Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

"Ζώνη πυρός" του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη


Τι καθιστά ένα βιβλίο επίκαιρο, συνάμα όμως και ικανό να αντιπαλέψει, να αναμετρηθεί με τον χρόνο να φέρει κοντά τους αναγνώστες οι οποίοι θα επιστρέφουν ξανά στις σελίδες του και θα ανακαλούν στη μνήμη τους μέρη του - σημάδι ότι το βιβλίο άφησε ίχνος, άφησε το αποτύπωμα του στην ενδοχώρα του ψυχισμού τους; Αυτός ο συλλογισμός με συνοδεύει μετά το πέρας της ανάγνωσης του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη με τον τίτλο Ζώνη πυρός, το οποίο αποτελείται από διηγήματα χωρισμένα σε τρεις ενότητες με τους αντίστοιχους τίτλους "Μονόλογοι", "Κατ’ιδίαν" και "Διάλογοι".

Η ονομασία Ζώνη πυρός προσδιορίζει την επίμαχη περιοχή στην οποία συμβαίνουν οι ιστορίες των διηγημάτων: ένα υπαρξιακό υπόβαθρο όπου ο συγγραφέας καταδύεται σε μια προσωπική και εφ΄όλης της ύλης αναμέτρηση-πάλη με τη γραφή και έναν παρόντα χρόνο όπου συγχρόνως διαδραματίζονται τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας και ταλανίζουν τη χώρα μας. Και όλοι-ες εμείς οι πολίτες της, παρόντες και παρούσες σε αυτή την πρώτη γραμμή, τη διακεκαυμένη ζώνη πυρός, αντιμέτωποι με ό,τι συμβαίνει και με την όποια τροπή και εξέλιξη θα έχουν τα γεγονότα που θα ορίσουν και το μέλλον μας.

Στην πρώτη ενότητα που ονομάζεται "Μονόλογοι",τα διηγήματα διακρίνονται από μια συνεχή διαδρομή καταβύθισης του συγγραφέα στον εσώτερο εαυτό του, τις βαθύτερες επιθυμίες-ανάγκες του σε σχέση με τη σημασία της γραφής στη ζωή του μέσα από την ενδοσκόπηση και τη πορεία αυτογνωσίας. Έτσι, διαπιστώνει ή αναρωτιέται: "Γιατί κατά βάθος θέλω να πιστεύω ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον έξω κόσμο, μια δρασκελιά απόσταση από την οθόνη του υπολογιστή μου, έστω και αν δεν ξέρω πού ακριβώς πρέπει να ψάξω και τι ακριβώς πρέπει να κάνω για να μπορέσω να τη βρω" ή "Έστω και αν ξόδεψα ολόκληρη τη ζωή μου ψάχνοντας μάταια μιαν απάντηση, ποιο τελικά από τα όνειρα θα με βόλευε να ζήσω", "Το μόνο που θέλω πλέον είναι να το σκάσω από το κείμενο. Γιατί περικοκλάδες οι λέξεις τυλίγονται στο κορμί μου με σφίγγουν, ριζώνουν πάνω μου. Με απομυζάνε. Ανθοφορώντας σαρκοβόρες τουλίπες. Που ετοιμάζονται να με κατασπαράξουν".

Αναρωτιέμαι κι εγώ με τη σειρά μου: Γιατί γράφουμε; Ναι, επειδή είναι βαθιά υπαρξιακή ανάγκη, αλλά γιατί; Το ερώτημα επιμένει... Ίσως για να αιτιολογήσουμε -ως ένα σημείο- την παρουσία μας σε αυτόν τον πλανήτη, για να αναγνώσουμε ή να αναγνωρίσουμε μία ελλειπτική τροχιά ή το φωτισμένο από μια αχτίδα φωτός σημείο ενός δωματίου ή το σκοτεινό είδωλο που δεν φωτίζεται και μένει σιωπηλό και αθέατο αλλά υπάρχει, για να φανερωθούν οι φυσικοί ανθρώπινοι περιορισμοί ή και να ξεπεραστούν ακόμη.

Στο πρώτο διήγημα με τον τίτλο "Κήτος", ένας εντυπωσιακός ευρηματικός παραλληλισμός του κήτους, που κατάπιε τον προφήτη Ιωνά στη βιβλική ιστορία, με τη λευκή οθόνη του υπολογιστή, που την παρομοιάζει και αυτή με ανοιχτό στόμα κήτους απειλητικά έτοιμη να καταβροχθίσει γράμματα, λέξεις και οτιδήποτε έχει σχέση με τη γραφή και την αιχμαλωσία του συγγραφέα σε αυτή.


Στη δεύτερη ενότητα ο ίδιος ο τίτλος προσδιορίζει ότι ο συγγραφέας εμπιστεύεται και εκμυστηρεύεται: "Κατ’ιδίαν".  Η γραφή ως άλλοθι του δίνει τη δυνατότητα να αναπλάσει πρόσωπα, ρόλους και μέσω εκείνων να μιλήσει, να συνομιλήσει, να καταγγείλλει. Έτσι, στο διήγημα "Πρόσκληση" βλέπουμε τραγικά πρόσωπα που απασχόλησαν την πρόσφατη επικαιρότητα,ο δεκαεννιάχρονος που πέφτει από την ανοιχτή πόρτα του τρόλευ για να ξεφύγει από τον ελεγκτή που τον έβριζε και τον τραβολογούσε για τζαμπατζή κάνοντας ουσιαστικα΄ένα άλμα προς την ελευθερία,ο γονιός της δεκατριάχρονης που πεθαίνει από τις αναθυμιάσεις του μαγκαλιού, ο Ιρανός μετανάστης που γίνεται παρανάλωμα του πυρός, αυτός που χρωστά το δάνειο και ενώ τον πιέζουν αφόρητα με έξωση εκείνος δεν αντέχει και αυτοκτονεί. Στο διήγημα με τον τίτλο "Πρόσωπο", μια γυναίκα κάποιας ηλικίας κρυμμένη πίσω από ένα προσωπείο που δεν είναι ο εαυτός της, εγκλωβισμένη στην εικόνα του φαίνεσθαι, ό,τι δηλαδή απαιτεί και προβάλλει ως πρότυπο η εποχή μας, συμφιλιώνεται με την αληθινή εικόνα της, ανακαλύπτει τον εαυτό της χωρίς περιττά φτιασιδώματα και έτσι βρίσκει την εσωτερική γαλήνη της που αντανακλάται στο εξής και στη ζωή της.

Στην τρίτη ενότητα με τον γενικό τίτλο "Διάλογοι", η γραφή παύει να είναι άλλοθι, αυτονομείται και εκτίθεται, συναντά τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα και η ένταση κορυφώνεται. Από τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου είναι η γλώσσα που τη χρησιμοποιεί ο συγγραφέας σαν όχημα ακριβείας νοημάτων και εννοιών, απαλλαγμένη από την σύγχρονη και συνήθη Οργουελική χρήση της που συναντάμε στην καθημερινότητα μας και σκιάζει τόσο την πολιτική όσο και κοινωνική ζωή. Εδώ οι λέξεις γίνονται πρόσωπα και σώματα, αποκτούν άλλη διάσταση και διαμαρτύρονται,κάνουν αντίσταση, σαρκάζουν και ειρωνεύονται τα κακώς κείμενα, προειδοποιούν. Άλλωστε η γλώσσα είναι βασικό μέσον επικοινωνίας των ανθρώπων, δημιουργεί πρότυπα-στερεότυπα ή και τα ανατρέπει.

Και ακριβώς στο διήγημα "Εκκαθάριση", δίνεται αυτή η διάσταση, αναδεικνύεται αυτή η δύναμη που έχει η γλώσσα και φοβίζει τους δυνάστες. Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς μετά τη φυλετική εκκαθάριση επιβάλει τη γλωσσική απολύμανση, απομακρύνοντας κάθε λέξη που πιστεύει πως δεν είναι ελληνική. Έτσι καταργεί μαζί και συρρικνώνει τη σκέψη,την ελευθερία του λόγου,την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αφού στο τέλος, με τόσες εξορισμένες λέξεις, οι πολίτες συννενοούνται με γρυλίσματα και μουγκρητά, ενώ κυριαρχεί το τρίπτυχο ρατσισμός-προπαγάνδα-νεοναζισμός. Ένα προειδοποιητικό διήγημα ότι ο κίνδυνος αυτών των μορφωμάτων όχι απλά είναι προ των πυλών, αλλά έχει εισβάλλει στην καθημερινότητα και απειλεί, είναι πια απέναντι μας εντός του κοινωνικού σώματος της ελληνικής κοινωνίας.

Στο "Lexotanil" η εκάστοτε εξουσία βρίσκει τρόπους να ελέγχει, να χειραγωγεί, να δημιουργεί εξαρτήσεις, να καταστέλλει τη σκέψη, την αμφισβήτηση, την αντίδραση. Δεν είναι τυχαία στο διήγημα αυτό η επιλογή ενός γνωστού σε όλους μας υπνωτικού χαπιού του Lexotanil για τίτλο, το οποίο συμβολικά και αλληγορικά χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να καταδείξει αυτό ακριβώς: πώς χειρίζονται ολόκληρο πληθυσμό ως πειραματόζωο, μέχρις ότου εκείνος ανακαλύψει την εικονική εξάρτησή του και επιστρέψει στην προηγούμενη φυσική του κατάσταση. Ο "Απολογισμός", όπως και οι άλλες ιστορίες που διατρέχουν την πρόσφατη, αλλά και την παλαιότερη πολιτική και ιστορική πορεία της χώρας μέσα από διάφορα γεγονότα έως τους πρόσφατους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, δείχνουν την άποψη του συγγραφέα για το πώς φθάσαμε στο σημερινό υπέρογκο και δυσβάσταχτο χρέος με όλες τις επιπτώσεις του. Στο τελευταίο διήγημα που ονομάζεται "΄Ηπειρος", όπου παρουσιάζεται ένα εφιαλτικό σενάριο με βάση τα ήδη εμφανή σημάδια μιας γενικότερης οικολογικής καταστροφής και βασική επίπτωση τη ραγδαία κλιματική αλλαγή, η βόρεια Ευρώπη προκειμένου να προφυλάξει τα νότια σύνορά της καταφεύγει σε μια παράλογη λύση: είναι ένα διήγημα προφητικό και πιο επίκαιρο από ποτέ.

Τα δεκαοκτώ διηγήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη μοιάζουν να σχηματίζουν έναν κύκλο ζωής, που βέβαια δεν ολοκληρώνεται αλλά αφήνει ανοιχτή την έξοδο για το επόμενο βήμα του συγγραφέα.



Φανή Αθανασιάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου