Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

"Το καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα" του Χρήστου Οικονόμου

"Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα" του Χρήστου Οικονόμου, είναι τέσσερα εκτενή διηγήματα που αποτελούν το πρώτο μέρος μιας μελλοντικής τριλογίας ανάλογης θεματικής. Και αν εκ πρώτης όψεως δείχνουν περισσότερο νουβέλες παρά διηγήματα, διατηρούν μια εσωτερική δυναμική που τους εξασφαλίζει συνοχή και συνέχεια. Ο τόπος όπου διαδραματίζονται είναι το ίδιο νησί, τα πρόσωπα βρίσκουν τη θέση τους και στα τέσσερα κείμενα αλλάζοντας ρόλους πότε ως πρωταγωνιστές και πότε ως κομπάρσοι, η θεματολογία είναι κοινή, οι συνθήκες ίδιες. Και παρόλο που κάθε ένα από τα κείμενα θα μπορούσε να υπάρξει και αυτόνομα, είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας έχει δώσει ιδιαίτερη προσοχή σ΄αυτόν τον ιδιότυπο διάλογο μεταξύ τους και στις λεπτές ισορροπίες που αυτός συνεπάγεται.

Ένα βασικό στοιχείο και των τεσσάρων κειμένων είναι η προφορική γραφή και τα μάλλον συχνά trash στοιχεία. Υποθέτω ότι εξυπηρετούν μια ανάγκη αμεσότητας του συγγραφέα απέναντι στους ήρωές του αλλά και στις συνθήκες γενικότερα, μπορεί ακόμα να αποσκοπεί και στην ένταση που εδεχομένως θα παρείχε μια «μη αναμενόμενη» γραφή. Η θεματολογία άλλωστε είναι αμιγώς καθημερινή, αφορά στα προβλήματα και τις ανησυχίες όχι μόνο των πρωταγωνιστών αλλά και όλων εμάς των υπολοίπων. Προσωπικά διατηρώ τις αμφιβολίες μου για το κατά πόσο ένα στυλ πλούσιο σε βρισιές μπορεί να δώσει τη ζητούμενη αμεσότητα και ένταση σε ένα κείμενο, νομίζω αντίθετα ότι είναι ένα τέχνασμα με την αξία του πυροτεχνήματος: πολύς ντόρος για το τίποτα. Στο κάτω-κάτω οι άνθρωποι που κινούνται στα διηγήματα του Οικονόμου δεν στηρίζουν την αληθοφάνειά τους σε ένα επιμελώς ατημέλητο λεξιλόγιο πρόκλησης εντυπώσεων (αλλοίμονο, λέξεις και φράσεις που οι περισσότεροι από μας χρησιμοποιούμε καθημερινά οδηγώντας στην Κηφισίας σε ώρα αιχμής) αλλά μάλλον σε ένα λεπτό πλέγμα ρεαλισμού και προσωπικής ευαισθησίας.

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία είναι το προφίλ του εκάστοτε αφηγητή, άντρα και στα τέσσερα κείμενα. Τόσο πρωταγωνιστής όσο και γενικός παρατηρητής, από τη μια μεριά συμμετέχει στα τεκταινόμενα, και από την άλλη βρίσκεται στην αναγκαία απόσταση για να τα περιγράψει. Έχει ξεκάθαρη συναισθηματική εμπλοκή, αλλά διεκδικεί και το δικαίωμά του να αποστασιοποιείται από ανθρώπους και γεγονότα ώστε να έχει η αφήγησή του την απαραίτητη αξιοπιστία, με λίγα λόγια είναι μια σύνθετη, σχεδόν μυθιστορηματική προσωπικότητα που δεν στερείται γοητείας.

Υπάρχει εμφανές πάθος γραφής και αναμφισβήτητα πολλές εξαιρετικές εικόνες, όχι τοπίων, ευτυχώς, αλλά ανθρώπων, σκέψεων και πράξεων: η αγωνία των ηρώων σχεδόν ψηλαφείται χωρίς να ακούγεται, οι σκέψεις τους αιωρούνται στον αέρα πριν γίνουν πράξεις με συνθλιπτικό βάρος και εξοντωτικές συνέπειες. Ο αναγνώστης αισθάνεται γρήγορα την ατόφια έμπνευση και τον παλμό του συγγραφέα. Όμως. παρότι υπάρχουν ικανές εξαιρέσεις, οι λεπτομέρειες δεν έχουν φροντιστεί αρκετά και, αν είχαν, πιστεύω ότι θα είχε αποδώσει καλά στο σύνολο.

Δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι το θέμα που πραγματεύεται ο Χρήστος Οικονόμου σ’αυτή τη συλλογή είναι ένας ισχυρός καταπέλτης συγκινήσεων. Αφορά το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας του σήμερα και είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς, να βρει στοιχεία που του αναλογούν και τον αφορούν, να νιώσει «μέρος» του έργου. Από την άλλη μεριά βέβαια, κάθε διήγημα είναι τόσο άρρηκτα δεμένο με μια κοινωνική πραγματικότητα καταδικασμένη –και πόσο ευτυχώς- να αλλάζει, ώστε αναρωτιέμαι πώς θα διαβάζονται αυτά τα διηγήματα σε κάποια χρόνια από σήμερα... κατά πόσο το λογοτεχνικό ενδιαφέρον δεν θα έχει δώσει τη θέση του σε ένα άλλο πιο δημοσιογραφικό, πιο ντοκουμενταριστικό ίσως. Μένει να το δείξει ο χρόνος.

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Οικονόμου, έχω διαβάσει την δεύτερη, το Κάτι θα γίνει θα δεις που εκδόθηκε πριν από πέντε χρόνια. Αυτή η απόσταση λοιπόν μου δίνει την ευκαιρία να αναγνωρίσω ότι αν και θεματολογικά ο συγγραφέας κινείται σε ανάλογους ορίζοντες, η γραφή του συνολικά έχει σαφέστατα κερδίσει σε ειδικό βάρος και περίγραμμα. Το ύφος δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα, αισθάνομαι όμως ότι έχει αλλάξει το βλέμμα που ακουμπάει στους ήρωές του, στον τρόπο που τους μετατρέπει από άψυχες μαριονέτες σε σχεδόν υπαρκτά, καθόλα γήινα, ευαίσθητα και ευαισθητοποιημένα πλάσματα. Με δεδομένο ότι η παρούσα συλλογή αποτελεί μέρος τριλογίας, θα ήθελα να δω μια πιο θεαματική εξέλιξη στο δεύτερο μέρος της, θα ήθελα να τον δω να κάνει ένα γενναίο βήμα έξω από την πεπατημένη του και να δώσει στο ομολογουμένως υπαρκτό ταλέντο του την ευκαιρία να ξεδιπλωθεί σε ό,τι μέχρι τώρα αποτελεί γι’ αυτόν αχαρτογράφητο σύμπαν.

Παρόλο που σε ένα κείμενο πρόζας είναι τόσο δύσκολο (και επικίνδυνο) να απομονώνει κανείς αποσπάσματα, μπαίνω στον πειρασμό να σημειώσω κάποια από τα ενδιαφέροντα σημεία που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Κοίταγες το μπλε του ουρανού και σου ‘ρχόταν να βάλεις τα κλάματα που γεννήθηκες με χέρια αντί φτερά. [1]

Προχωράει με το φακό αναμμένο, κοιτώντας τη σκιά του που απλώνεται μακριά και λεπτή σαν σκοινί που τον κρατάει δεμένο με τη νύχτα που άφησε πίσω του, με το σκοτάδι που παραμονεύει να τον βρει μπροστά του.[2]

Τον κοίταξε στα μάτια. Το νερό στα δικά της είχε αρχίσει να τρέμει.[3]
 Κρις Λιβανίου


[1] «Θα σας καταπιώ τα όνειρα», σελ. 24
[2] «Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα», σελ. 136.
[3] «Χαρταετοί τον Ιούλιο», σελ. 204.

1 σχόλιο:

  1. Απλά για την ιστορία, θα ήθελα να πω ότι εμένα προσωπικά δεν μου χτύπησαν τόσο άσχημα οι trash λέξεις. Στάθηκα περισσότερο στη δύναμη και τη δυναμική των κειμένων που με κέρδισαν ολοκληρωτικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή