in a room filled with stars

and coming to no conclusion
other than this –

this bungled joy, this inarticulate
conviction that the future cannot come

without the grace
of setting things aside,

of giving up
the phantom of a soul

that only seemed to be
while it was passing.




Μετά θάνατον

Όταν φύγουμε
οι ζωές μας θα συνεχιστούν χωρίς εμάς

 - ή έτσι πιστεύουμε και,
ορισμένες φορές, έχουμε προσπαθήσει να φανταστούμε

τα κενά που θα αφήσουμε να γεμίζουν
με τη λάμψη των άλλων:

κάποιον άλλον να μαζεύει δαμάσκηνα
απ’ αυτό το δέντρο στον κήπο,

κάποιον άλλον να κάνει αυτή τη σκέψη
σε ένα δωμάτιο γεμάτο αστέρια

και να μη φθάνει σε κανένα συμπέρασμα
εκτός απ’ αυτό –

απ’ αυτή την αδέξια χαρά, την άναρθρη
πεποίθηση ότι το μέλλον δεν γίνεται να έρθει

αν δεν έχεις την αβρότητα
να κάνεις τα πράγματα στην άκρη,

να παραιτείσαι από
το φάντασμα μιας ψυχής

που μονάχα φαινόταν ότι υπάρχει
ενώ περνούσε.


* Από τις σημειώσεις του Τζον Μπέρνσαϊντ για το ποίημα Afterlife: «...Υπό μία έννοια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ποίημα είναι η μετά θάνατον ζωή του ποιητή, όπως τη ζούσε όταν έγραφε το ποίημα...».


Τζον Μπέρνσαϊντ
 
Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη
 
ΥΓ. Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος 29 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Η ποίηση στο έργο του Ντμίτρι Σοστακόβιτς

Ντμίτρι Σοστακόβιτς
Η ποίηση στάθηκε μια από τις σημαντικότερες πηγές έμπνευσης για τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς, έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες του 20ού αιώνα. Κατά καιρούς "έντυσε" με μουσική ποιήματα εντελώς διαφορετικά, όπως αυτά του Μιχαήλ Αγγέλου και του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, σονέτα του Σαίξπηρ, ποιήματα γιαπωνέζικα, παραδοσιακές εβραϊκές μπαλάντες και ψαλμούς του Δαυίδ.

Κορυφαίοι δημιουργοί σαν τον Λόρκα και τον Απολινέρ τροφοδότησαν την εκπληκτική του παραγωγή, ενώ ποιητές της πατρίδας του -με πρώτο και καλύτερο τον Πούσκιν, αλλά και τον Αλέξανδρο Μπλοκ, τον Γεβγκένι Γεφτουσένκο, τη Μαρίνα Τσβετάγιεβα-  αποτέλεσαν πάντα υλικό πρώτης τάξης που αναπλάθονταν σε θαυμάσια μουσική.

Ο Σοστακόβιτς έμεινε στην ιστορία κυρίως για τη στάση του απέναντι στο σταλινικό καθεστώς, το όποιο πολέμησε μέσα από τις δημιουργίες του όσο μπορούσε, καθώς ήταν μπλοκαρισμένος από τα τρομακτικά κι αμείλικτα όργανα της τάξης. Όμως πέρα από τις μεγαλεπήβολες συμφωνίες του και τα εντυπωσιακά του κομμάτια που εκτελούνταν από τεράστιες λαμπρές ορχήστρες, οι πιο ευαίσθητες πλευρές της ζωής όπως ο έρωτας, η σχέση μητέρας-παιδιού και τα βάσανα των φτωχών ανθρώπων απασχολούσαν εξίσου τον μεγάλο συνθέτη.

Κατατρεγμένος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του,  ένιωθε ότι η μοίρα του ταυτιζόταν με αυτή των Εβραίων που για αιώνες καταδιώκονταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, εξαιτίας μιας σειράς ακραίων προκαταλήψεων που τους είχαν καταδικάσει στο περιθώριο. Χρησιμοποιώντας ένα βιβλίο με εβραϊκά ποιήματα που βρήκε σ ένα βιβλιοπωλείο το 1948,  συνέθεσε έναν κύκλο τραγουδιών ο οποίος κυκλοφόρησε μόνο μετά το θάνατο του Στάλιν. Ένα από αυτά φέρει τον τίτλο "Πριν από έναν μακρύ χωρισμό":


Η γυναίκα :
Ω Αβραάμ πώς θα ζήσω χωρίς εσένα
Εγώ χωρίς εσένα, εσύ χωρίς εμένα
πώς θα ζήσουμε χωρισμένοι ;

Ο άντρας :
Θυμάσαι όταν ήμασταν στην πόρτα του ναού
τι μου 'χες πει μυστικά;
Ω, ω, Ριβόσκα, άσε με να φιλήσω τα χείλη σου αγάπη μου!
Η γυναίκα:
Ω, Αβραάμ, πώς θα ζήσουμε τώρα;
Εγώ χωρίς εσένα, εσύ χωρίς εμένα,
ω, σαν μια πόρτα δίχως σύρτη.

Ο άντρας :
Θυμάσαι όταν περπατούσαμε χέρι με χέρι,
τι μου είπες στη δεντροστοιχία ;
Ω, ω, Ριβόσκα, άσε με να φιλήσω τα χείλη σου, αγάπη μου !

Η γυναίκα :
Θυμάσαι όταν φορούσα μια κόκκινη φούστα ;
Ω, τι όμορφη που ήμουν τότε!


Και ένα νανούρισμα από τον ίδιο κύκλο:


Ο γιος μου είναι ο ομορφότερος απ’ όλους στη γη
μια φωτίτσα στο σκοτάδι.
Ο πατέρας του είναι αλυσοδεμένος στη Σιβηρία
φυλακισμένος απ' τον τσάρο…
Νανουρίζοντάς τον στη κούνια του
η μάνα του δακρύζει.
Σαν θα μεγαλώσεις θα μάθεις τι βασανίζει την καρδιά της.
Κοιμήσου τώρα δίχως έγνοια,
Κοιμήσου, εγώ δεν μπορώ,
Κοιμήσου, αγάπη μου, κοιμήσου γιε μου.

Η Δέκατη τέταρτη Συμφωνία του,  πάλι,  βασίζεται ολόκληρη σε ποίηση εξαιρετικού επιπέδου όπως αυτή του Απολινέρ. Παραθέτω ένα απόσπασμα, όπου μιλά η μάγισσα Loreley, καθώς την οδηγούν στον τόπο της εξορίας της :

…μια φορά ακόμη αφήστε με να σταθώ
στη κορυφή του γκρεμού
να δω το κάστρο του αγαπημένου μου
πέρα μακριά
και για μια τελευταία φορά
να θρηνήσω την αντανάκλαση του στο ποτάμι
ύστερα μπορείτε να με πάρετε στο μοναστήρι
τα μαλλιά της ανεμίζουν στον αέρα
τα μάτια της λάμπουν παράξενα
καθώς οι στρατιώτες φωνάζουν να γυρίσει πίσω
μακριά κάτω στο ποτάμι
ένα μικρό καράβι φαίνεται
ο αγαπημένος μου είναι μέσα σ αυτό και μου γνέφει
η καρδιά μου σκιρτά
έλα αγαπημένε μου
γέρνει όλο και περισσότερο στο γκρεμό
την είδα να βυθίζεται στο νερό
τόσο ήρεμη και καθαρή
τα μάτια της στο χρώμα του ποταμού
τα μαλλιά της στο χρώμα του ήλιου.

Ένας άλλο πολύ ενδιαφέρον έργο για σοπράνο, βιολί, τσέλο και πιάνο είναι τα Επτά Ρομάντζα βασισμένα σε καταπληκτικά ποιήματα του Αλεξάντερ Μπλοκ. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:


Η Πόλη Κοιμάται

Η πόλη κοιμάται
τυλιγμένη στο σκοτάδι της νύχτας
τα φώτα των δρόμων αχνοφέγγουν…
Εκεί πέρα μακριά κατά μήκος του Νέβα
βλέπω την αντανάκλαση της αυγής που λάμπει.
Σ αυτόν τον απόμακρο κατοπτρισμό του φωτός
παραμονεύει το ξύπνημα των θλιμμένων ημερών μου…


Ένα δεύτερο εμπνευσμένο απ την περίφημη σκηνή στον Βασιλιά Ληρ :


Η Καταιγίδα

Ω, πόσο φρενιασμένος ο καιρός λυσσομανά έξω απ το παράθυρο
η καταιγίδα ουρλιάζει και μαίνεται
τα σύννεφα πετούν εξαπολύοντας βροχή
κι ο άνεμος κλαίει λυπητερά.
Τι απαίσια νύχτα! Μια τέτοια νύχτα
οίκτο νιώθω γι αυτούς που δεν έχουν καταφύγιο
κι η συμπόνια με σπρώχνει έξω
στην υγρασία και στο κρύο
να παλέψω με το σκοτάδι και τη βροχή
να μοιραστώ τη μοίρα αυτών που υποφέρουν…
Ω, πόσο φρενιασμένα λυσσομανά ο καιρός έξω από το παράθυρο.


Και ένα τελευταίο :


Ήμασταν Μόνοι

Ήμασταν μόνοι, θυμάμαι
η νύχτα ήταν γεμάτη ένταση
ένα βιολί τραγουδούσε.
Ήσουν δική μου εκείνες τις μέρες
κι όσο περνούσε η ώρα γινόσουν ομορφότερη.
Μέσα απ'  το ήσυχο μουρμούρισμα των κυμάτων
μέσα απ το μυστικό του γυναικείου χαμόγελου,
Ένα φιλί έκλαιγε στα χείλη σου
οι ήχοι του βιολιού σημάδευαν τη καρδιά σου.


Απόστολος Σπυράκης

ΥΓ. Η μετάφραση των δυο πρώτων ποιημάτων από τα γαλλικά είναι του Παύλου Καϊμάκη.







Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

"Χρώμα αύριο" της Μαρίας Σκουρολιάκου

Η Μαρία Σκουρολιάκου γεννήθηκε στην Τιθορέα (Βελίτσα) Λοκρίδος. Υπήρξε υπάλληλος επί πολλά χρόνια στην Εθνική Τράπεζα, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθύντρια. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΠΕΛ (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών) του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και Συγγραφέων και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας.

Πρωτοπαρουσιάζεται στα γράμματα το 1999 με την ποιητική συλλογή «Αντίδωρο καρδιάς» (εκδ. Λαμιακός Τύπος). Ακολουθούν τα «Δακτυλικά αποτυπώματα» (2008, εκδόσεις Γαβριηλίδη), ο «Ακάθιστος λόγος» (2008, Λαμιακός Τύπος) και η τελευταία της συλλογή «Χρώμα αύριο» (Λαμιακός Τύπος, 2015). Έχει βραβευθεί από την ΠΕΛ, α΄ βραβείο 2006, και έχει επίσης λάβει το β΄ βραβείο Δελφικών αγώνων 2006.

Η νέα της ποιητική συλλογή «Χρώμα αύριο» διαφέρει από τις παλαιότερες τόσο ως προς το ύφος, όσο και ως προς το πνεύμα. Ο «Ακάθιστος λόγος», όπως υποδηλώνουν και οι λέξεις, συνδέει την ελληνορθόδοξη λαϊκή παράδοση με τη σύγχρονη ποιητική δημιουργία. Το θρησκευτικό στοιχείο συμβαδίζει με τον λαϊκό πολιτισμό, τη λαϊκή ευσέβεια.

Οι παραπομπές στην αρχαιοελληνική μυθολογία είναι έκδηλες και σε αρκετές περιπτώσεις συμβαδίζουν με χριστιανικούς συμβολισμούς. Η Μ.Σ. επιθυμεί να συνδέσει ποιητικά την αρχαιοελληνική μυθολογία με την ορθόδοξη παράδοση. Ένας αταίριαστος συνδυασμός για μερικούς κριτικούς της λογοτεχνίας, όμως μια παράδοση στην νεότερη ποίηση που χάραξαν κορυφαίοι, πρωτοπόροι και μοντέρνοι ποιητές όπως Κ. Παλαμάς, Αγ. Σικελιανός, Τάκης Παπατσώνης, Ζωή Καρέλη.

Το τελευταίο της έργο «Χρώμα αύριο», από το τίτλο μας προετοιμάζει για μια περιήγηση σε μια πολύχρωμη ποιητική τοιχογραφία. Η παραπομπή σε δύο λέξεις ασύνδετες εννοιολογικά μεταξύ τους μας προδιαθέτει όσον αφορά την οπτική της ποιήτριας για το μέλλον επάνω στο οποίο ορθώνεται ο αυριανός κόσμος.

Η συλλογή κοσμείται από πεζές ποιητικές συνθέσεις και ποιήματα μικρής διάρκειας. Το ύφος είναι λυρικό και σε μερικές περιπτώσεις θρηνητικό. Ο λόγος της γίνεται χειμαρρώδης, απομακρύνεται από παλαιότερες επιδράσεις ελληνορθόδοξες ή μυθολογικές. Τα μηνύματα της καθίστανται επίκαιρα και σε κάποια ποιήματα (π.χ. «Δελτίο συμβάντων») γίνονται πανανθρώπινα.

Οι ποιητικές συνθέσεις της συλλογής «Χρώμα αύριο» διαιρούνται σε δύο ενότητες με αντίθετους συναισθηματικούς κόσμους. Το σκηνικό πολύχρωμο και εναλλασσόμενο. «Μωβ» ονομάζεται η δεύτερη ενότητα, αναφέρεται στον θάνατο, στην απώλεια αγαπημένων προσώπων, στην αλλοτρίωση, στο πένθος, στον «απωλεσθέντα παράδεισο» της παιδικής αθωότητας. Είναι ποιήματα με υπαρξιακές αγωνίες.

Η ποίηση της Μ.Σ. κυριαρχείται από ένα αισιόδοξο πνεύμα, χωρίς να απουσιάζουν οι σκοτεινές σκηνές της ζωής. Πρόκειται για μια ποίηση-φωτεινή εξαίρεση στην απαισιόδοξη ποίηση των δύσκολων καιρών μας. Είναι φανερό ότι η αισιοδοξία απουσιάζει σήμερα όχι μόνον από την πλειοψηφία των ποιητών αλλά πρωτίστως από εκείνους που καταπιάνονται με τα διάφορα είδη δημοσίου λόγου.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Δύο ποιήματα από τη συλλογή:



Χρώμα Αύριο

Τότε
θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά
τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα
που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι,
πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.
Ακράτητος ο ήλιος
στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει
καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.
Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη
εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.
Τότε,
των ποιητών που αγάπησαν,
η πιο γλυκιά ευχή
απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,
σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.

Ως τότε,
στην καρδιά μας μόνο ένα.
Χρώμα αύριο.




Μωβ

Σε μια μηδέν στιγμή
ο δρόμος ξενιτεύεται.
Αδειάζει ξάφνου
η δεξαμενή του χρόνου.
Απόνερα κι ενδύματα κενά.

Σιωπούν αισθήματα και λέξεις.
Σύννεφα
στρώνει μωβ η νύχτα
κι ένα τραγούδι
κόβεται στα δυο.

Αντίπερα,
η μέρα μεθυσμένη,
χορεύει στου ήλιου το ζεϊμπέκικο.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Το έγκλημα στο δημοτικό τραγούδι

Πολλές φορές σοκαριζόμαστε, διαβάζοντας στις ειδήσεις για ένα ειδεχθές έγκλημα, όπως για μια μάνα που δολοφονεί το γιο της για χάρη του εραστή και λέμε πως μόνο στην εποχή μας συμβαίνουν αυτά. Έχουμε την τάση να εξωραΐζουμε παλιότερες εποχές, όμως τέτοια εγκλήματα συναντάμε και στο μακρινό παρελθόν.

Σε πολλά δημοτικά τραγούδια περιγράφονται εγκλήματα, που έχουν διαπραχθεί με απίστευτη ωμότητα και κακία. Ας δούμε δυο παραδείγματα:

Στην παραλογή «Την τρίτη φαρμακώθη», η πεθερά που φιλοξενεί το νιόπαντρο ζευγάρι σχεδιάζει να δηλητηριάσει τη νύφη και διατάζει τον μάγειρα:

Μάγερα, που μαγέρεψες πολλά φαγιά του γάμου, μαγέρεψε της νύφης μου τριών φιδιών κεφάλια, της όχεντρας και της γαλιάς και της μονομερίδας.

Στη συνέχεια πείθει τη νύφη να φάει και πετυχαίνει το σκοπό της:

Για πάρε, νύφη, μια μπουκιά, για πάρε, νύφη, δύο.
Απλώνει μια κι απλώνει δυο, την τρίτη φαρμακώθη.
­[1]

Στην παραλογή «Η μάνα η φόνισσα», πάλι, ο γιος πιάνει τη μάνα του επ’ αυτοφώρω με τον εραστή της και της λέει ότι θα τη μαρτυρήσει στον άντρα της. Η μητέρα βρίζει το γιο και, όταν βλέπει ότι εκείνος επιμένει, τον παραπλανεί και τον σκοτώνει:

Το χάιδεψε το πλάνεψε, στην κάμαρα το βάνει. 
Χρυσό χατζάρι ετράβηξε κόβει τον Κωνσταντάκη.[2]

Πώς όμως αντιμετωπίζονται τα ειδεχθή εγκλήματα στα δημοτικά τραγούδια; Ο ανώνυμος ποιητής επιθυμεί την κάθαρση και οι ήρωες των δημοτικών τραγουδιών παίρνουν το νόμο στα χέρια τους και αποδίδουν δικαιοσύνη κατά το δοκούν, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα. Στην παραλογή «Η μάνα η φόνισσα» που είδαμε πιο πάνω, η παιδοκτόνος μαγειρεύει το συκώτι του παιδιού της και προσπαθεί να ταΐσει τον άντρα της με αυτό. Με μια μοναδική προσωποποίηση και μια περιγραφή που θα τη ζήλευαν επώνυμοι συγγραφείς της φανταστικής λογοτεχνίας, το συκώτι μαρτυρά στον πατέρα το έγκλημα της μάνας. Η αντίδραση εκείνου τότε είναι άμεση και περιγράφεται σε ένα μόνο στίχο, που κλείνει και την παραλογή:

Και το σπαθί του ετράβηξε, της κόβει το κεφάλι. 

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις που δεν έχουμε τον εγκληματία μόνο ως φυσικό, αλλά και ως ηθικό αυτουργό - στα δημοτικά τραγούδια υπάρχουν αρκετές αναφορές. Για παράδειγμα, στο δημοτικό τραγούδι: «Τ’ αγαπημένα αδέρφια κι η κακιά γυναίκα» υπάρχει δόλος από μέρους μιας γυναίκας, που βάζει δυο αδέρφια να σκοτωθούν. Για να δεχθεί την πρόταση  γάμου βάζει τον ερωτευμένο μαζί της άντρα να σκοτώσει τον αδερφό του και του εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο θα τα καταφέρει:

-Εσάς ο θιός σας έδωσεν αμπέλια και χωράφια, 
 σύρτε να τα μοιράσετε τ’ αμπελοχώραφά σας· 
 από τις άκρες δόσε του κι από τα παλιοπύργια, 
 κι όθε βρουκλά και καρπερά στο μέρος το δικό σου, 
 κι όθε άκρη και περίτραφος στο μέρος το δικό του, 
 κι εκείνος είν’ αράθυμος, ρίξε και σκότωσέ τον­­­­­.­­­­­­­­[3]­­­­

Πέρα λοιπόν από τις όμορφες περιγραφές­­­­­­, τα κατορθώματα των γενναίων ηρώων και ηρωίδων του δημοτικού τραγουδιού, ο ανώνυμος ποιητής αναγνωρίζει το έγκλημα, το περιγράφει και, ανάλογα με την περίπτωση, έχουμε και την τελική κάθαρση.


Θεοχάρης Παπαδόπουλος



Πηγές:
1. Μιχαήλ Περάνθη, Ανθολογία νεοελληνικής ποιήσεως, τόμος 6ος, σελ. 408-409.
2. Μάρκου Αυγέρη, Β. Ρώτα, Θρ. Σταύρου, Μ.Μ. Παπαϊωάννου: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη, Β΄τόμος, σελ. 277-278.
3. Μιχαήλ Περάνθη, Ανθολογία νεοελληνικής ποιήσεως, τόμος 6ος, σελ. 404-405.






Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Σπουδαίος ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 στη Θεσσαλονίκη, την πόλη η οποία έχει τροφοδοτήσει και εμπλουτίσει τον χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας της χώρας μας με μερικούς από τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους ποιητές-λογοτέχνες. Αν και λέγεται ότι η Ποίηση ακολουθείται και διαβάζεται από περιορισμένο αριθμό αναγνωστών, εν τούτοις ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι από τους πιο γνωστούς και αγαπητούς ποιητές και η γραφή του έχει απήχηση σε ένα ευρύτερο κοινό. Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μιχάλη Γρηγορίου, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Διαχρονικά, εμβληματικά αλλά και αγαπημένα τραγούδια παραμένουν τα μελοποιημένα ποιήματα του με τους αντίστοιχους τίτλους "Δρόμοι παλιοί", "Μιλώ" και "Το σκάκι".

Θεωρείται κατ' εξοχήν πολιτικός ποιητής. Όμως ο ίδιος αυτοπροσδιορίστηκε ως ερωτικός ποιητής που τα ποιήματα του εμπεριείχαν και πολιτικό λόγο, αφού όπως έλεγε η εποχή του κυριαρχείτο από έντονη πολιτική παρουσία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1942 (στο περιοδικό Πειραϊκά γράμματα), εν μέσω της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα ενώ μετά ακολούθησε ο Εμφύλιος και η μετεμφυλιακή περίοδος οπότε μεγάλωσε και ανδρώθηκε σε χρόνια γεμάτα πολέμους, δυσκολίες και έντονα πολιτικά πάθη.

Πολιτικοποιημένος και ο ίδιος και ανήκοντας ιδεολογικά στην Αριστερά, φυλακίστηκε για την πολιτική του δράση το 1948 και καταδικάστηκε την επόμενη χρονιά από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο, αλλά μετά από δύο χρόνια (το 1951) απελευθερώθηκε με τη γενική αμνηστία. Ήταν επόμενο η ποίησή του να επηρεαστεί και να έχει πολιτικό χαρακτήρα με κοινωνικές όμως και βαθύτατες υπαρξιακές ανθρωπιστικές προεκτάσεις ως προς περιεχόμενο. Γι' αυτό και πιστεύω ότι οφείλουμε να σεβαστούμε τα λόγια και την τοποθέτησή του. Άλλωστε ποιος μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο τον ποιητή τι πιστεύει, τι αισθάνεται, τι εκφράζει και ποια είναι η νοηματική της ποιητικής του γραφής; 

Του απέδωσαν και τον τίτλο του "ποιητή της ήττας", τον οποίο δεν δέχθηκε ποτέ. Τον αρνήθηκε γιατί, όπως υποστήριζε, η ποίηση του δεν ήταν ποίηση της ήττας, αλλά ποίηση που εξέφραζε την αγωνία, το άγχος εκείνων των χρόνων. Εξάλλου είναι πολύ βαρύ ένας άνθρωπος να επωμιστεί την ήττα μιας ολόκληρης γενιάς ή εποχής, είναι άδικο και σκληρό. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι ποτέ και τίποτα δεν είναι ολοκληρωτικά χαμένο όσο κάποιοι άνθρωποι συνεχίζουν να παλεύουν για έναν καλύτερο κόσμο, όραμα για το οποίο αγωνίστηκε με αξιοπρέπεια και ξεχωριστό ήθος σε όλη του τη ζωή ο Αναγνωστάκης. Στο ποίημα του "Κι ήθελε ακόμη", γράφει:

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα όσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Δημοσίευσε 88 ποιήματα και από το 1971 σταμάτησε να γράφει Ποίηση. Πολλοί σχολίασαν αυτή του την απόφαση να σιωπήσει ποιητικά. Ο ίδιος έδωσε τις δική του εκδοχή λέγοντας: "Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνο σ’ αυτή τη δυνατότητα ή θα επιχειρήσει να εκφραστεί και με άλλους τρόπους; Ή θα φτάσει κάποτε σ’ ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης − και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση, εντελώς το αντίθετο, από την οδυνηρή διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής; Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή ορισμένες φορές και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι κι αυτή μια έκφραση, εγώ θα ‘λεγα πως είναι και μια πράξη".

Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Ποίησης το 1986, το Μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας το 2002 και επίσης αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Α.Π.Θ.

Έφυγε από τη ζωή το 2005 και η φετινή χρονιά ορίστηκε "έτος Αναγνωστάκη" για να τιμηθεί ο ποιητής κυρίως από την γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη.

Η αληθινή τέχνη, η αληθινή Ποίηση περιέχει τη διορατικότητα και την προφητεία, προπορεύεται δηλαδή της εποχής της και διακρίνει τι έπεται στο μέλλον, αφού κάνει το μέλλον παρόν. Έτσι θα κλείσω με το ποίημα του Αναγνωστάκη "Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ." που θυμίζουν τις σημερινές δικές μας και είναι επίκαιρες.

Φανή Αθανασιάδου



Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου-πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε
Από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Αλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν,
ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα
οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών
των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε υψώνεται 
η Τράπεζα Συναλλαγών
-εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται-
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
-εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-
Όπου και να ταξιδεύω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία
τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.





                                                                           
       
          



Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

"Πάνω στο σώμα σου" του Γιάννη Ευθυμιάδη

Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σύνηθες τελευταία να αφιερώνονται ολόκληρες ποιητικές συλλογές στο θέμα του έρωτα, το Πάνω στο σώμα σου του Γιάννη Ευθυμιάδη είναι μια από αυτές τις εξαιρέσεις. Η συλλογή έχει ικανή έκταση με εκατό αριθμημένα ποιήματα να εκθέτουν και να περιγράφουν τους μαιάνδρους της ερωτικής επιθυμίας σε συναισθηματικό αλλά και σε σωματικό επίπεδο.

Το Εγώ και το Εσύ μιας ερωτικής σχέσης βρίσκονται σε διαρκή αλληλεξάρτηση και σε ένα χορό αισθήσεων και σκέψεων, και ο ποιητής σαν άλλος μαέστρος, δίνει το τέμπο και τους χρόνους. Ανοίγοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε αυτό ακριβώς που περίμενε να δει, καλά γραμμένο αλλά χωρίς την παραμικρή έκπληξη. Το ενδιαφέρον του όλου εγχειρήματος για μένα είναι το γεγονός ότι πρόκειται για μια αρκούντος ενεργητική ποίηση, με πολλά ρήματα και διαρκείς αλλαγές και μεταπτώσεις, στοιχεία όχι συχνά σε μια θεματολογία που κατεξοχήν «κλείνεται στον εαυτό της». Η δράση και οι αδιάκοπες αλλαγές που χαρακτηρίζουν την ερωτευμένη ψυχή είναι ξεκάθαρα παρούσες, χωρίς οι πρωταγωνιστές να μετακινούνται από το σημείο της αφετηρίας: τεχνικά αυτό είναι μια λεπτή ισορροπία που φαίνεται ότι επετεύχθη.

Ο τίτλος της συλλογής είναι απόλυτα πιστός στο περιεχόμενό της: ο αναγνώστης βρίσκει ακριβώς αυτό που περιμένει, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς πρωτοτυπία και μάλλον χωρίς χαραμάδες προσωπικής αναγνώρισης και ταύτισης. Τα κλισέ που, είναι γεγονός, βρίθουν σε ό,τι αφορά το θέμα του έρωτα στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος και εμποδίζουν τον ποιητή να τα ξεπεράσει και να ξεπεραστεί ώστε να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα προσωπικής και αυτόνομης δημιουργίας. Από τεχνικής απόψεως, η ομοιοκαταληξία που όσο εκτυλίσσεται η συλλογή τόσο εδραιώνεται και η παρουσία της, γίνεται το σταθερό ποιητικό εργαλείο σε ποιήματα κλασσικής δομής χωρίς εξάρσεις, διαφοροποιήσεις και ένταση, κάποιες φορές υπεραπλουστευμένα:
Δεν ξέρω από ποιο πλεύρο κοιμάσαι
Πώς βήχεις, πότε τρως ή τι θυμάσαι
Αν φοράς πρώτα το μπλουζάκι ή τις κάλτσες
Αν τρως στεγνό το φαγητό σου ή με σάλτσες.


Οι τίτλοι των ποιημάτων βρίσκονται σε αρμονία με το περιεχόμενο και εξυπηρετούν τον σκοπό τους, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Δεν την πιστεύεις την αγάπη μου, αγάπη», το οποίο έχει επιπλέον και έναν υπότιτλο, «σονέτο για μιαν αγάπη» καθόλα περιττό: αφενός το ότι πρόκειται για σονέτο φαίνεται...διά γυμνού οφθαλμού λόγω της χαρακτηριστικής δομής του, και αφετέρου η αγάπη είναι το μοναδικό και αποκλειστικό θέμα όλης της συλλογής και άρα δεν υπάρχει παρέκκλιση στη θεματολογία άξια αναφοράς.

Ο έρωτας ως κεντρικός άξονας της συλλογής εξετάζεται στην σφαιρικότητα και τη διαχρονικότητά του, δεν εγκλωβίζεται σε μια συγκεκριμένη και εκ προοιμίου ορισμένη ιστορία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Αυτός ο οικουμενικός χαρακτήρας είναι που εξασφαλίζει την αμεσότητα των στίχων του Γιάννη Ευθυμιάδη, σε συνδυασμό με αρκετές καλοδουλεμένες εικόνες, και σπρώχνει τον αναγνώστη να αναζητήσει τον μίτο που θα τον καθοδηγήσει στον συναισθηματικό αυτό λαβύρινθο του λόγου και της αίσθησης.

Κρις Λιβανίου

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ;

Πού είσαι, πού είσαι, ακριβή μου αγάπη;
Κι ούτε τα χέρια σου δεν έχω αγγίξει ακόμα.
Ούτε τη μυρωδιά σου κράτησα,
Δεν περπατήσαμε μαζί
Και δεν αφήσαμε τους ίσκιους μας σε ξαφνική λιακάδα.
Πού είσαι; Πού είσαι, μακρινή μου αγάπη;
Πώς να μετράω πια τον χρόνο; Αφού δεν είν’εδώ
τα δάχτυλά σου;
Σε ποιο θεό να προσευχηθώ με αφίλητα χείλη;
Πού είσαι, πού είσαι σκοτεινή μου αγάπη;