Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

2+1 κείμενα για το "Κορίτσι ζόρικο" της Ματίνας Νίκα

Σπάνια συμβαίνει, όμως συμβαίνει. Κάποια βιβλία πυροδοτούν συζητήσεις μεταξύ μας που αναπόφευκτα αντανακλούν τα διαφορετικά σημεία εκκίνησης και τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες καθενός μας (εν προκειμένω καθεμιάς μας). Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν και το "Κορίτσι ζόρικο" της Ματίνας Νίκα: το στιλ της γραφής και το περιεχόμενό του ιντρίγκαραν την Κρις Λιβανίου, τη Μαρία Γενιτσαρίου και τη Χριστίνα Λιναρδάκη να γράψουν καθεμία το δικό της κείμενο, τη δική της ερμηνεία και κριτική:

Μαρία: Τι συμβαίνει όταν μπλέκουν μέσα σου η εικόνα της νοικοκυράς μαμάς σου με την εικόνα της σούπερ πετυχημένης γυναίκας των σήριαλ; Τι συμβαίνει όταν παραπαίεις ανάμεσα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζάνις Τζόπλιν; Τι συμβαίνει όταν σου βγαίνει αυθόρμητα το "γιαβρί μου, κουζούμ μου" αλλά σε έχουν μάθει μόνο το "οh dear, oh honey"; Τι συμβαίνει όταν ονειροπολείς την λάγνα Ανατολή αλλά είσαι ταγμένη να ανήκεις στην συντηρητική Δύση; Τι συμβαίνει όταν στην εποχή σου οι άνδρες τραγουδούν με γυναικεία φωνή και οι γυναίκες με φωνή βαρύμαγκα;

Όταν είσαι γυναίκα και  όλα τα παραπάνω ερωτήματα και πολλά άλλα τέτοιου τύπου απειλούν να διχάσουν τον εγκέφαλό σου, τότε έχεις συνήθως δύο επιλογές: είτε γίνεσαι συνδρομητής στην Άρλεκιν με την ελπίδα να επιβιώσεις και από τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι, είτε αποφασίζεις να αναλύσεις τον διχασμό σου μέσα από τη συγγραφή.
 
Η Ματίνα Νίκα επέλεξε τη δεύτερη λύση και συγγράφει μία σειρά μικρών διηγημάτων με τον εύγλωττο τίτλο "Κορίτσι ζόρικο". Προσέξτε: όχι γυναίκα, κορίτσι. Στα κορίτσια τα όνειρα παραμένουν όνειρα με προοπτική πραγματοποίησης, στις γυναίκες μετατρέπονται σε μάταιες ελπίδες. Η ηρωίδα των διηγημάτων με τα χίλια διαφορετικά ονόματα, όμως, δεν είναι κορίτσι και δεν είναι και ζόρικο και ας το διαλαλεί με φωνή Ζωζώς Σαπουντζάκη. Απλά θέλει να κρατήσει ζωντανό το παραμυθένιο όνειρο που της έταξαν όταν ήταν μικρή. Αναζητεί τον ιππότη της αλλά αρνείται τα μαργαριτάρια του γιατί ταυτόχρονα δεν αμφισβητεί την ψευδαίσθηση του ονείρου της. Ματώνει και ξεκατινιάζεται έως υπερβολής στον αντίποδα της εκλέπτυνσης και της καλλιέργειας που της έχει προσδώσει η μόρφωση και που απαιτεί το κοινωνικό της περιβάλλον. Προσπαθεί, ματαίως φυσικά, στο δυϊκό της σύμπαν να ισορροπήσει την ξεκάθαρα και γεμάτη καμπύλες γυναικεία ενστικτική της φύση με την σχεδόν άφυλη κάτισχνη φιγούρα των περιοδικών μόδας του σήμερα. Προσπαθεί, επίσης ματαίως, να αναγνωρίσει στις εκφυλισμένες αντρικές φιγούρες του σήμερα τον πρίγκιπα των παιδικών της παραμυθιών. Και φυσικά δεν της βγαίνει τίποτα από όλα αυτά. 
 
Και τότε θυμώνει και απαιτεί. Απαιτεί όχι με ψευτοφεμινιστικό τρόπο, αλλά με τον πρωτόγονο θηλυκό τρόπο, που κάνει τη γλώσσα της να χάνει το φιλολογικό ραφινάρισμα που χρόνια γαλλικών και πιάνου της έχουν επιβάλλει και να επιστρέψει στα κόκκινα φανάρια των λαϊκών συνοικιών.  Πώς αλλιώς, άλλωστε, θα φτάσει στην καρδιά του θυμού της; Το ίσως λίγο υπερβολικό αλλά έξυπνα τοποθετημένο συνονθύλευμα φράσεων που θυμίζουν ελληνικό κινηματογράφο, αναγνωστικά του δημοτικού και δεύτερο πρόγραμμα σώζουν τα κείμενα από το να θυμίζουν σενάριο του "sex and the city". Οι ηρωίδες της Νίκα ψάχνουν σε όλα τα κείμενα τον "αδαπάνητο" άνδρα και τον ψάχνουν με την αθωότητα του κοριτσιού και όχι με την εμπειρία της γυναίκας, γιατί τότε οι ρόλοι αλλάζουν και μετατρέπονται από Δάφνη σε Λάουρα και η επιθυμία γίνεται εργαλείο συμβιβασμού και χειραγώγησης. Και το κορίτσι γίνεται ζόρικο. Όχι ότι αυτό τελικά αλλάζει τίποτα αφού στην επόμενη παράγραφο η καρδιά της θα ξαναπέσει στην παγίδα της ελπίδας ότι δεν θα ξανακυλήσει στην οδυνηρά δαπανηρή μορφή του έρωτα, αλλά θα βρει επιτέλους το "ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα".

ΥΓ. Προσοχή. Προειδοποίηση προς άντρες αναγνώστες: Παρακαλώ, αν δεν διαθέτετε κατανόηση, χιούμορ και βαθιά αγάπη για τη γυναικεία φύση, μην κάνετε τον κόπο να διαβάσετε το βιβλίο. Θα αδικήσετε και το βιβλίο και την Γυναίκα.


 
Κρις: Το "Κορίτσι ζόρικο" το απαρτίζουν τριανταένα διηγήματα με ιστορίες που θα μπορούσαν να μας αφορούν όλους. Ιστορίες της πιο απόλυτης, της πιο πεζής και ταυτόχρονα της πιο οικείας και αναγνωρίσιμης καθημερινότητας, ξετυλίγονται σε ένα ντεκόρ μεγαλούπολης, κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση με μια πραγματικότητα λίγο-πολύ υπαρκτή στις ζωές όλων. 

Οι ερωτευμένες και «πρώην ερωτευμένες» γυναίκες αποτελούν την σπονδυλική στήλη ολόκληρης της συλλογής: τι συμβαίνει σε πρακτικό αλλά και σε φανταστικό επίπεδο όταν η γυναικεία φιγούρα που κατοικεί σε καθένα διήγημα ξεχωριστά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης τέτοιας που την ξεπερνάει και, φαινομενικά τουλάχιστον, την ισοπεδώνει; Αυτό είναι ίσως το βασικό ερώτημα που επιχειρεί να απαντήσει η Ματίνα Νίκα με τις ετερόκλητες φωνές των ηρώων της. Είναι όμως γεγονός ότι ο έρωτας ως συναίσθημα αλλά και ως κατάσταση μέσα στο χρόνο είναι ουσιαστικά το μοναδικό δεδομένο στους χαρακτήρες, και έτσι εκείνοι αναγκαστικά είναι ελλιπείς, χωρίς άλλη δυναμική, και χωρίς αυτάρκεια. 

Η γυναικεία φιγούρα στο σύνολο σχεδόν των διηγημάτων υστερεί σε αρτιότητα, είναι σαν να φωτίζεται μόνο μια πλευρά της. Το σύνολο του συναισθηματικού αλλά και «μυθιστορηματικού» πλούτου της εξαφανίζεται κάτω από το βάρος του έρωτα, παλιού ή καινούριου, η ηρωίδα οριοθετείται από αυτό και αναγκαστικά καταλήγει να αυτοπροσδιορίζεται με βάση τον Άλλον. Είναι ενδιαφέρον το πώς ένα ανθρώπινο πλάσμα σηματοδοτεί ολόκληρη την ύπαρξή του με βάση ένα άλλο, πώς όμως θα εξελισσόταν αν αυτός ο δεσμός άφηνε μυθιστορηματικό χώρο και για τα υπόλοιπα στοιχεία που απαρτίζουν ένα σταθερό και αληθοφανή τελικά ήρωα;



ΧριστίναΌπως πάντα κάνω στις συλλογές διηγημάτων, άνοιξα το «Κορίτσι ζόρικο» της Ματίνας Νίκα στην τύχη και διάβασα πρώτα τις «Μητροπολιτικές ώρες», «Τα Κύθηρα που δεν βρήκαμε» και την «Insomnia officinalis», τρία μόλις από τα 31 συνολικά διηγήματα της συλλογής. Έτυχε να είναι τα μοναδικά μέσα στη συλλογή που έχουν ποιητική αξία. Και κατενθουσιάστηκα. Νόμιζα δε, ότι μ’ αυτή τη διάθεση είναι γραμμένη ολόκληρη η συλλογή. Όταν λοιπόν η Κρις Λιβανίου εξέφρασε βασικές διαφωνίες για το στιλ και το περιεχόμενό της, αδυνατούσα να καταλάβω τι μου έλεγε! Έπρεπε να διαβάσω το «Κορίτσι ζόρικο» από την αρχή ώς το τέλος για να κατανοήσω τι στην ευχή εννοούσε! Στο μεταξύ είχα ζητήσει τη συνδρομή της Μαρίας Γενιτσαρίου, η οποία έκανε τη δική της ερμηνεία του τρόπου γραφής.

Αντιλαμβάνομαι τη θέση της Μαρίας. Εστιάστηκε στην έμπνευση και το κίνητρο, στο τι ώθησε τη Ματίνα Νίκα να γράψει έτσι όπως έγραψε και ανέλυσε το βιβλίο από αυτή την άποψη. Η Κρις, από την άλλη, εστιάστηκε στο βάθος των ηρωίδων και την απογύμνωσή τους από ουσιαστικά χαρακτηριστικά - και σίγουρα οι διαφωνίες της δεν σταματούν σε αυτό το στοιχείο. Όμως, προσωπικά, δεν θα συνεχίσω σ' αυτή τη γραμμή. Δεν θα προσπαθήσω δηλαδή ούτε να δικαιολογήσω, ούτε να ερμηνεύσω τη συγγραφέα ή τις προθέσεις της. Και θα εξηγήσω αμέσως το γιατί:

Ένα κείμενο που μας παραδίδεται ως λογοτεχνία είναι αυτόνομο. Είναι απεμπλεγμένο από την πρόθεση του συγγραφέα, είναι μια οντότητα που στέκει μόνη της στο λογοτεχνικό σύμπαν και διεκδικεί μια θέση μέσα σ’ αυτό ένεκα της αυταξίας της - έτσι άλλωστε κρίνεται: ως αυτόνομο και ολοκληρωμένο έργο. Με την εξαίρεση λοιπόν των τριών διηγημάτων που ανέφερα στην αρχή, το «Κορίτσι ζόρικο» δεν είναι ένα βιβλίο που θα ξαναδιάβαζα.

Οπότε το ερώτημα για μένα είναι: η Ματίνα Νίκα έγραψε σκόπιμα έτσι; Ή έχει εξαντλήσει το λογοτεχνικό της οπλοστάσιο σε αυτόν τον τρόπο γραφής, σε φραστικά δηλαδή πυροτεχνήματα που δεν επιδιώκουν το βάθος των χαρακτήρων που παρουσιάζει; Με άλλα λόγια, μπορεί να γράψει αλλιώς; Αν ναι, τότε το «Κορίτσι ζόρικο» μάλλον αδικεί τις δυνατότητές της.

 

Μαρία Γενιτσαρίου
Κρις Λιβανίου
Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου