Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Φόβος – θάρρος – γενναιότητα στο δημοτικό τραγούδι

Ο όρος ήρωας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κάθε μορφή λογοτεχνικής δημιουργίας, τόσο τεχνικά όσο και νοηματικά. Ήρωας είναι ταυτόχρονα ο πρωταγωνιστής και ο ατρόμητος χαρακτήρας, αυτός που αποκτά σάρκα και οστά στην αφήγηση και βλέπει την ιστορία του να γίνεται κοινό κτήμα, αλλά και αυτός που ανταπεξέρχεται στις αντιξοότητες χωρίς δισταγμούς και συγκινήσεις. Όλοι λίγο ή πολύ έχουμε συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό μας όταν πρόκειται για μια ηρωική μορφή.

Στα δημοτικά τραγούδια τα πράγματα είναι λιγότερο σαφή, ή μάλλον ακριβέστερα λιγότερο αναμενόμενα. Σε μια ποίηση που βρίθει ηρωικών περιγραφών, όπου υπάρχουν μάλιστα και ολόκληρες κατηγορίες κειμένων με αντικείμενο την περιγραφή των κατορθωμάτων των ηρώων, είναι ενδιαφέρον να κοιτάξει κανείς τις λεπτομέρειες. Ο ήρωας των δημοτικών τραγουδιών διακρίνεται από την απουσία φόβου; Στέκεται ατρόμητος μπροστά στο θάνατο, στον πόλεμο, στις διάφορες αλώσεις που κατά καιρούς άλλαζαν το γεωπολιτικό πέδιο, στην ξενιτιά; Η αλήθεια είναι πως όχι. Ο φόβος είναι ένα απολύτως υπαρκτό συναίσθημα, συμπορεύεται με την όποια δράση αναλαμβάνει ο άνθρωπος και τελικά επιβεβαιώνει το καθόλα θνητό χαρακτήρα της προσωπικότητάς του.

Ό,τι υμνείται ή περιγράφεται από τον λαϊκό ποιητή εντάσσεται πλήρως στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο απευθύνεται, και αυτό είναι μια σημαντική διαπίστωση όχι μόνο για κοινωνιολογικούς ή ανθρωπολογικούς λόγους αλλά κυρίως γιατί μας δίνει μια σαφή εκτίμηση για το τι πιστεύει το ίδιο το κοινό ότι το αφορά. Οι επιθέσεις του εχθρού, των πειρατών, του Χάρου φέρνουν το κοινωνικό σύνολο σε μια κατάσταση κρίσης όπου ο φόβος είναι το πλέον αναμενόμενο συναίσθημα. Αυτό που επειχειρείται από τον ποιητή είναι να ντύσει τον φόβο αυτό με λόγια για να του δώσει περίγραμμα και τελικά να τον οριοθετήσει, να δώσει στους ανθρώπους την ευκαιρία να δουν ποιος είναι ο αντίπαλος.

Στην περίπτωση του θανάτου, τα μοιρολόγια δίνουν τα χαρακτηριστικά του Χάρου, της καθημερινότητας που περιμένει τους νεκρούς, και ντύνουν με λόγια το βαθιά προσωπικό δράμα όσων μένουν πίσω σε μια προσπάθεια να μετουσιώσουν το άγνωστο της μετά θάνατον ύπαρξης σε κάτι αν όχι γνώριμο, τουλάχιστον ταυτοποιήσιμο. Οι άνθρωποι στα δημοτικά τραγούδια, οι μυθικοί ήρωες όπως ο Διγενής αλλά και οι υπαρκτοί όπως ο Τζαβέλλας και ο Κολοκοτρώνης, φοβούνται ό,τι τους απειλεί, ακριβώς όπως οποιοσδήποτε από μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό, ταυτόχρονα όμως το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι εκεί: είναι στο «από εδώ και πέρα». Είναι επίσης στο «πότε φοβόμαστε περισσότερο;» και «πότε υπάρχουν οι περισσότερες πιθανότητες να νικηθούμε από τον φόβο;». Για τον δημοτικό ποιητή η απάντηση είναι μία: όταν λειτουργούμε και σκεφτόμαστε ως μονάδα. Το δημοτικό τραγούδι είανι το κατεξοχην μέσο έκφρασης της κοινωνικής ομάδας και όχι του ατόμου. Ο ποιητής βλέπει στις ισχυρές ανθρώπινες σχέσεις το μοναδικό τρόπο να νικηθεί ο φόβος, στην κοινωνική συνοχή και σύμπνοια την μοναδική οδό επιβίωσης για όλους. Οι μύθοι των δημοτικών τραγουδιών υπάρχουν ακριβώς για να οριοθετούν τις εκάστοτε αγωνιώδεις συνθήκες, να τις παγιώνουν μέσα από τον λόγο και να τους αφαιρούν το επίχρισμα του φόβου.

Ο άνθρωπος στα δημοτικά τραγούδια, ο ήρωας αν θέλουμε, διανύει μια πορεία με ελάχιστες σταθερές. Αυτό συνεπάγεται ότι χρειάζεται απαραίτητα τα στηρίγματα εκείνα που θα του επιτρέψουν να επιβιώσει και ακόμα περισσότερο να αντλήσει ελπίδα για το μέλλον: όπως μπορεί εύκολα να καταλάβει κάποιος, δεν πρόκειται για ένα εύκολο εγχείρημα. Στα κλέφτικα τραγούδια, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ακροατήριο βλέπει αγωνιστές να κερδίζουν τις μάχες αλλά και να χάνουν άλλες, βλέπει μέσα από τα μάτια τους την δυσαναλογία με το στρατό του εχθρού και σχεδόν βιώνει τις λεηλασίες και τις καταστροφές. Ξέρει λοιπόν ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους που αψηφούν το φόβο αλλά μάλλον για κάποιους που ζύγισαν τα δεδομένα τους και αποφάσισαν να ξεπεράσουν εαυτόν. Κάποιες φορές το πείραμα απέδωσε και κάποιες άλλες όχι: καμία υπερ-ηρωοποίηση εκ μέρους του ποιητή, το αντίθετο μάλιστα. Το θάρρος εξυμνείται ως ύστατη προσπάθεια, ως απεγνωσμένη κίνηση, και τελικά ως ένδοξη πτώση.

Στην δημοτική ποίηση το θάρρος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον φόβο σε μια ταραγμένη εποχή που κράτησε για αιώνες. Αυτό που εξυμνεί ο ποιητής δεν είναι μια «εκ γενετής» γενναιότητα που βγαίνει αβίαστα αλλά μια νικητήρια έκβαση στην αναμέτρηση του θάρρους για το κοινό καλό ενάντια στο τόσο βαθιά ριζωμένο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Η γενναιότητα του κλέφτη, του Κωνσταντή, των θυμάτων της άλωσης της Τραπεζούντας δεν προέρχεται από κάποιο κώδικα τιμής αλλά από την κοινή κρίση ότι αν δεν αγωνιστεί κανείς, τότε όλοι θα έχουν για πάντα την ίδια μοίρα. Και αυτό είναι η καταλυτική πράξη θάρρους που μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας.


Τρία πουλάκια κάθουνταν, τα τρι’ αράδ’ αράδα
τό ‘να τηράει τον Όλυμπο, τ’άλλο την Αλλασσόνα,
το τρίτο το καλύτερο , του Πράβι το γεφύρι.
Μοιργιολογούσε κι έλεγε, μοιργιολογάει και λέγει.
- «Τον Νικοτσάραν έκλεισαν στου Πράβι το γιοφύρι
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.
Τα παλλικάρια χούγιαξε, τα παλλικάρια κράζει.
Σύρετε τα σπαθάκια σας και πάρτε τα στο χέρι
κι ευθύς ορμή να κάνωμε στου Πράβι το γιοφύρι».[1]


Κρις Λιβανίου


[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ 212.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου