Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Φάκελος «Λαοί στο περιθώριο – η ποίηση των γειτόνων». Σταθμός πέμπτος: Αλβανία

Στην αλβανική λογοτεχνία η ποίηση έχει σημαντική θέση. Αρχικά αντλεί θέματα από την καθημερινή ζωή του λαού, από τον θρησκευτικό και πατριωτικό χώρο και, στη συνέχεια, διεισδύει σε θέματα που αφορούν τον άνθρωπο και τα συναισθήματά του.

Τον 18ο αι.  ρόλο στην αλβανική ποίηση έπαιξαν οι ποιητές που ονομάστηκαν «μπεϊτετζήδες» (στιχοπλόκοι), τα έργα των οποίων κυκλοφορούσαν σε χειρόγραφα. Η θεματολογία ήταν περισσότερο κοινωνική, σατιρική και λαϊκής πνοής, με μοτίβα από τη Βίβλο και το Κοράνι, αλλά προσαρμοσμένα στην αλβανική πραγματικότητα. Η καθαυτό ποίηση, με αισθητή λυρική τάση, αρχίζει όμως με τους Αρμπερέσηδες της Ιταλίας.

Τον 19ο αι. η αλβανική ποίηση σημειώνει έντονη ανάπτυξη , καθώς αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση. Η έμπνευση έχει τις πηγές της στη ζωή, τις πίκρες και τα ιδανικά του έθνους. Η βασική λογοτεχνική κατεύθυνση την εποχή αυτή είναι γνωστή ως ρομαντική.

Κατά την περίοδο της εθνικής ανεξαρτησίας, γράφεται ποίηση που αξιοποιεί βιβλικά και μυθολογικά στοιχεία, αν και είναι σαφής η τάση προς την κοινωνική και ρεαλιστική θεματολογία. Στην ποίηση της δεκαετίας του ’30, η ποίηση προσλαμβάνει κοινωνική διάσταση και μιλά για τις αντιθέσεις της ζωής, τη φτώχεια και τον πόνο των ανθρώπων.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το ρεύμα που κυριαρχεί είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Στις περιπτώσεις εκείνες που τα σοσιαλιστικά ιδανικά συνδυάζονται με τη ζωή και τον κόσμο του ποιητή, παράγονται έργα που αντέχουν στον χρόνο. Από τη στιγμή, όμως, που το ρεύμα αυτό πήρε κρατικό, επίσημο χαρακτήρα, η ποίηση οδηγήθηκε σε σχηματοποίηση και δογματισμό.

Σήμερα η αλβανική ποίηση είναι ελεύθερη να επιλέξει τη δημιουργική της πορεία και παρουσιάζει θεματική ποικιλία και συνδυασμό καλλιτεχνικών μορφών. Πότε πότε διαπιστώνονται αναζητήσεις πειραματικού χαρκτήρα, αλλά γενικά παράγεται ποίηση που συνδυάζει τον ρεαλισμό με τις ρομαντικές και συμβολικές τάσεις, το γκροτέσκο και την ειρωνία, καθώα και τη βαθύτερη διείσδυση στην ανθρώπινη ψυχή.

Την εξαιρετική μετάφραση των ποιημάτων έχει κάνει ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς, σημαίνων ποιητής της ελληνικής ομογένειας της Αλβανίας.


ΔΗΜΟΤΙΚΟ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΚΙΝΑ

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό
πήγα πήρα μιαν οκά,
το ‘ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες,
κι οι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωνσταντή, κακό ν’ ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα,
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωνσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,
άλογό του έγιν’ η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
- Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
- Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ΄ άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
- Τσιλιβίου, βίου, βίου
ίσως να’ ναι ο αγέρας.
- Είδατε; Δεν είδατε;
περπατάει λευκή πουλάδα,
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
- Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
- Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
- Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
- Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;
- Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.
- Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

Χοστέβα (Αργυρόκαστρο)


ΤΡΑΓΟΥΔΙ Ι

Φυλλωσιά είχε αλλάξει η φύση
και στη θάλασσα πιο πέρα
στραφταλίζαν τα νερά της.
Μα στα Τέμπη, εκεί όπου ζούσε
του Ανακρέοντα τ’ αρχαίο,
το λευκό το περιστέρι
για νερό πήγε στα όρη
και δε γύρισε όπως πάντα.
Δεν το πάγωσαν τα χιόνια
Δεν το λάβωσαν τα βέλη,
μόνο πέταγε, ώσπου είδε
το δικό μου τ’ άσπρο σπίτι.

Κι όταν έφεξε η μέρα
και φανήκανε στο φως της
θάλασσα και γη και σπίτια
ήρθε αμέσως, φτερουγώντας,
και μου χτύπησε το τζάμι.
Κι είδα απ’  το παράθυρό μου:
Τα πρασινωπά σταφύλια
ομορφιά σκορπίζαν γύρω.
Σαν του λιναριού τα άνθη
που χορεύουνε στην αύρα
έτσι κι ο ουρανός γελούσε.

Τα κορίτσια, τραγουδώντας
πλέκανε χεριές, δεμάτια.
Δεν σκεφτόσουνα πως ήταν
κι άνθρωποι βασανισμένοι.
Απ’ τα ξένα είχα γυρίσει
κι ήμουν με τις αδερφές μου
και στο σπίτι τ’  όνομά μου
το’  λεγε συχνά η μητέρα.
Ξάφνου ένιωσα το σώμα
με χαρά να πλημμυρίζει
όπως στο ζεστό κρεβάτι
πρωτονιώθει ένα κορίτσι
πως οι κόρφοι του μεστώνουν.

Γερονίμ ντε Ράντα

ΓΕΡΟΝΙΜ ΝΤΕ ΡΑΝΤΑ (1814-1903): Η σημαντικότερη προσωπικότητα των Αρμπερέσηδων της Ιταλίας. Ποιητής, δημοσιολόγος, λαογράφος, φιλόλογος, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την αλβανική λογοτεχνία. Ο Ντε Ράντα εκτιμήθηκε και από τους ευρωπαϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του.


ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Πώς μ’ αρέσει, ω ποτάμι, το κρυφό μουρμουρητό σου,
τα ναζάκια, τα παιχνίδια και το αναφιλητό σου.
Βιαστικό μέσα στις πέτρες προχωράς,
δακρυσμένο, αφηρημένο και βογκάς.
Μια στριφογυρίζοντας  πηγαίνεις και μια ίσια,
μια κουτσαίνεις και μετά παλικαρίσια,
μια με νάζι, με χαρά στην κατηφόρα,
μια με ορμή όπως το βέλος παίρνεις φόρα,
μια ανάμεσα σε πράσινη κοιλάδα,
μια κρυμμένο μες στα φύλλα στη χαράδρα,
μια σαν άλογο αχαλίνωτο περνάς,
μιαν αφρίζεις κι απειλείς σαν ο βοριάς,
μια σα να χορεύεις και γλυκά να τραγουδάς,
μια σαν το πουλί γοργοπετάς.
Ξαφνικά τριγύρω η πλάση σκοτεινιάζει,
σαν αμαρτωλή καρδιά όπου στενάζει
και ψηλά στους μαύρους ουρανούς
βλέπεις αστραπές και κεραυνούς
που τ’ ανάβουν όλα πέρα ως πέρα
τρέμει ο κόσμος, τρέμει απ’ τη φοβέρα
και παντού είν’ όλα μαύρα, σκοτεινά
και διακρίνεις μόνο αντάρες και νερά.
Έτσι πάλι, ω χαϊδεμένο, κατεβαίνεις
ως τη γη και ξαφνικά την ανασταίνεις.
Από σένα παίρνει δύναμη, κι ανθίζει,
γίνεται όμορφη σαν κήπος, πρασινίζει.
Μυρωδιές, χρώματα φέρνεις απ’ τον ουρανό
και τον κόσμο τον γυρίζεις σε παράδεισο.

Ναΐμ Φράσερι

ΝΑΪΜ ΦΡΑΣΕΡΙ (1846-1900): Θεμελιωτής της νέας αλβανικής ποίηση, ένας από τους κύριους εμπνευστές της εθνικής πολιτιστικής αναγέννησης κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι.  Γεννήθηκε στον Νότο της Αλβανίας και τελείωσε τη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Μιλούσε πολλές γλώσσες. Μετέφρασε πρώτος στην αλβανική την «Ιλιάδα» του Ομήρου, καθώς και τους μύθους του Λα Φονταίν. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη.


ΤΡΕΞΕ, ΜΑΡΑΘΩΝΟΜΑΧΕ
(απόσπασμα) 

Τρέξε, τρέξε, τρέξε, πες τους
πως τσακίστηκαν οι ορδές τους,
μια γροθιά γινήκαμε όλοι
και τη σώσαμε την πόλη.
Τρέξε, τρέξε,
τρέξε, Μαραθωνομάχε.

Κόβεις δάφνη, κόβεις σμύρνα
και χυμάς για την Αθήνα,
κάμπους, ράχες δρασκελίζεις
δεν πατάς, μα φτερουγίζεις
σα γεράκι,
άξιε Μαραθωνομάχε.

Στάζουν αίματα οι πληγές,
μα τις κρύβεις, δεν τις λες,
θες εσύ το συχαρίκι
ν’ αναγγείλεις για τη νίκη,
κόκκινε ως αίμα,
αίμα, Μαραθωνομάχε.

(...)

Να η Ακρόπολη κι η πόλη
να’ τοι οι Αθηναίοι όλοι,
που σε είδαν, σε γνωρίσαν
νέα τόλμη σε γεμίσαν,
λίγο ακόμα,
λίγο, Μαραθωνομάχε.

Κι όταν φτάνεις μες στα πλήθη
- τι χαρά, μα και τι λύπη –
«Νενικήκαμεν», κραυγάζεις
και σωριάζεσαι, σπαράζεις
και πεθαίνεις,
άξιε Μαραθωνομάχε.

Τρέξε σ’ όλους τους καιρούς
και διαλάλησε παντού:
οι μικροί νικούν τιτάνες
κι οι φτωχοί νικούν τυράννους,
εμπρός, τρέξε,
τρέξε, Μαραθωνομάχε.


Φαν Νόλι

Φαν Νόλι
ΦΑΝ ΝΟΛΙ (1882-1965): Γεννήθηκε σε αλβανόφωνο χωριό της Ανατολικής Θράκης στην περιοχή της Αδριανούπολης. Το 1901 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1924 ως ηγέτης του αστικοδημοκρατικού επαναστατικού κινήματος έγινε πρωθυπουργός της Αλβανίας. Μετά την ανατροπή του την ίδια χρονιά ξενιτεύτηκε και έζησε ως μετανάστης σε διάφορες χώρες της Ευρώπης μέχρι το 1932, οπότε και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Εκτός από τα ιστορικά και επιστημονικά έργα του, δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή, η οποία αποτέλεσε το υψηλότερο δείγμα αλβανικής ποίησης στη δεκαετία 1920-30.




ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΣΟΝΕΤΟ

Με τραγούδι στα χείλη εξύπνησε η αυγή
και με πέπλο χαράς τα βουνά σκεπαστήκαν.
Με τραγούδι στα χείλη και καινούρια ορμή
κι οι λόφοι στο μάλαμα τριγύρω πνιγήκαν.

Με τραγούδι στα χείλη εξύπνησε η αυγή
κι είπε το τραγούδι της στον ήλιο τον τρανό
με τις κόκκινες αχτίδες, που δίνουν ζωή
πάνω απ' το γαλάζιο, τον απέραντο ουρανό.

Μες στους πράσινους κήπους, με χαρά στην καρδιά
τα λευκά τα κορίτσια αναπνέουν τ' αρώματα
που τ' άνθη σκορπούν.

Με παρθένους τους κόρφους, όπου η αγάπη φωλιάζει
και μ' ανθόφυλλα πάνω τους, που τ' αγέρι τινάζει
την άνοιξη λατρεύουν, υμνούν.

Μιγκένι

ΜΙΓΚΕΝΙ (Μίλος Γκεργκ Νικολά, 1911-1938): Γεννήθηκε στον Βορρά της Αλβανίας. Εργάστηκε ως δάσκαλος στα χωριά της περιοχής του. Η συλλογή του Ελεύθεροι στίχοι απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία, μετά το 1944 όμως εκδόθηκε πολλές φορές. Εκτός από ποίηση, ο Μιγκένι έγραψε και δημοσίευσε ποιητική πρόζα σε περιοδικά της εποχής. Αυτά τα δημοσιεύματα μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες.


Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ

Ούτε το χιόνι δεν είναι λευκό σε τούτο το σκοτάδι.
Ο κόσμος, με πόδια βαριά,
τρέχει προς τα παράθυρα του ήχου.

Στην αίθουσα της συναυλίας, ακόμα κι οι δικτάτορες
αντιλαμβάνονται την κλίμακα των μουσικών οργάνων.

Οι ακροατές κλείσαν τα μάτια
και βλέπουνε βροχές σε αρχαίες σκεπές,
πυρκαγιές πολιτειών και ξύλων ξερών.
Στο δεύτερο χρόνο, απότομα ο άνεμος
έστρωσε το στάρι ως κάτω στη γη.

Στην αίθουσα ακόμα και ο μαέστρος
με τα κλειστά τα μάτια, πέρα από τους ήχους
δεν είδε τίποτε άλλο στο σκοτάδι.

Μάρτιν Τσαμάι

ΜΑΡΤΙΝ ΤΣΑΜΑΪ (1925-1992): Γεννήθηκε στον Βορρά της Αλβανίας. Ως αντιφρονών του κομμουνιστικού καθεστώτος έφυγε από την Αλβανία το 1948, τελείωσε τις σπουδές του στη Ρώμη και στη συνέχεια διηύθυνε την έδρα της Αλβανικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Εξέδωσε αρκετές ποιητικές συλλογές, η ποίησή του όμως έγινε γνωστή στην Αλβανία μετά το 1990, επειδή ως τότε ήταν απαγορευμένη για πολιτικούς λόγους. Στο ποιητικό του έργο συνδυάζει αρμονικά τη μοντέρνα με την παραδοσιακή έκφραση, τη μυθολογική και τη σύγχρονη αντίληψη. Διαπιστώνονται επίσης επιρροές από την ερμητική ποίηση.

***Συνεχίζεται


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου