Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - η ποίηση των γειτόνων". Σταθμός τέταρτος: Σερβία και Μαυροβούνιο

Γιόβαν Στέρια Πόποβιτς
Δύο είναι τα είδη της ποιητικής παράδοσης που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σερβικής ποίηση στη σύγχρονη εποχή: η μεσαιωνική και η προφορική-δημώδης. Οι τελευταίοι εκπρόσωποι της πρώτης συνέβαλαν στη σταδιακή μετεξέλιξή της σε ποίηση εμφανώς προσωπικής κατεύθυνσης, η οποία συνδυάστηκε με στοιχεία και χαρακτηριστικά της φολκλορικής-μυθικής μορφής που χαρακτηρίζει την ποιητική συλλογικότητα των Σέρβων.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η σερβική ποίηση αποκτά για πρώτη φορά ποιητές ευρωπαϊκής εμβέλειας. Ο σερβικός ρομαντισμός, που ήρθε αμέσως μετά, αργοπόρησε σε σχέση με τον ευρωπαϊκό και ήταν μικρής διάρκειας (από το 1848 έως το 1870), ενώ εισήγαγε στη σερβική ποίηση τον λυρικό ποιητή την ίδια στιγμή που τον τοποθέτησε σε προνομιούχο θέση στο σύστημα της εθνικής κουλτούρας.

Ο μοντερνισμός στις αρχές του 20ού αιώνα είχε δύο πρόσωπα: το ένα ήταν παρνασσιστικό-συμβολιστικό, οδηγούσε προς την τελειότητα, τη μελωδία και την έμμετρη φόρμα, και το άλλο ήταν παρακμιακό και φαταλιστικό, αδιαφορούσε για την τελειότητα της ποιητικής έκφρασης και έδινε έμφαση στην παραστατικότητα και το βάθος των ποιητικών εικόνων.

Η σερβική ποίηση ως σύνθεση της ιστορίας και της ατομικότητας, της παράδοσης και του νεωτερισμού, της γλωσσικής παραστατικότητας και της ψυχολογίας, της αμεσότητας και της υπέρβασης, της συνείδησης για συλλογική ταυτότητα και των προκλήσεων του σύγχρονου κόσμου είναι κατά βάση ένα αισθητικό δείγμα απ’ ό,τι καλύτερο έχει να δώσει η σερβική γλώσσα, αλλά και το ευρύτερο βαλκανικό και ευρωπαϊκό περιβάλλον της.

Τη μετάφραση των ποιημάτων έχουν κάνει ο Βάσκο Κάρατζα (ή Βασίλης Καρατζάς), σλαβόφωνος από τη Μακεδονία, και η Βικτωρία Θεοδώρου.



ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Τίποτα απ’ το τίποτα βγαλμένο
στο τίποτα πεταμένο
μαζί γίνονται τίποτα:
Από το αφανισμένο τίποτα
τι περισσότερο γυρεύεις;
Η φλόγα ελάχιστα βαστά
αιώνια σβήνει.
Ρήτορας, στιχουργός,
καθηγητής, νομικός,
τ’ όνομά σου στα βιβλία
αιώνια μένει.
Μα σώμα και νους τίποτα,
Λοιπόν, όλα είναι τίποτα.
Σκιά και τίποτα.

Γιόβαν Στέρια Πόποβιτς, 1856

ΓΙΟΒΑΝ ΣΤΕΡΙΑ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (1806-1856): Θεωρείται ο σημαντικότερος Σέρβος κωμωδιογράφος, θεμελιωτής του σύγχρονου σερβικού μυθιστορήματος και του λυρισμού. Τα ώριμα ποιήματά του λόγω της στοχαστικής τους δύναμης και της αυστηρότητας στη φόρμα θεωρούνται η κλασικιστική βάση της σύγχρονης σερβικής ποίησης.



ΛΥΧΝΟΣ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΥ
(απόσπασμα)

Στην πρόσκαιρη ζωή του την τρικυμισμένη
του ανθρώπου η τύχη άγνωστη είναι –
άγνωστη η αληθινή, που αναζητά, ευτυχία.
Δεν έχει πια γι’ αυτόν μέτρο και όριο:
όσο πλησιάζει στην κορφή της δόξας
τόσο της τύχης γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός.
Η γη μας, μάνα για μιλιούνια ανθρώπους
Ένα της γιο να στέψει μ’ ευτυχία δεν μπορεί:
Μονάρχης, μοναχά, δικός της όταν γίνει,
τότε την κούπα του Ηρακλή σηκώνει.

Τι σύντομο το έαρ της ζωής μας
ακολουθεί λουσμένο στον ιδρώτα θέρος,
μουντό φθινόπωρο, χειμώνας παγωμένος.
Μέρα μέρα παντρεύεται στο πέρασμά της,
η καθεμιά ξεχωριστά, το κάθε βάσανό μας:
Η μέρα που ποθήσαμε δεν έρχεται ποτέ
μήτε η γαλήνη που τη λαχταρούμε τόσο.
Ποιος τον αγέρα τον τρελό θα χαλινώσει;
Ποιος θα εμποδίσει τη θάλασσα ν’ αφρίσει;
Του πόθου μας τα όρια ποιος θα ορίσει;

Πέταρ Πέτροβιτς Νιέγκος

ΠΕΤΑΡ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ ΝΙΕΓΚΟΣ (1813-1851): Το 1830 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Μαυροβουνίου. Άρχισε να γράφει στίχους από την παιδική του ηλικία, γεγονός στο οποίο συνέβαλαν τα δημοτικά τραγούδια και ο δάσκαλός του, ποιητής Σίμα Μιλουτίνοβιτς Σαραϊλία. Τα έργα του έθεσαν τη βάση της μοντέρνας σερβικής ποίησης και πνευματικότητας.



ΠΗΓΗ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

Χάσκει η πηγή χαλασμένη, χωμένη στο ψηλό χορτάρι,
κι η γούρνα γκρεμισμένη από καιρό. Από τα πέτρινα άδεια στήθη
δεν βγαίνει μαργαριταρένιο ρεύμα, στις καυτερές του Ιουλίου μέρες,
στις έρημες, τις ήσυχες πλαγιές.

Ρικνή, κοκάλω αχλαδιά, σκελετωμένο μαύρο χέρι
πένθιμη στέκει πάνω απ’ την πηγή. Και τα στραβά κλαριά της
όμοια με σκιάχτρο απλώνονται, ανάγλυφα πάθη της κολάσεως,
κι απ’την ξερή την κάψα του θανάτου, τη μοναξιά υπερασπίζονται της πηγής.
Στο μονοπάτι αυτό, χορταριασμένο από καιρό, ζούσε κάποτε
η βοσκοπούλα κατεβαίνοντας ολόδροση, στον ώμο το λαγήνι
και στη βραδιά τη σιγαλή, έπιανε σούρουπο τραγούδι ο βοσκός
κυνηγώντας χαρούμενα κοπάδια.

Εδώ κι εγώ συλλογισμένος κάποτε κατέβαινα συχνά-πυκνά
τα φωτερά βραδάκια του Μαγιού. Εδώ για μένα ήτανε τόπος
απόκρυφων γλυκών μου πόθων. Θροΐζανε τότε τα φύλλα
καθώς κρυστάλλινο και διάφανο χυνότανε στη μαρμαρένια γούρνα το νερό
και σιγανά ξεχείλιζε... Κύματα ξέσπαγε η ζωή
ξεχείλιζεν η δύναμη από τη νέα ψυχή μου
πλατιά, με σίγουρη βαθύπλατη χαρά, σε τρισαγαπημένους τόπους.
Στη μαύρη λήθη ποιος παρέδωσε τη ζωντανή πηγή
το ζωηφόρο ρείθρο της που τώρα πια η χαρά του έχει κοπάσει;
Πού να ‘ναι οι νύμφες τρυφερές με το κυρτό και κοφτερό δρεπάνι;
Πού να’ναι τα ήμερα κοπάδια;

Ρικνή, κοκάλω αχλαδιά, σκελετωμένο μαύρο χέρι,
πένθιμη στέκει απάνω μου. Και τα στραβά κλαριά της
όμοια με σκιάχτρο απλώνονται, ανάγλυφα πάθη της κολάσεως,
ύστατη δύναμη απελπισμένων σκέψεων που με φυλάνε.

Βόισλαβ Ίλιτς, Ιούνιος 1892

ΒΟΪΣΛΑΒ ΙΛΙΤΣ (1860-1894): Η σερβική κριτική βλέπει στο πρόσωπό του έναν κορυφαίο δημιουργό που ενεργοποίησε εκ νέου τα στοιχεία της κλασικιστικής ποιητικής στη σερβική ποιητική παράδοση. Υιοθετώντας υστερορομαντικές τεχνικές, προχώρησε στις συμβολικές αναζητήσεις, ανοίγοντας τον δρόμο προς την ανάδειξη του υπερβατικού καθώς και, το σπουδαιότερο, προς τη συνεχή τελειοποίηση της φόρμας του σερβικού στίχου. Προανήγγειλε, έτσι, τον ερχομό των νέων, μοντέρνων εποχών. Πέθανε σε ηλικία 34 μόλις χρονών, από φυματίωση.



ΠΟΙΗΜΑ

Έχασα μες στη χλαλοή
φρεγάτες και συντρόφους.
Τι ώρα να ‘ναι στο σύμπαν;
Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;

Πόσο βαθιά στον δρόμο τούτο
Θε μου, πόσο βαθιά η άβυσσος!
Ενέδρα με βασιλική τη λάμψη
χρυσό ποτήρι με φαρμάκι.

Μεθυσμένος με τους ήλιους σου
με τη λαμπρότητα των κάμπων τ’ ουρανού,
πού να την ξέρω την παγίδα σου, Ίσκιε,
τα βάθη των φριχτών σου φυλακών.

Κι όταν μου φανερώθηκε το ρέμα
που όλοι οι ήλιοι βυθιστήκαν,
στη θάλασσα της σιωπής σου
σαν τη βροχή έσταζε η νύχτα.

Γιόβαν Ντούσιτς

ΓΙΟΒΑΝ ΝΤΟΥΣΙΤΣ (1871-1943): Σπούδασε στη Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Σχολή της Γενεύης και άρχισε να εργάζεται από το 1907 στο Υπουργείο Εξωτερικών, υπηρετώντας ως διπλωμάτης έως το 1933. Ο Ντούσιτς οδήγησε το σερβικό ποιητικό ιδίωμα σε συνομιλία με την ευρωπαϊκή ποίηση, βασιζόμενος στη γνώση της σύγχρονης γαλλικής ποίησης.

(Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμαΛόγου) 


Γιόβαν Ντούσιτς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου