Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

"Χλιμίντρισμα" του Μάριου Ποντίκα

Το έργο προλογίζεται από την Καίτη Διαμαντάκου–Αγάθου. Το επίμετρο από τον Βάϊο Λιάπη. Εκδόθηκε το 2015 από τον εκδοτικό οίκο «μωβ σκίουρος» στην ελληνική και μεταφράσθηκε στην αγγλική γλώσσα από την Πέννυ Φυλακτάκη.

Φαίνεται ότι το αρχαίο δράμα έχει αποκτήσει εξέχουσα θέση στις προτιμήσεις του συγγραφέα. Μετά το έργο «Ο δολοφόνος του Λαΐου και τα κοράκια» και το κείμενο «Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς» που αμφότερα ξεχώρισαν σε διεθνείς συναντήσεις αρχαίου δράματος, έρχεται το «χλιμίντρισμα» να αναδείξει μέσα από ένα λόγο οξύ, διλήμματα, ως απότοκα της εκρηκτικής δυναμικής των αντιθέσεων.

Η Φιλύρα είναι η δυνατή, ευώδης πανέμορφη νύμφη που ερωτεύτηκε ο Κρόνος, κι όταν η (σύζυγος) Ρέα το ανακάλυψε, αυτός για να ξεφύγει της προσοχής της, μεταμορφώθηκε σε άλογο. Ένα πανέμορφο ατίθασο εβένινο άτι. Την στιγμή που ο επιβήτορας πήγε στην λίμνη να πιει νερό, βρήκε η γοητευμένη Φιλύρα την ευκαιρία και απογειώθηκε μαζί του ως τους ουρανούς.

Από την «καταραμένη» αυτή ένωση γεννήθηκε ο Κένταυρος Χείρων, μισός άλογο, μισός άνθρωπος απ’ τη μέση κι επάνω. Από αυτήν την αφετηρία, ξετυλίγεται η πλοκή στο «Χλιμίντρισμα».

Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη:
1. ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ, Λόγος προς τους νεκρούς
2. ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝ, Ταπείνωση
3. Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, Επίλογος

Στο πρώτο μέρος, θα δούμε τον Κένταυρο να κείτεται σε μια άκρη της σκηνής στην οποία δεσπόζει το μαύρο. Θα τον ακούσουμε να μονολογεί και θα του επιτρέψουμε να μας παρασύρει στον «ανοίκειο» συλλογισμό του. Ο ήλιος κρύβει την λάμψη του μέσα στο σκοτάδι. Όλα υπάρχουν ή χάνονται, αυτό που πιστεύεις γίνεται αυτοστιγμεί κάτι που νόμισες. Η ζωή σε μπερδεύει, έχει οσμή θανάτου. Κι ο θάνατος, είναι η καθολική χαύνωση. Ο λόγος του ακροβατεί σε ένα υπερβατικό μεταίχμιο, ανάμεσα στην σιωπή και το ουρλιαχτό.

Έρχονται οι φοβερές Ερινύες. Μέγαιρα, Τισιφόνη και Αληκτώ, τρομακτικές και απόλυτες, όσο κι ίδια η φαντασία. Ξεκινά η σαρκαστική ειρωνεία.

Μπαίνει στην σκηνή η Κασσάνδρα. Λόγια δυνατά, νοήματα δυνατότερα, ραπίσματα στην επιλογή του εφησυχασμού.

Όταν ξαναπάρουν τον λόγο οι αδίστακτες τυραννίδες, θα είναι μόνο για να ζωγραφίσουν στον καμβά που έστησαν με τα πιο μελανά χρώματα, δεινά και συμφορές, ύβρεις και κραυγές και απειλές και φόβο. Κι ο Χείρωνας θα νοιώσει τον φόβο.

Tο δεύτερο μέρος θα ξεκινήσει με τις Ερινύες να μας περιγράφουν την απόκοσμη συνεύρεση. Με πανέμορφους στίχους που ξεχειλίζουν από λυρισμό, μας μεταφέρουν μία πραγματικά καταπληκτική ερωτική σκηνή.

Έτσι γεννήθηκε η ύβρις. Ενσαρκώθηκε στην ανίερη οντότητα του Χείρωνα, που η ίδια της η ύπαρξη απειλεί με απάνθρωπη σοφία την έλλογη συμπαντική τάξη. Έργω ανίσχυρος ο Κένταυρος, σαν πελταστής ασύμμετρα οπλισμένος απέναντι στην πάνοπλη μοίρα του, πέφτει τελικά στην ταπεινωτική και εξευτελιστική αυτολύπηση, καταδιωκόμενος με ανηλεή φρενίτιδα από τις ίδιες του τις αγωνίες, που εκφέρονται απ’ τα παγωμένα στόματα των Ερινύων.

Άραγε, ήταν λαθεμένη η σαϊτιά του Ηρακλή που λάβωσε φαρμακερά τον Χείρωνα; Αχ, Δία, άσε τον τυραννισμένο σοφό να βρει γαλήνια λύτρωση, με όση από την αξιοπρέπεια του έχει απομείνει, χάρισέ του έναν ήρεμο θάνατο και δώσε την αβάσταχτη αθανασία στον Προμηθέα, τον μάγο του πικρού χαμόγελου που εκπορεύεται απ’ την τυφλή ελπίδα.

Το κεφάλαιο αυτό θα κλείσουν με τραγούδι φριχτό και χορό απόκοσμο. Ρυθμός αλλόκοτος, ξέφρενος, επιβεβλημένος από την πλάνη του θολωμένου νου.

Στον επίλογο, προκλητικά στυγερές, θα προκαλέσουν τελικά την ολέθρια ήττα της ανθρωπολαλιάς. Ο Κένταυρος αποκόπτεται από τον έναρθρο λόγο, αποκηρύσσοντας με τον πιο μακάβριο τρόπο την ίδια του την υπόσταση.

Οι επισημάνσεις στις σκηνοθετικές οδηγίες δηλώνουν αναντίρρητα σεβασμό και γνώση στην υπερρεαλιστική απεικόνιση συναισθημάτων και αγωνιωδών αναζητήσεων.

Στο επίμετρο ο Βάϊος Λιάπης αποκωδικοποιεί τους μονολόγους, τους συσχετίζει κατά περίπτωση και μας αποδίδει πλουσιοπάροχα την προαπαιτούμενη γνώση.

Ο Μάριος Ποντίκας, για να γεννήσει αυτό το έργο, έκλεψε. Όχι από τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή ή τον Ηράκλειτο, αλλά από τις αρχέγονες μνήμες μας. Τους προσομοιάζοντες στίχους απλώς μας τους θυμίζει.

Παίζει με μια απροσδιόριστη χάρη μέσα σε άγνωστα πεδία. Προσεγγίζει λογοτεχνικά το μεταφυσικό, παραβλέπει γνωστούς κανόνες, ακυρώνει όχι μόνο το φύλο του ήρωα αλλά και την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή του.

Αποδομεί τα δεδομένα της ταυτότητας, του προσώπου, της ύπαρξης, του χώρου. Δεν μας βάζει μέσα στην δράση της περιπετειώδους αναζήτησης, τα μηνύματα που εκσφενδονίζει σε πολλές ταυτόχρονα κατευθύνσεις είναι εν πολλοίς κρυπτογραφημένα. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα, αφού παραδοθεί το έργο στην κρίση του φιλοθεάμονος κοινού, να προκληθούν πολυάριθμοι προβληματισμοί, αναλόγως με το σημείο στο οποίο θα σταθεί του καθ’ ενός η ματιά. Ο θεατής δεν θα χρειαστεί να απαντήσει, γιατί δεν θα του είναι ξεκάθαρο το ερώτημα. Δεν θα του επιτραπεί ο παραλληλισμός, αφού στον αχαρτογράφητο χώρο που θα κινηθεί, δεν θα υπάρχει συγκρινόμενο. Πάντως έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσε αυτή η οιονεί πεσιμιστική, οριακά μισάνθρωπη και οπωσδήποτε ξεχωριστή, οξεία και ανατρεπτική αναμενόμενη παράσταση, να απευθυνθεί στο ευρύτερο κοινό.


Κατερίνα Πεσταματζόγλου



Υ.Γ. Δεν θα ήθελα να σχολιάσω την απουσία σε κάποιες παραγράφους των σημείων στίξης αφού ενδέχεται να είναι τυπογραφική αβλεψία και εκτιμώ ότι οι ηθοποιοί θα περισώσουν τις ερμηνείες τους. Δυο – τρεις λέξεις σε λάθος θέση και ισάριθμα λαθάκια στην σύνταξη ή τον χρόνο, δεν επηρεάζουν την συνολική εικόνα, ούτε και μειώνουν το έργο του συγγραφέα, κι αν μου επιτρέπεται να τον χαρακτηρίσω, «ποιητή».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου