Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - Η ποίηση των γειτόνων". Σταθμός έκτος: Ρουμανία

Mihai Eminescu
Θα βρείτε τους πέντε προηγούμενους σταθμούς του φακέλου συγκεντρωμένους στην ενότητα "φάκελοι" πάνω δεξιά του blog!

Όπως και σε άλλες λογοτεχνίες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η έντεχνη ποιητική παράδοση στη Ρουμανία ούτε αρκετά παγιωμένη είναι ούτε ιδιαίτερα μακρόχρονη, αφού καλύπτει ένα χρονικό διάστημα μόλις δύο αιώνων. Ως τις αρχές του 19ου αι. επικρατεί η δημώδης ποίηση που εκφράζει κυρίως νοοτροπίες και ευαισθησίες της υπαίθρου. Η αστική ποίηση εμφανίζεται πολύ αργότερα.

Μετά το 1830, αρχής γενομένης κυρίως με την επανάσταση του 1848, η ρουμανική λογοτεχνία προσανατολίζεται σε άλλες κατευθύνσεις, ακολουθώντας τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών πολιτισμών, κυρίως του γαλλικού. Λόγω της εσπευσμένης και σχεδόν άκριτης υιοθέτησης ξενόφερτων και διαφορετικών μεταξύ τους αισθητικών και πολιτισμικών αντιλήψεων, η ρουμανική ποίηση της εποχής παρουσιάζεται αρκετά ανομοιογενής, «παρδαλά» χρωματισμένη και χωρίς σαφή και σταθερά κριτήρια στην επιλογή των ποιητικών θεμάτων και τεχνοτροπιών.

Οι πρώτοι Ρουμάνοι ποιητές ανήκουν στη «γενιά του 1848», η οποία θα παραμείνει στο προσκήνιο της λογοτεχνικής ζωής για δύο και πλέον δεκαετίες. Πρόκειται για εξερευνητές των μη χαρτογραφημένων ακόμη περιοχών της ποίησης, που ορίζονται από την προσήλωση στην παράδοση (από τη μία πλευρά) και την έλξη της νεωτερικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται στην Ευρώπη ο Μπωντλέρ (από την άλλη).

Στην ποίηση του Μεσοπολέμου κυρίαρχος είναι ο μεταφορισμός. Η avant-garde των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα είναι ένα φιανόμενο κατά βάση αισθητικό. Οι στόχοι που είχαν ήδη πετύχει στη Γαλλία ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπώ, ο Μαλλαρμέ και ο Λωτρεαμόν (η απελευθέρωση της ποιητικής γλώσσας από την παραδοσιακή στιχουργική, η ανασκόπηση και αναπαράσταση του αστικού χώρου, η επιβολή της ποιητικής εικόνας ως υπέρτατης αξίας, η αποκάθαρση των λέξεων από μιμητικές επιδιώξεις κλπ) στη Ρουμανία θα πραγματοποιηθούν μόλις την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Το πιο ενδιαφέρον αλλά και το οξύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Ρουμάνοι νεωτερικοί αφορά τον ποιητικό κώδικα. Η ρουμανική «μοντερνιστική» ποίηση είναι σχεδόν μια ποίηση της σημασιολογικής χλιδής και πληθώρας. Υπάρχει εδώ μια εμμονή στην αναζήτηση του νοήματος. Κυρίως όμως υπάρχει ένα είδος λεξιθηρίας, μια δίψα για λέξεις, για ένα λεξιλόγιο όσο το δυνατόν πλουσιότερο και θεαματικό, μια εκζήτηση της επιδεικτικά «ωραίας» εικόνας, μια μεταφυσική της γνωσιολογικής μεταφοράς, που αγγίζει τον στόμφο.

Βέβαια, όλη αυτή η διαδικασία εμπλουτισμού και εκλεπτυσμού της ρουμανικής ποιητικής γλώσσας που χαρακτήριζε τη μεσοπολεμική περίοδο ανακόπηκε από την έλευση του κομμουνισμού στη Ρουμανία και την επιβολή του παράλογου δόγματος του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Η μεταγενέστερη ιστορία της ρουμανικής ποίησης, που σήμανε την επαναφορά του μεσοπολεμικού μοντέλου, και μέχρι την αποδόμησή του από τους ποιητές «του ‘80».

Τη μετάφραση των ποιημάτων που επιλέξαμε έχει κάνει ο γνωστός κριτικός και πανεπιστημιακός Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.



ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ...

Σαν σύννεφα που φεύγουν, χρόνια φεύγουν:
πίσω ποτέ δεν θα τα δω ξανά
τραγούδια, παραμύθια, όπως παλιά
με μάγευαν, τώρα δεν με μαγεύουν,

κι ας λάτρευα, παιδί, το νόημά τους,
που ο νους μου μόλις μάντευε θολά.
Σήμερα, δειλινά μυστηριακά
ματαίως με κυκλώνουν με τη σκιά τους.

Να σώσω κάτι από τα περασμένα
του κάκου με τη λύρα δοκιμάζω.
Το ρίγος της ψυχής, το δάκρυ, ο τόνος

της νιότης, στον ορίζοντα χαμένα
βουβή η αλλοτινή φωνή, κι ο χρόνος
πίσω μου πια σωρός... και σκοτεινιάζω!


ΓΙΑ Τ’ ΑΣΤΡΟ

Για τ’ άστρο αυτό που ανέτειλε
είναι η πορεία αιώνια
κι η λάμψη, για να φτάσει εδώ,
χιλιάδες θέλει χρόνια.

Ίσως να πάει πολύς καιρός
η αχτίδα του που εσβήστη,
μα τούτη μόλις τη στιγμή
εμάς θα μας φωτίσει.

Ενόσω ζούσε, αόρατη
τώρα, που ‘χει πεθάνει,
η εικόνα ενός ανύπαρκτου αστεριού
στους ουρανούς εφάνη.

Παρόμοια, όταν τον πόθο μας
σκοτάδι κατακλύσει,
η εικόνα αγάπης που ‘σβησε
δε λέει ποτέ να σβήσει.

Μιχάι Εμινέσκου

ΜΙΧΑΪ ΕΜΙΝΕΣΚΟΥ (1850-1889): Ο Μιχάι Εμινέσκου (ψευδώνυμο του Μιχάι Εμίνοβιτς) γεννήθηκε στη Μολδαβία. Το έργο του Εμινέσκου περιλαμβάνει ποίηση, πεζά, θέατρο, μια ανθολογία δημοτικής ποίησης και περισσότερα από 3.000 άρθρα. Θεωρείται ο σημαντικότερος Ρουμάνος ποιητής και δημιουργός της σύγχρονης ρουμανικής λογοτεχνικής γλώσσας.



Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΤΕ...

Η εποχή ποτέ δεν φάνταζε πιο ωραία
στην ψυχή που χαίρεται τώρα τη θανή.
Με χλομό μετάξι ντύθηκε η θέα
και με πλούσια ατλάζια νέφη κι ουρανοί.

Οι σωροί τα σπίτια μοιάζουνε με στάμνες
που ο βυθός τους κρύβει ένα κρασί πηχτό
σε γαλάζιαν όχθη, πλάι σε καταρράκτες
που έχουμε απ’ το βούρκο τους όλοι πιει χρυσό.

Mαύρα ανεβαίνουν τα πουλιά στη δύση:
άρρωστος καρπίνος όπου, ξαφνικά,
πήρε προς τα πάνω γυμνός ν’ ατενίζει
στέλνοντας τα φύλλα του ψηλά.

Όποιος να θρηνήσει θέλει, όποιος να κλάψει,
ας έρθει ν’ ακούσει σκοτεινή λαλιά
το βλέμμα στης λεύκας τον πυρσό να θάψει,
τον ίσκιο του μέσα στη δική της σκιά.



Ο ΔΕΙΠΝΟΣ

Λάσπη και κρύο.
Προχωρούν οι κατάδικοι ανά δύο
με αλυσίδες στα πόδια,
λες και βουτάνε σε έλη από ιδρώτα.
Έτοιμη η σούπα.
Σκοτάδι, βροχή.
Με μια κουτάλα σαν σκούπα
μοιράζουν από δυο μαρμίτες το ζουμί.
Φονιάδες μερικοί.
Άλλοι διέπραξαν οράματα ή κλοπή.
Το ίδιο κάνει αν ξαπλώσεις
τον πλούσιο ή τον φτωχό αν ξεσηκώσεις.
Μοιάζουμε με βρικόλακες ωχρούς
τα μέλη τους στραβά, κουτσουρεμένα
στα πιάτα τους που αχνίζουν ατμούς κιτρινωπούς,
θα ‘λεγες κουβαλάνε το ίδιο τους το αίμα.

Τούντορ Αργκέζι

ΤΟΥΝΤΟΡ ΑΡΓΚΕΖΙ (1880-1967): Ο Τούντορ Αργκέζι (ψευδώνυμο του Ιόν Τοντορέσκου) γεννήθηκε στο Βουκουρέστι. Πρωτοδημοσιεύει σε ηλικία μόλις 16 ετών. Εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1927. Τον Σεπτέμβριο του 1943, λόγω του λιβέλου του «Βαρόνε!» εναντίον του Μ. Φον Κίλλινγκερ, πρέσβη της χιτλερικής Γερμανίας στο Βουκουρέστι, κλείνεται σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Τα πρώτα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος χαρακτηρίζεται «παρακμιακός», κοσμοπολίτης και μυστικιστής και του απαγορεύεται να δημοσιεύει οτιδήποτε. Επανέρχεται στην επίσημη πνευματική ζωή της Ρουμανίας μετά το 1953. Εκλέγεται μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας (1955), του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1957) και το 1956 τιμάται με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο Χέρντερ (Αυστρία).



ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Κάθομαι... στάζει το χιονόνερο στη λάσπη...
Για να αγνοώ τα πάντα κάποιος τρόπος θα υπάρχει –
μια λάμπα ταλαντεύεται σε νεκρική αγωνία –
ένας αλκοολικός διασχίζει την πλατεία.

Κοιμάται η πόλη εν μέσω της υγρασίας, υγρή.
Πίσω απ’ αυτούς τους τοίχους κοιμάται ίσως κι Αυτή.
Σε σπίτια σαν κιβώτια – τα χρηματοκιβώτια –
κλείνει, των μεν και δε, βαριά βαριά η πόρτα.

Ακούγεται ένα πιάνο στον όροφο, εκεί,
ο ίσκιος μου στη λάσπη, θλιμμένη αποσκευή.
Χιονίζει βρομερά,
πιτσιλάει.

Σ’ ένα ποτήρι, στο παράθυρο, ένα ρόδο
προς τα κάτω κοιτάει.

Τζεόρτζε Μπακόβια

ΤΖΕΟΡΤΖΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ (1881-1957): Ο Τζεόρτζε Μπακόβια (ψευδώνυμο του Τζόρτζε Βασιλείου) γεννήθηκε στη Μολδαβία. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα το 1899 στο περιοδικό «Ο Λογοτέχνης». Σπούδασε νομικά, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Το 1916 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή για την οποία βραβεύεταια από το Υπουργείο Τεχνών μερικά χρόνια αργότερα. Επίσης βραβεύεται από την Εταιρία Ρουμάνων Συγγραφέων (1925) και του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1934). Περιθωριοποιείται από το κομμουνιστικό καθεστώς. Επανέρχεται στη λογοτεχνική ζωή της χώρας μετά το 1956, λίγο πριν πεθάνει.



ΣΙΓΗ

Τόση η σιγή τριγύρω μου που σαν ν’ ακούω
το φεγγαρόφωτο να μου χτυπάει στα τζάμια.
Στο στέρνο μου
σαλεύει κάποια αλλότρια φωνή
και τραγουδάει εντός μου ένα τραγούδι ξένο.
Λένε ότι οι πρόγονοι που ‘χουν πεθάνει πρόωρα,
με αίμα ακόμη νεαρό στις φλέβες,
με πάθη ακόμη φλογερά στο αίμα,
με ήλιο ακόμη ζωντανό στα πάθη,
πισωγυρίζουν
κι έρχονται να ζήσουν
μέσα μας
τη ζωή που εν ζωή δεν την έζησαν.
Τόση η σιγή τριγύρω μου που σαν ν’ ακούω
το φεγγαρόφωτο να μου χτυπάει στα τζάμια.
Ποιος, ω ψυχή, ποιος ξέρει σε τι στέρνο
θα πεις κι εσύ κάποτε, ύστερα από αιώνες,
επάνω σε γλυκές χορδές σιγής,
σε άρπα από σκοτάδι – τον πνιγμένο σου πόθο
την ακρωτηριασμένη χαρά της ζωής σου; Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει;



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Μακριά στον ορίζοντα μουγκές αστραπές
σκιρτούν κατά διαστήματα
σαν πλοκάμια αράχνης, ξεριζωμένα
από το σώμα όπου είχαν φυτρώσει.
Λιοπύρι.
Η γη ολάκερη ένας κάμπος σπαρμένος σιτάρι,
ένα ζουζούνισμα από ακρίδες.
Στο ηλιόφωτο τα στάχυα με τους σπόρους στον κόρφο τους
Σα μωρά που βυζαίνουν.
Κι ο χρόνος ράθυμα ν’ απλώνει τις στιγμές του
και να αποκοιμιέται μέσα στις παπαρούνες.
Ενώ σιγοσφυρίζει στ’ αυτί του ένα τζιτζίκι.

Λούτσιαν Μπλάγκα

ΛΟΥΤΣΙΑΝ ΜΠΛΑΓΚΑ (1895-1961): Ποιητής, φιλόσοφος, δραματικός συγγραφέας, πεζογράφος και μεταφραστής. Γεννήθηκε στην Τρανσυλβανία. Ως ποιητής πρωτοεμφανίζεται το 1910 σε λογοτεχνικό περιοδικό. Το 1919 εκδίδει την παρθενική ποιητική συλλογή του, η οποία βραβεύεται από τη Ρουμανική Ακαδημία. Σταδιοδρομεί ως διπλωμάτης σε διάφορες χώρες. Το κομμουνιστικό καθεστώς όμως τον εκδιώκει από την ανώτατη παιδεία και την Ακαδημία. Εργάζεται ως απλός βιβλιοθηκάριος, εξακολουθεί να γράφει ποίηση και φιλοσοφικές μελέτες και μεταφράζει εντατικά, κυρίως γερμανική λογοτεχνία. Το 1960 του επιτρέπεται να δημοσιεύει και πάλι, όμως αποβιώνει το 1961. Η κηδεία του έγινε αφορμή για μαζικές, ανεπίσημες φοιτητικές διαδηλώσεις σε όλη την Τρανσυλβανία.



ΑΜΜΟΧΑΛΙΚΟ
(απόσπασμα)

Ετούτο το φθινόπωρο αιχμαλώτισε τον ήλιο
τα δέντρα δεν καταφέρνουν να πεθάνουν
τα αποδημητικά πουλιά δεν αποφάσισαν να φύγουν
το πάρκο είναι γεμάτο επισκόπους
και σαν πηγμένο ξίγκι στις στράτες το χρυσάφι

Η αλλοτινή ερωμένη ακούει στ’ όνομα Μαργαρίτα
τα μάτια της προδίδουν όνειρα ελώδη
η όψη της μοιάζει five o’ clock, η κόμη της
παρομοίως – φαίνεται πιο ψηλή απ’ ό,τι είναι
διακριτικά σημεία δεν έχει
όποιος την έχει δει ν’ απευθυνθεί στα γραφεία της εφημερίδας
προσφέρεται αμοιβή.

Ίον Βινέα

ΙΟΝ ΒΙΝΕΑ (1895-1964): Ο Ίον Βινέα (ψευδώνυμο του Εουτζέν Γιοβάνσκι) ήταν ποιητής, πεζογράφος, δημοσιογράφος – ένας από τους αδιαμφισβήτητους ηγέτες του ρουμανικού μοντερνισμού με τάσεις πρωτοποριακές. Μεταξύ 1922-1932 ο Βινέα εκδίδει το περιοδικό «Ο Σύγχρονος», το πλέον μακρόβιο και έγκυρο έντυπο της ρουμανικής μεσοπολεμικής avant-garde, όπου δημοσιεύει το περίφημο ακτιβιστικό μανιφέστο προς τη νεολαία. Παράλληλα διευθύνει το πολιτικό περιοδικό «Ο Πυρσός» (1930-1940), με αριστερό προσανατολισμό. Παρόλα αυτά επί κομμουνιστικού καθεστώτος ο Βίνεα περιθωριοποιείται ως εκπρόσωπος της «παρακμάζουσας αστικής avant-garde».


Tudor Arghezi
(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου