Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - ποίηση των γειτόνων". Σταθμός έκτος: Ρουμανία (συνέχεια)

Τριστάν Τζαρά
Συνεχίζοντας από την προηγούμενη ανάρτηση του φακέλου, εξακολουθούμε με τον τρέχοντα σταθμό του αφιερώματος στην ποίηση γειτονικών χωρών (έκτο σταθμό στη σειρά), ο οποίος περιλαμβάνει ανθολόγηση ποιημάτων από τη Ρουμανία (την προηγούμενη ανάρτηση με το ίδιο θέμα - αξίζει να τη δείτε για να διαπιστώσετε τη μεγάλη διαφορά των ρευμάτων - μπορείτε να δείτε εδώ).Υπενθυμίζουμε ότι η μετάφραση είναι του γνωστού κριτικού και πανεπιστημιακού Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.


ΦΩΝΗ

Μάντρα χαλασμένη
Κι εγώ αναρωτιέμαι
Τάχατες γιατί
Να μην κρεμαστεί

η Λία η ξανθή
απόψε το βράδυ
από ‘να σκοινί
σαν ώριμο αχλάδι...

Θα την αλυχτούσε
σκυλολόι στο δρόμο
και θα τριγυρνούσε
να τη δει ο κόσμος.

Θα φωνάζαν γύφτοι:
«Ρε, δες μη σου πέσει»
ενώ εγώ το σύρτη
θα ‘σουρνα στη θέση,

θ’ ανέβαινα να την
αποκαθηλώσω
από πάνου εκεί,
σαν ώριμο αχλάδι,
σαν κόρη νεκρή,
και σε ωραία κλίνη να τηνε ξαπλώσω.



ΠΟΙΗΜΑ ΚΟΣΜΙΚΟΝ

Ποίημα κοσμικόν: πώς εν τω βίω να πορεύεσαι – ερωτηματικό
Βαριεστημάρα – είμαι εγώ στον κάμπο αλέτρι φθινοπωρινό
κι η ποίησις το σκουληκάκι που ανοίγει υπόγειον αυλάκι
για να ποτίζεται η σπορά ώστε να βγουν τα στάχυα φουντωτά.

Στο πιάνο επάνω κάδρο σκονισμένο, κι έπειτα πια ζωντανεμένο,
εκεί στην επαρχία, όπου διδάσκουν οικογένεια και θρησκεία.
Προτίμησε να’ρθει στην πόλη με γλέντια και περίσσεια σχόλη,
όπου πριν πάρεις είδηση έχασες τη συνείδηση.

Ψυχή, κυρία κοσμική, πας μ’ όποιον βρεις, όπου σε βρει,
Πόλη μ’ άπιστα κορίτσια, πόλη με κάλπικα βιολιά.
Κι εσείς, ω μπαλαρίνες, ανάποδα λουλούδια, παραμερίστε φύλλα από βαμβάκι,
για να μας δείξτε εδώ και τώρα τα πιο γλυκά σας μυστικά.

Στη σκηνή μια γυναίκα γυμνή, στην αίθουσα μούδιασμα, κι όμως
Κανένας πόνος μες στο νου, κανένας θάνατος ηθοποιού.
Ο νέγρος κατεβαίνει απ’ το φεγγάρι σαν σπουργιτάκι επάνω σε βιολιά,
κι έλα, αγαπούλα, να σε πάω όπου γουστάρεις – δικά μου (μη σε νοιάζει) τα έξοδα.

Τριστάν Τζαρά

ΤΡΙΣΤΑΝ ΤΖΑΡΑ (1896-1963): Ο Τριστάν Τζαρά (ψευδώνυμο του Σαμουήλ Ρόζενστοκ) είναι ο εισηγητής του ντανταϊσμού. Γεννήθηκε στη Μολδαβία και πέθανε στο Παρίσι. Προτού εγκαταλείψει οριστικά τη Ρουμανία, δημοσιεύει σε διάφορα φιλολογικά έντυπα μετασυμβολιστικά ποιήματα, τα οποία προαναγγέλουν ήδη την πρωτοποριακή γραφή. Το ώριμο έργο του είναι γραμμένο στα γαλλικά. Ο Τζαρά δεν διέρρηξε ποτέ τις σχέσεις του με το ποιητικό κίνημα της γενέτειρας χώρας και συνέχισε να συνεργάζεται με έντυπα της ρουμανικής πρωτοπορίας.



ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ, ΑΝΑΒΑΣΗ

Κοντά στα όπλα σας, άνθρωποι αδυσώπητοι
Κοντά στους αετούς σας που τους μάθατε να σπαράζουν πνευμόνια

Στον όποιο φλόγες φέρονται, ανήκει ο ίσκιος μου ανάμεσα στις σκυφτές βουνοκορφές,
Προσεκτικά ατενίζοντας την πόλη τη δεμένη με χειροπέδες άρτου.

Αλλά σας λέω: κι αν ακόμη ψάχνατε μέσα μου έως τα πιο βαθιά μου σπλάχνα,
Όπως θα έσπαγε κανείς ένα βιολί για να βρει μέσα του τη μελωδία
Ή έναν καθρέφτη που στο βάθος του θα ‘θελε να ξεδιαλύνει τις εικόνες
Τ’ όραμα που κουβαλάω εντός μου δεν πρόκειται να το φτάσετε.

Μέσ’ απ’ το πρωινό που ανοίγει μια φλέβα του
Με την ομίχλη σωρευμένη σε γυάλινα σωληνάρια,
Με την ψυχή που μες στη σάρκα, σαν σε ζουρλομανδύα,
Χτυπιέται, γδέρνει, θέλει να απελευθερωθεί,

Κι εσείς να δαγκώνετε το χιόνι και να δαγκώνεστε μεταξύ σας
Σαν τα σκυλιά ζευγμένα στο έλκηθρο που ανεβαίνει προς ποια χιονοθύελλα;

Δήμιοι ή αδέρφια, δείτε με, βαδίζω ανάμεσά σας,
Χωρίς να ξέρω τι θα μου καρφώσετε στην πλάτη: ένα μαχαίρι ή μια φτερούγα.

Ιλάριε Βορόνκα

ΙΛΑΡΙΕ ΒΟΡΟΝΚΑ (1903-1946): Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος. Συνεργάστηκε με τα κυριότερα περιοδικά της βουκουρεστιανής avant-garde και εξελίχθηκε μάλιστα σε θεωρητικό της τάσεως που ονομαζόταν «ζωγραφικοποιητική». Το 1934 εκπατρίζεται και αρχίζει να γράφει στα γαλλικά. Στη γλώσσα επιλογής, η ποίηση του Βορόνκα έχει μοντερνιστικό χαρακτήρα με την ευρύτερη σημασία της λέξεως (όχι αποκλειστικά πρωτοποριακό). Αυτοκτόνησε στο Παρίσι.



ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

Είχα ένα τείχος κάποτε
μπροστά στα μάτια μου το ‘στηνα με τύφλωνε
κολλούσα τ’ αυτί μου σ’ αυτό με ξεκούφαινε
ακούμπαγα επάνω του με ξεθέωνε

το χέρι μου άπλωνα προς το μέρος του με χτύπαγε
πήγαινα να το δρασκελίσω με ταπείνωνε

ήταν ψηλός μαβής και ορθογώνιος
ένας ψηλός μαβής κι ορθογώνιος τοίχος
μ’ ένα μονάχα ορθογώνιο παράθυρο

οι σπόροι του προσείλκυαν
την ηχώ από δόντια που στις λέξεις συνθλίβονται



ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

Οφθαλμός αντί ρινός οδούς αντί άνθους
ίππος ανθ’ αίματος άνθρωπος αντί καρπού
κι έπειτα υπήρχε η αδιάκοπη εκείνη οικία
κι εκείνο το μαχαίρι το τσόχινο μες στο νερό
υπήρχαν κι αρκετά συρτάρια γεμάτα ομίχλη
υπήρχε μια καρέκλα κι εγεννάτο μια αρετή
κατόπιν υπήρχαν γραμματοκιβώτια γεμάτα φύλλα δέντρων
τα πόδια τα υποδήματα η μελαγχολία
και λίγες λέξεις σ’ έναν ξύλινο σωλήνα
κι ένα δεν ξέρω πού και δεν ξέρω γιατί

κι όλα αντισταθμίζονταν αντισταθμίζονταν

Τζέλλου Ναούμ

ΤΖΕΛΛΟΥ ΝΑΟΥΜ (1915-2001): Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής. Η πρώτη ποιητική συλλογή του, «Ο εμπρειστικός οδοιπόρος», αποτελεί την απόλυτη αρχή του υπερρεαλισμού στη Ρουμανία. Μεταξύ 1938-1940 προσχωρεί στο διεθνές υπερρεαλιστικό κίνημα και μετέχει στις δραστηριότητες του πυρήνα γύρω από τον Αντρέ Μπρετόν. Το επικείμενο ξέσπασμα του πολέμου τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Επιστρέφοντας στη Ρουμανία, θέτιε τις βάσεις μιας υπερρεαλιστικής ομάδας. Μετά το 1948, το σταλινικό καθεστώς που εγκαθιδρύεται στη Ρουμανία θέτει τέρμα σε κάθε είδους ανεξάρτητη πνευματική δραστηριότητα. Σε πλήρη απομόνωση, ο Τζέλλου Ναούμ διανύει μακρά περίοδο «εγχώριας εξορίας» κατά την οποία δεν μπορεί να δημοσιεύσει παρά μόνο παιδική λογοτεχνία και μεταφράσεις. Κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, το έργο του γίνεται ευρέως γνωστό και μεταφράζεται σε πολλές ξένες γλώσσες.


Επιλογή για το στίγμαΛόγου: Χριστίνα Λιναρδάκη 
Τζέλλου Ναούμ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου