Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

"Τριημερία" του Πέτρου Μάρκαρη

Στον νου μου το μυθιστόρημα είναι συνδεδεμένο με τον κινηματογράφο, σε αντίθεση με το διήγημα που το συνδέω πάντα με το θέατρο. 

Το θέατρο, αντίθετα με τον κινηματογράφο, περιέχει τα πάντα σε μεγάλη οικονομία. Όλα εξελίσσονται υποχρεωτικά στον περιορισμένο και αυστηρά καθορισμένο χώρο της σκηνής του. Από ιδιωτικές συνομιλίες έως μεγάλες μάχες. Από τεράστια κάστρα έως μικρές παραλίες. Όσο τέλεια σκηνικά και αν χρησιμοποιήσει ο σκηνοθέτης, όσους ηθοποιούς και να ανεβάσει στην σκηνή πάντα πρέπει να καταφέρει να πει πολλά χρησιμοποιώντας λίγα. 

Το ίδιο και στο διήγημα. Όλα πρέπει να εκδηλωθούν και να εκφραστούν μέσα στον μικρό χώρο των λίγων σελίδων που καλύπτει. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον υποχρεωτικά συμπυκνώνονται σε μία χρονική γραμμή με σχεδόν αδιόρατα όρια. Ο περιβάλλων χώρος δεν έχει την δυνατότητα της εξαντλητικής περιγραφής, αλλά του περιεκτικού σχεδιασμού. Οι μορφές επίσης πρέπει να εκφράσουν το σύνολο της προσωπικότητάς τους με νύξεις. Νύξεις όμως αρκετά δυνατές που να αιτιολογούν τη δράση και να αποκλείουν τα κενά δημιουργώντας την αίσθηση ότι κάθε εργαλείο του κειμένου έχει μπει στη σωστή θέση. Τα περιττά και τα υπερβολικά στοιχεία στο διήγημα είναι φανερά πιο έκδηλα από ό,τι στο μυθιστόρημα και, δυστυχώς, μπορούν πολύ πιο εύκολα να καταστρέψουν την εύθραυστη ισορροπία αυτού του μικρού καλλιτεχνήματος.

Ο Πέτρος Μάρκαρης μας είναι γνωστός από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Η γήινη, χωρίς κανένα στοιχείο υπερήρωα, προσωπικότητα του αστυνόμου Χαρίτου είναι και αυτή πασίγνωστη και οικεία πια, είτε μέσω των βιβλίων είτε της τηλεόρασης. Το στοιχείο που προσωπικά πιστεύω ότι κάνει τόσο επιτυχημένα τα βιβλία του Μάρκαρη είναι το γεγονός ότι έχεις την αίσθηση ότι τελικά ούτε το έγκλημα ούτε η αναζήτηση του δράστη είναι ο κεντρικός άξονας του βιβλίου. Ο κεντρικός άξονας είναι η συγκυρία με όλα όσα αυτή περιλαμβάνει: από τον πρωινό καφέ του αστυνόμου έως τα δάνεια της χώρας. Από τις βλάβες του αυτοκινήτου έως τη θέα από το παράθυρο. Η μικρή λεπτομέρεια που προδιορίζεται από το μεγάλο πλάνο. Τίποτε από αυτά όμως στο τέλος δεν μοιάζει περιττό, τίποτα δεν μοιάζει να ξενίζει. Το αντίθετο, όλα μοιάζουν τμήμα της σύνθεσης που οδηγεί στη λύση. 

Τι γίνεται όμως όταν ο ίδιος ο, συνήθως λεπτομερής στις περιγραφές του συγγραφέας, αποφασίζει να απεμπολίσει τον άπλετο χώρο του μυθιστορήματος και να περιοριστεί στον στενό χώρο του διηγήματος;

Ο Μάρκαρης στα διηγήματά του γνωρίζει καλά πως δεν έχει τον χώρο να αναλύσει τις λεπτομέρειες των στοιχείων. Πόσο μάλλον όταν αυτό είναι αναγκαίο, αφού μιλάμε στην ουσία για αστυνομικά διηγήματα είτε αυτά περιέχουν έγκλημα είτε όχι, είτε υπάρχει εγκληματίας και πτώμα είτε όχι. Γιατί αυτό έχει καταφέρει ο Μάρκαρης σε αυτό το βιβλίο. Να μετατρέψει σε αίνιγμα που ζητάει λύση ακόμη και ιστορίες που πρακτικά δεν έχουν αυτό το στοιχείο και ταυτόχρονα να συμπυκνώσει αίνιγμα και λύση. Όταν κάποιος πρέπει να περιγράψει μία δράση που εκτυλίσσεται σε χωροχρονική γραμμή και δεν έχει την πολυτέλεια της ανάλυσης τότε ο πιο φυσικός τρόπος για να το επιτύχει είναι να πιάσει τα άκρα και να τα ενώσει. Τότε πολύ απλά δημιουργεί έναν κύκλο όπου ο αναγνώστης της δράσης αναγνωρίζει την οριοθέτηση του χώρου και τα στοιχεία που τον απαρτίζουν και συμπληρώνει μόνος του εύκολα όσα περιλαμβάνονται στο εσωτερικό του κύκλου αλλά δεν περιγράφονται. Με αυτόν τον τρόπο η αστυνομική πλοκή μπαίνει αυτόματα σε δεύτερο πλάνο.

Για να το κάνεις αυτό απαιτείται δεξιοτεχνία και ο Μάρκαρης την έχει. Οι χαρακτήρες του, εκτός φυσικά από τον γνωστό Χαρίτο, περιγράφονται ολιγόλογα αλλά μεστά, με όσα αναγκαία χρειάζονται για να μην θεωρούνται άγνωστοι Χ. Τα γεγονότα περνάνε εύκολα από τα δυσδιάκριτα σύνορα του χθες και του σήμερα χωρίς να νοιώθεις ότι σου αφήνουν κενά. Όσο για τα αινίγματα, παρόλο που έχοντας συνηθίσει την κινηματογραφική ματιά του μυθιστορήματος και νομίζεις ότι θα ήθελες να τραβήξουν λίγο παραπάνω, σε δεύτερη ανάγνωση συνειδητοποιείς ότι η πληρότητα δεν είναι το στοιχείο που τους λείπει. 

Στα διηγήματα του Μάρκαρη είναι επίσης αρκετά τονισμένο και ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που στα μυθιστόρηματά του είναι συνήθως καλά καλυμμένο, γιατί είναι τοποθετημένο σε σημεία όχι απαραίτητα προφανή: η ειρωνεία ως γλυκόπικρη επίγευση που μένει πάντα στη σκέψη με το τέλος κάθε ιστορίας, ενώ δεν είναι απόλυτα αισθητή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής της. Μόνιμος ακόλουθός της και μία αίσθηση ματαιότητας, αυτό το αδιόρατο κούνημα του κεφαλιού που κάνουμε όταν κάτι τελειώνει και συνειδητοποιούμε την έλλειψη νοήματος και σκοπού. Κάθε έγκλημα είναι μάταιο και κοστίζει πάντα πολύ παραπάνω από όσο κέρδος θα μπορούσε να προσφέρει σε αυτόν που το διαπράττει (χρηματικό, ηθικό ή ιστορικό, πείτε το όπως θέλετε) και αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα που τόσο επιδέξια ο Μάρκαρης προσπαθεί να μας περάσει και που δεν θέλει με τίποτα να ξεχάσουμε.

Ως υστερόγραφο αναφέρω ότι στην παραπάνω κριτική αποφεύγω επίτηδες να αναφέρω τα διηγήματα ξεχωριστά, γιατί αναφέρονται σε αινίγματα. Και δεν είναι θεμιτό να προδίδω τις λύσεις όταν ο σκοπός είναι να οδηγηθεί ο αναγνώστης σε αυτές με το μέσον που επιλέγει ο συγγραφέας. Ποιος θέλει να του αποκαλύψουν τον δολοφόνο προτού διαβάσει το έγκλημα;

Μαρία Γενιτσαρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου