Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Ο χρόνος στα δημοτικά τραγούδια: στάση και πέρασμα

Η πιο συνήθης ερώτηση που αφορά τα δημοτικά τραγούδια είναι ποια μπορεί να είναι η χρονολογική τους τοποθέτηση: αρχικά πότε δημιουργήθηκαν, στη συνέχεια μέχρι πότε τραγουδήθηκαν και τελικά πότε και υπό ποιες συνθήκες συλλέχθηκαν για να αποτελέσουν τις συλλογές και τις εκδόσεις που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα.

Το πέρασμα του χρόνου όμως, αυτό καθεαυτό, σπάνια αποτελεί πόλο έλξης και συζήτησης: ο «εσωτερικός» χρόνος σε κάθε κείμενο, ανεξαρτήτου κατηγορίας, είναι όχι μόνο η σπονδυλική στήλη της ιστορίας που διαδραματίζεται αλλά και μια πλούσια πηγή δεδομένων για τον τρόπο που οι άνθρωποι, τόσο ο λαϊκός ποιητής, όσο και το ακροατήριό του, αντιλαμβάνονταν την ροή του χρόνου.

Στα κλέφτικα και τα ιστορικά τραγούδια η χρονολόγηση έχει θεμελιώδη ρόλο, αυτό είναι προφανές. Από την άλλη βέβαια, και ακριβώς γι' αυτό το λόγο, δεν θα βασιζόμασταν σε αυτές τις συγκεκριμένες κατηγορίες για μια ευρύτερη αξιολόγηση του χρόνου, αλλά θα έπρεπε να κοιτάξουμε σε κατηγορίες που αφενός έχουν μεγαλύτερη διάρκεια παρουσίας (κάποιες παραλογές, όπως είναι το τραγούδι «Του νεκρού αδελφού», χάνονται σε βάθη αιώνων) και αφετέρου δεν εξαρτώνται θεματικά από μια ορισμένη ιστορική συγκυρία.

Οι εποχές, οι ώρες της μέρας, οι μεγάλες εκκλησιαστικές γιορτές (κάποιες από αυτές μάλιστα, ούσες κινητές, επηρεάζουν ακόμα πιο ιδιόμορφα το πέρασμα του χρόνου...) είναι τα σημεία αναφοράς στα κείμενα, χωρίς όμως περαιτέρω πληροφορίες. Ο χρόνος φαίνεται να κινείται και να μετριέται με ελαστικότητα, ο παρατηρητής/ποιητής μένοντας επικεντρωμένος στην εξέλιξη της ιστορίας του, δίνει στον χρόνο ελάσσονα σημασία και μαζί μ’αυτό μια ιδιαιτερότητα στην προσέγγιση: το πότε μετράει μόνο όταν επιδρά στο τι.

Το γεγονός ότι ο χρόνος δεν έχει «αντικειμενική» ροή έχει και μια επιπλέον συνέπεια, όχι ευκαταφρόνητη: ανάλογα με τις ανάγκες, συστέλλεται και διαστέλλεται κατά το δοκούν. Η υπερβολή έχει πάντα σκοπό να πείσει αλλά και να τρομάξει, και η παραποίηση του χρόνου λειτουργεί αποτελεσματικά σ’αυτό τον τομέα:

Μάνα μ’ γιατί μι πάντρεψες και μό’ δωκες βλαχιώτη
δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά και τρεις βραδιές στο σπίτι.[1]


Ακριβώς επειδή η δύναμη του χρόνου δεν έγκειται στην ακρίβεια, ο ποιητής παίρνει ελευθερίες τέτοιες που να ικανοποιούν τον συνολικό σκοπό του τραγουδιού. Το ακροατήριο, εξίσου απελευθερωμένο από τα δεσμά της ορισμένης διάρκειας των πραγμάτων, δεν βλέπει κάποιο μειονέκτημα σ’αυτό και το τραγούδι λειτουργεί απρόσκοπτα, διαγράφοντας την πορεία του στην ιστορία.

Όταν τα θεμέλια του χρόνου χάνονται στις περιοδικές εναλλαγές των εποχών, τότε επιτυγχάνεται μια ιδιότυπη κίνηση στο διηνεκές, η αρχή και το τέλος παύουν να σηματοδοτούν τις καταστάσεις και τις αφήνουν να διαγράψουν μια πορεία εκτός χρονικών σταθερών. Ίσως εκεί να έγκειται και η αίσθηση διαχρονικότητας που χαρακτηρίζει τα τραγούδια και εξασφαλίζει το πέρασμά τους από γενιά σε γενιά. Το ανθρώπινο στοιχείο είναι μια σταθερά ανεξάρτητη της γραμμικής πορείας του χρόνου και η κοινωνική ομάδα που είναι ταυτόχρονα δημιουργός και αποδέκτης του δημοτικού τραγουδιού χρειάζεται μη χρονικά στηρίγματα για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της.

Έτσι, δεν είναι ότι ο χρόνος δεν υφίσταται στην δημοτική ποίηση, ούτε ότι δεν συντελεί στην εξέλιξή της. Αντίθετα, τόσο η αλληλουχία των γεγονότων, όσο και η βάση της θεματολογίας της υπόκεινται σε χρονικούς κανόνες για να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ρεαλιστικά και καθημερινά λογοτεχνικά φαινόμενα. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι απαραίτητη η γραμμικότητα στο πέρασμα του χρόνου, και ότι η αντικειμενικότητα στη διάρκεια δεν αποτέλεσε ποτέ κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος για τον λαϊκό ποιητή. Η δημοτική ποιήση ενστερνίστηκε τρόπους και μεθόδους που της επιτρέπουν να κινείται εξίσου εντός και εκτός οριοθετημένου χρονικού πλαισίου


Κρις Λιβανίου


[1] in. Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι της ξενιτιάς, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 1990, σελ. 97.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου