Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Λευτέρης Ξανθόπουλος - ντοκιμαντέρ και ποίηση

Αναφερόμενοι στο πλούσιο έργο και την προσωπικότητα του Λευτέρη Ξανθόπουλου, βρισκόμαστε ενώπιον ενός μεγάλου ερωτήματος: για ποιον πρωτίστως γίνεται ο λόγος, για τον ποιητή ή τον σκηνοθέτη; Άραγε ο λογοτέχνης υπερτερεί του σκηνοθέτη ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο; Είναι σωστό να μιλήσει κανείς για τις ποιητικές του συλλογές ή τις ταινίες του; Όποιος γνωρίζει από κοντά τα έργα του Λευτέρη Ξανθόπουλου και είναι εξοικειωμένος με αυτά, αντιλαμβάνεται ότι ερωτήματα σαν το παραπάνω κρίνονται αφελή. Είναι δίκαιο να ειπωθεί ότι σε κανέναν άλλον Έλληνα κινηματογραφιστή οι δύο ξεχωριστές αυτές ιδιότητες, του ποιητή και του σκηνοθέτη, δεν δέθηκαν τόσο στενά στο ίδιο πρόσωπο.

Ο ποιητής, δηλαδή ο κατ’ εξοχήν εραστής της ωραιότητας και ο σκηνοθέτης – ντοκιμαντερίστας, δηλαδή αυτός που αγωνιά για την αήθεια, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου εκφραστικά ώριμου και πολύπλευρου ταλέντου.

Όλα σχεδόν τα έργα του Ξανθόπουλου, από τα πρώτα ντοκιμαντέρ της ξενιτιάς, τις ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους μέχρι τις όμορφες επιτεύξεις του, που πολλοί τις θεωρούν τα καλύτερα ντοκιμαντέρ που σκηνοθετήθηκαν για τους Έλληνες ποιητές Σαχτούρη και Κατσαρό, χαρακτηρίζεται από αυτή την αρμονική σύζευξη. Η ποίηση πνέει σαν ζέφυρος μέσα στις κινηματογραφικές εικόνες και τις δροσίζει. Από την άλλη, η αλήθεια της κινηματογραφικής εικόνας βρίσκεται πανταχού παρούσα στα ποιήματα και τα πεζά του. Όποιος έχει διαβάσει τα αφηγήματά του: «Άγγελος των πρώτων ημερών» (1999), την συλλογή μικρών πεζών: «Γάτες αλλού» (2011) καθώς και τις τελευταίες του ποιητικές συλλογές: «Η έβδομη βροχή» (2010) και «Οι εχθροί και φίλοι μου» (2014) επιβεβαιώνει τις παραπάνω εκτιμήσεις.

Τι παρέλαβε από την ποίηση και τι προσκόμισε στην τέχνη του κινηματογράφου ο Λευτέρης Ξανθόπουλος; Η κινηματογραφική χρονομέτρηση λειτουργεί, όπως τονίζουν οι κριτικοί των έργων του, «ως χτύπος καρδιάς παρά σαν αρίθμηση του νου. Είναι μια προσέγγιση που μόνον ένας ποιητής θα την επεδίωκε, θα την ξεκινούσε και θα την ολοκλήρωνε σε μια ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ».

Για αυτό τον λόγο ο Λ. Ξανθόπουλος έχει σκηνοθετήσει δύο εξαίσιες ταινίες για σπουδαίους Έλληνες ποιητές. Στην πραγματικότητα, δεν γυρίζει ταινίες για τους ποιητές, γυρίζει ταινίες για την ποίηση με αφορμή τους ποιητές. Δοκιμάζει τα όρια των στίχων, τους βάζει στο στόμα της νεολαίας για να δοκιμάσει τη σχέση και την αντοχή τους με την αιωνιότητα και την ομορφιά.

Τι παρέλαβε από τον κινηματογράφο και το έφερε στην λογοτεχνία και την ποίηση; Θα παρατηρούσαμε τη σταθερή δύναμη της αφήγησης. Τα ποιήματά του είναι σπέρματα σεναρίων, βάσεις μικρών ιστοριών. Τα κείμενά του, γερά θεμελιωμένα στη βεβαιότητα του έμπειρου τεχνίτη της κινηματογραφικής αφήγησης, έχουν την αυθεντικότητα της ματιάς του ντοκιμαντερίστα, πατούν γερά στα πόδια τους, και πορεύονται τον δρόμο της αφήγησης με γοργά βήματα. Αυτό συμβαίνει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στα δύο εξαίσια ντοκιμαντέρ για δύο μεγάλους Έλληνες ποιητές: «Ποιος είναι ο τρελός λαγός – Μίλτος Σαχτούρης» (1992), «Σκοτεινός συνωμότης – Μιχάλης Κατσαρός» (1998).

Οι ταινίες αυτές κινούνται γύρω από τη συζήτηση τον σκηνοθέτη με τους ποιητές και αποτυπώνουν τον προσεκτικό λόγο και τις ιδιόμορφες θέσεις τους για τον κόσμο. Ολιγομίλητος ο Σαχτούρης, υπομονετικός ο Κατσαρός, αποφεύγουν να σχολιάσουν οι ίδιοι το ποιητικό τους έργο, με συνειδητή επιλογή από μέρους τους να πραγματοποιηθεί η προσέγγισή τους μέσα από την ανάλυση των ποιημάτων τους. Ο Λ. Ξανθόπουλος προσεγγίζει τους ποιητές με ιδιαίτερη απλότητα, με σκοπό να τους γνωρίσει όσον τον δυνατόν σφαιρικότερα προς τους θεατές και να δημιουργήσει ερεθίσματα μιας καλύτερης γνωριμίας μαζί τους. Πράξη που φανερώνει την ιδεολογική και αισθητική άποψη του, να μη θεωρεί την ποίηση, πνευματική ασχολία απευθυνόμενη σε περιορισμένο κοινό.
 
Η ταινία «Ποιος είναι ο τρελός λαγός – Μίλτος Σαχτούρης» (1992) αρχίζει και τελειώνει με πλάνα από την τελετή απονομής του κρατικού βραβείου ποίησης (1987) στον Μ. Σαχτούρη για το ποίημά του «Εκτοπλάσματα». Κορμός της σκηνοθεσίας του έργου είναι μια συνέντευξη του ποιητή, όπου απαντά στον σκηνοθέτη για το πότε και πώς άρχισε να καταπιάνεται με την ποίηση, από πού εμπνέεται και χτίζει τη σχέση του με τους Έλληνες ποιητές και ζωγράφους και για τις επιδράσεις του από την ξένη ποίηση.

Ακόμη περιλαμβάνει πλάνα με απόψεις του Τάσου Λιγνάδη από παλαιότερο ντοκιμαντέρ για τον ποιητή, ενώ υπάρχουν ορισμένες μικρές ενότητες στις οποίες ο Ξανθόπουλος οπτικοποιεί με μυθοπλαστικές τεχνικές ποιήματα, παράλληλα με την ανάγνωσή τους. Βασικός στόχος εκ μέρους του σκηνοθέτη σε αυτή την ταινία είναι να αντικατοπτρίσει τη φυσιογνωμία του Μ. Σαχτούρη, την αυστηρότητα της μορφής του, την αποστασιοποίηση από τον κόσμο, τη μοναχικότητά του.

Ο Μ. Σαχτούρης σε αυτό το έργο του Ξανθόπουλου δεν παρουσιάζεται σαν ένας μεγάλος ποιητής, αλλά εξυψώνεται σε ένα οικουμενικό σύμβολο του ποιητή που είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στον σκοπό για τον οποίο στρατεύθηκε, την ποίηση.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το ντοκιμαντέρ «Σκοτεινός συνωμότης – Μιχάλης Κατσαρός» (1998). Και εδώ ο σκηνοθέτης αποπειράται να προσεγγίσει την ποίηση του Κατσαρού με τους δικούς του όρους, με τον τρόπο που ο ίδιος αντιμετωπίζει τον κόσμο και την πραγματικότητα. Όπως αναφέρουν οι κριτικοί αυτού του ντοκιμαντέρ: «Η αφήγηση υπονομεύεται από τον ίδιο τον Κατσαρό, ο οποίος με ένα εντελώς προσωπικό τρόπο, αυτοσαρκάζεται, ειρωνεύεται και,εμπαίζοντας το ειρωνικό του παιχνίδι, μας αποκρύπτει περισσότερα απ’ όσα έχει να μας αποκαλύψει, καθώς οχυρώνεται συνεχώς πίσω από μια ποιητική υπερπραγματικότητα που ο ίδιος δημιουργεί και συγχρόνως καταλύει».

Άξονας αυτού του έργου είναι μια αφήγηση από μια συνάντηση του Μ. Κατσαρού με τον σκηνοθέτη και τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη, κατά την οποία ο Κατσαρός αποφεύγει τις ερωτήσεις που του απευθύνουν, αλλάζει συνεχώς θέμα και αιφνιδιάζει με τις απαντήσεις του.

Ο Μιχάλης Κατσαρός απομονώνεται από το κοινωνικό του περιβάλλον και από την ιστορία που τον έχει σημαδέψει, παρουσιάζεται δηλαδή να επιδιώκει μία φυγή από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό, πλησιάζοντας στα όρια της αυτοσυντριβής. Έτσι αποφασίζει ο Μ. Κατσαρός να παρουσιάσει το πρόσωπό του στους θεατές, ένα πρόσωπο που - κατά τον ποιητή Γ. Κακουλίδη - κινείται στο πλαίσιο της «βεντέτας» του ποιητή με την πραγματικότητα. Οι ποιητές Γ. Χρονάς και Γιώργος Πουλόπουλος σχολιάζουν την προσωπικότητα και την προσφορά του Μ. Κατσαρού στην ποίηση στο ντοκιμαντέρ.

Οι δύο παραπάνω ταινίες του Λ. Ξανθόπουλου μας αποδίδουν το υπερβατικό κλίμα μέσα στο οποίο κινούνται οι ποιητές Μ. Σαχτούρης και Μ. Κατσαρός και προτείνουν αναλυτικά εργαλεία για την προσέγγισή τους, υπογραμμίζοντας τον ρόλο και την δύναμη των ποιητών να ορθώνονται κριτικά και ανανεωτικά απέναντι στην πραγματικότητα. Όπως και μέσα από τα βιβλία τους, μας αποδεικνύουν την τέχνη τους να κεντρίζουν τους αναγνώστες τους για μια συνομιλία μαζί τους.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Ακολουθούν μερικά ποιήματα του Λευτέρη Ξανθόπουλου:


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ 

Από τον θάλαμό του στο νοσηλευτήριο ηλικιωμένων 

Βασιλάκειον της οδού Τενέδου και πολύ κοντά στο μικρό
διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης όπου ζούσε τα τελευταία
είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του μόνος και εντελώς
μέσα στη δική του περιοχή από την παιδική του ακόμα
ηλικία ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και καθώς όλη τη
νύχτα βογκίζαν άγρια σκυλιά στο προσκεφάλι του
περνούσαν ελάφια είδε εξαίφνης το ποίημα που έβλεπε σε
όλη του τη ζωή όμως τώρα πια δεν μπορούσε δεν
προλάβαινε καν να γύρει στο πλάι για να το γράψει κι
έβγανε μέσα στον ύπνο του και μέσα στον ξύπνο του μια
κραυγή γεμάτη οργή και πόνο και μίσος και πάθος και
ανάγκη και μεγάλο θυμό πού την ακούσαν όλοι οι
θάλαμοι σε όλες τις πτέρυγες και όλο το νοσοκομείο της
Κυψέλης

Το περιστατικό μαρτυρείται διαδοχικά από τρεις
διαφορετικούς ανθρώπους που ξαγρυπνούσαν εκείνο το
βράδυ από τρεις πηγές η πλέον αξιόπιστη σήμερα 29
Μαρτίου 2007 ημέρα Πέμπτη δύο χρόνια ακριβώς από την
αναχώρησή του προέρχεται από την αδερφή νοσηλεύτρια
Ευδοξία-Μαρία Νικολάου Ρεμπάπη από το χωριό
Παλαιοφάρσαλος νομού Λαρίσης είκοσι οχτώ χρονών τότε
στο καμαράκι της βάρδιας καθώς την έπαιρνε ο ύπνος
στην καρέκλα της και πεταγόταν κάθε τόσο και λιγάκι
άκουσε την κραυγή που όμοιά της κανένας άνθρωπος δεν έχει
ξανακούσει ποτέ στον κόσμο όλο

Σχίστηκαν στα δυό ανοίχτηκαν οι ουρανοί για να περάσει
ο ποιητής και από εκεί ξεπρόβαλε για μια ακόμη φορά για
μια ακόμη τελευταία φορά ξεπρόβαλε το ποίημα το
καλύτερο ποίημα που άκουσε ποτέ και είδε ποτέ σε
ολόκληρη τη βασανισμένη ζωή του ο Μίλτος μόνο που
τώρα πια δεν μπορούσε δεν προλάβαινε καν στα ογδόντα
έξι του χρόνια κατάκοιτος να σκύψει στο πλάι στο λευκό
κομοδίνο να πάρει το κόκκινο μπικ και να το γράψει.

(από τη συλλογή Οι εχθροί και οι φίλοι μου)



Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Ήρθε απέξω έδεσε τις πέρδικες απ’ τα
ποδάρια και τις ακούμπησε στο κατώφλι
κατάχαμα με τα φτερά ανοιχτά να
σπαρταράνε. Έπειτα γύρισε το κλειδί
στην κλειδαριά και μπήκε όπως ήταν
με τις λάσπες με τα νερά.

Γύρισε όλο το σπίτι και δεν βρήκε
κανέναν στην κουζίνα παρατημένα
τα εργαλεία μαχαίρια κουτάλες
οι φωτιές.

Γύρισε όλο το σπίτι μόνος προσπάθησε
να βρει το φανάρι θυέλλης πουθενά.

Νύχτωνε και τον ακουμπούσε το
κρύο η βροχή το σπίτι έτριζε.

Θυμήθηκε τις όρνιθες στο κατώφλι
βγήκε να τις μαζέψει τα πουλιά φευγάτα
μήτε σχοινί μήτε κορδόνι σαν κάποιος
να τα πήρε αλλού.

Διέκρινε πατημασιές οι
δικές του; Δεν ήξερε να πει.

Τα σκυλιά που ως τότε γλύφανε τις
πληγές τους σηκώθηκαν στα τέσσερα
μήτε κουνούσαν την ουρά μήτε την
κρατούσαν ανοιχτή.

Λιγάκι φοβήθηκε η νύχτα τον
ξεγελούσε λιγάκι φοβήθηκε
τον εαυτό του όχι κάτι διαφορετικό.

Γύρισε μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού
γέμισε πιάτα με φαγητά με εδέσματα
και τα σκόρπισε έξω από το σπίτι
στην αυλή.

Κάποιος θα φανεί μέσα στη νύχτα
είπε με βεβαιότητα ίσως επαίτης
ίσως λεπρός και θα ζητάει.

Σκέφτηκε να ’χε κρεμάσει κουδου-
νάκια στα πουλιά τώρα θα τις άκουγε

Αυτή η σοφία ακριβώς που μοιάζει
με του λιονταριού αυτή τον οδηγούσε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου