Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Φάκελος "Λαοί στο περιθώριο - η ποίηση των γειτόνων" Σταθμός δεύτερος Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Aleksa Šantic 
Συνεχίζεται το αφιέρωμα στην ποίηση γειτονικών χωρών, το οποίο καλύπτει ποιήματα και ποιητές των δύο τελευταίων αιώνων (πρώτος σταθμός ήταν η ποίηση της Τουρκίας). Φιλοξενούμε σήμερα ποιητές και ποιήματα από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν από το (εξαντλημένο σχεδόν, σίγουρα δυσεύρετο πάντως) βιβλίο «Αίμος – Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης», Αθήνα 2006. Μεταφραστές των ποιημάτων είναι η Ισμήνη Ραντούλοβιτς και ο Ηλίας Λάγιος.

Η ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης προσέγγισε πολύ, ιδίως κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, τον αισθητικό κανόνα της ευρωπαϊκής ποίησης, αλλά και τις αναζητήσεις της. Οι μεγαλύτερες ποιητικές φωνές της ανήκουν στις τρεις μεγαλύτερες εθνότητες που απαρτίζουν τη χώρα, χωρίς να παραβλέπεται η συμβολή όσων άλλων ζουν σ’ αυτήν. Οι εν λόγω εθνότητες είναι οι Βόσνιοι, οι Σέρβοι και οι Κροάτες. Παρότι μιλούν και γράφουν στην ίδια γλώσσα με τους γείτονές τους, επηρεάζονται από τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της χώρας τους, της Βοσνίας, στις οποίες συνυφαίνονται και γλωσσικά στοιχεία. Δεν πρέπει επίσης να αγνοήσουμε τη σημασία του εβραιοσεφαραδιτικού πολιτισμικού παράγοντα, που με τη μακρόχρονη παράδοση και παρουσία του λειτούργησε ως πόλος δημιουργίας.

Στη σύγχρονη ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης είναι αισθητοί οι απόηχοι της μακραίωνης προφορικής παράδοσης. Για παράδειγμα, διατηρείται έντονη η λυρική νότα της λαϊκής μπαλάντας σε ανατολίτικο υπόβαθρο. Φυσικά, οι ποιητές επηρεάστηκαν από τα παγκόσμια και ευρωπαϊκά ρεύματα και κινήματα και κατατάχθηκαν σε διάφορες σχολές. Μετά, όμως, από τον πόλεμο στη Βοσνία (1992-1995) και την πολιορκία της πόλης Σαράγεβο, συμμετείχαν στον αγώνα για τη μαρτυρία της Αλήθειας και εναντιώθηκαν στο Παράλογο. Τα γεγονότα της ζωής για άλλη μια φορά σημάδεψαν την έκφραση στην Τέχνη.



ΠΑΓΩΝΙΑ

Μ’έλλαμψη πρωιού η κορφή των λόφων φλέγεται,
από τα θάμνα αναδύεται η ομίχλη σαν ασήμι,
θροούν ψηλά γέρικες λεύκες, αντηχώντας μνήμη,
και το ρυάκι, το νερό του, καθαρό χρυσάφι ορέγεται.

Κάποιος θρηνεί, ενόσω το σύμπαν ευφραίνεται,
θρηνεί βαθιά, θρηνεί στην παγωνιά, θρηνεί στο μνήμα.
το κλάμα του αυξαίνει, λαχταρίζει, δίνει σήμα –
να τον λυτρώσω απ’ των βασάνων το ένδυμα που εξυφαίνεται.

Καρδιά μου, ω καρδιά, παρακαλώ σε, μην και με καλέσεις,
να βρεις παρηγοριά από μέναν, πια, δεν θα μπορέσεις...
Η τύχη σου είναι σαν της νύχτας που έγδαρε άγριο νύχι,
και , αενάως, περιπλανάται τον μεγάλον ήλιο να προκάμει,
γι’ αυτόν θέλει να διαβεί θάλασσα, έρημο, βουνοκορφή, ποτάμι,
μα ο μέγας ήλιος, μήτε η χαρισμένη ανατολή, δεν θα της τύχει.

Αλέξα Σάντιτς

ΑΛΕΞΑ ΣΑΝΤΙΤΣ (ALEKSA ŠANTIĆ): Ο Σάντιτς γεννήθηκε το 1868 σε οικογένεια εμπόρων. Συγκαταλέγεται στους πιο διακεκριμένους Σέρβους της εποχής του. Στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταδιώχθηκε και δικάστηκε με αφορμή πατριωτικά ποιήματά του που είχαν κατηγορηθεί από τις αυστροουγγρικές αρχές. Πέθανε το 1924.



ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΛΟΦΟ

Ο λόφος που παρατηρώ και ηρεμώ
μόνος στην κάμαρή μου. Έρημος λόφος. Τίποτε δεν βλασταίνει
γυμνά λιθάρια διακρίνω.

Σιωπηλοί αλληλοκοιταζόμαστε. Ο λόφος και ο άνθρωπος.
Δεν θα εννοήσω ποτέ
την κοινότητα της διαφοράς μας.

Νερό κυλά στους πρόποδές του. Μεροδούλι-μεροφάι οι άνθρωποι.
Ο λόφος εκεί, ο ψηλός λόφος, τον ουρανό συνορεύει.

Τη νύχτα δεν διακρίνεται. Η νύχτα μας καταργεί.
Γνωρίζω πως υπάρχει. Βαρύτατη σιωπή.

Δυο ξένοι θα αποχωριστούμε.
Εγώ νεκρός. Ασάλευτος ο λόφος,
Αιωνιότης από πέτρα.

Αντούν Μπράνκο Σίμιτς

ΑΝΤΟΥΝ ΜΠΡΑΝΚΟ ΣΙΜΙΤΣ (ANTUN BRANKO ŠIMIĆ): Γεννήθηκε το 1898. Το 1917 ίδρυσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Χιονοθύελλα» (Vijavica), επειδή όμως ως μαθητής λυκείου δεν είχε το δικαίωμα να εκδίδει περιοδικά, εγκατέλειψε το λύκειο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το 1919 ίδρυσε το περιοδικό «Έφοδος» (Juriš), το οποίο εισήγαγε τη νεωτερική ποιητική αντίληψη του εξπρεσιονισμού στην κροατική λογοτεχνία. Το 1920 δημοσίευσε τη μοναδική ποιητική του συλλογή «Μεταμορφώσεις» (Preobraženja). Το 1924 εξέδωσε το περιοδικό «Λογοτέχνης» (Književnik), στο οποίο δημοσίευε κυρίως δικά του κείμενα. Πέθανε νέος, το 1925, από φυματίωση.



Η ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

Ποιος άλλος ο οδηγός μου απ’ του τυφλού τη βακτηρία;
Τα μάτια μου εκάησαν, μες στον κλοιό του χρόνου.
Φτάσαμε, ακολουθώντας μόνον μυρωδιές σ’ αυτό το, πέραν της οράσεως,
που ήταν, κάποτες, δάσος μ’ ακακίες, ζωντανό να ψιθυρίζει.
Είναι εκείνο, άραγε; Διακρίνω μόνον ό,τι μέσ’ από το σκότος πρασίνισε,
στον εγκέφαλό μου καθήμενο, ως επί θρόνου,
ενώ η παλάμη μου τον φλοιό των κορμών ψηλαφίζει.

Ήλθα ξανά το φθινόπωρο. Βουλιάζει η βακτηρία στη μαύρη λάσπη, πάλι
βουλιάζει, σ’ αυτό που μέσα μου, ελάχιστο, μα εμμένει.
Ένα φύλλο πέφτει σην κεφαλή μου. Το αποδιώχνω, στο τυφλό φθινόπωρο,
το αποδιώχνω, το αρχαίο φύλλο, μη με βλέπει.
Το μέτωπό μου ακούμπησεν ένα κλωνάρι. Ψηλαφίζω, μα ό,τι ψηλαφίζω
είναι, απλώς, κλωνάρι που στο γλαύκωμα βλασταίνει.
Τέρμα η ανηφόρα πλέον. Η βακτηρία περιττή,
όλα τα θεωρώ, στο πάλαι επίπεδο, όπως πρέπει.

Ίσως, σκέφτηκα, κάτι με κάνει να το αναγνωρίσω, κι ήλθα το επόμενο
τυφλό καλοκαίρι, να ξαναβρώ το κλωνάρι.
Το κάλεσα, με τ’ όνομά του το κάλεσα. Μόνον ο ταυτόηχος
αντίλαλος μου αποκρίνεται. Κι αυτός; Θέλει, δε θέλει.
Στα μπουμπούκια οι μέλισσες. Βουίζει, χώνεται στους κάλυκες,
επί των ανθέων επέπεσεν το σμάρι,
να κουβαλήσει στης κυψέλης τις πανάρχαιες κερήθρες, το γλυκύτατο μέλι.

Ακούγω τα πουλιά. Τιτιβίζουν στο σκοτάδι μου πολύτιμα σήμαντρα,
Τιτιβίζουν στη φουντωμένη φυλλωσιά, που ονομάζεται μνήμη.
Εάν το σύνολο αγγίξω, ίσως απ’ την τυφλότητά της φοβισμένη
κι εκείνη εμέναν να μ’ αγγίσει.
Ίσως τα δάχτυλά μας να είναι φλόγες του ίδιου πυρός, σφυρηλατώντας ασήμι,
κι ίσως με τα ίδια δάχτυλα να μας αγγίζει
τυφλή η οικουμένη.
Επιστρέφουμε τυφλότεροι. Τώρα, τυφλός τον τυφλό οδηγεί και ορίζει,
«προς τα πού;» ο κουφός τον μουγκό ερωτά, ποντισμένοι στο τραύμα.
Κι αντανακλούν απ΄ τον ζόφο, μόνο τ’ άστρα της μνήμης μας
την έλλαμψη που κρύβει σκοτεινότατο θαύμα.

Σκεντέρ Κουλένοβιτς

ΣΚΕΝΤΕΡ ΚΟΥΛΕΝΟΒΙΤΣ (SKENDER KULENOVIĆ): Γεννήθηκε το 1910. Μόλις δεκαέξι χρονών έγραψε την πρώτη του συλλογή σονέτων. Ο πλούτος, η πυκνότητα και ο ρεαλισμός της ποιητικής του γλώσσας δεν έχουν ξεπραστεί στην ποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Πέθανε το 1978.



ΨΑΧΝΩ ΓΙΑ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΔΡΟΜΟ

Περιπατώ στην πόλη που γεννήθηκα, στης νιότης μου την πόλη,
ψάχνω για τ’ όνομά μου δρόμο.

Άπλετες, θορυβώδεις, πολυσύχναστες λεωφόροι –
τις παραχωρώ, ευχαρίστως, στους μεγάλους άντρες της Ιστορίας.

Εξάλλου, τι έκανα εγώ, όσο κυλούσεν ο ρους της Ιστορίας;
Εγώ, απλώς, εσέναν αγαπούσα.
Έναν ασήμαντο δρομάκο ψάχνω, καθημερινό, κοινότατο,
έναν δρομάκο στον οποίον, απαρατήρητοι, αόρατοι απ΄ τον κόσμο,
θα μπορούμε, και μετά θάνατον, να κάνουμε ήσυχοι τη βόλτα μας.

Κατ’ αρχήν, ο δρομάκος μας δε χρειάζεται να’ χει και πολύ πράσινο,
δε χρειάζεται, καν, να ‘χει δικά του πουλιά.
Ένα, αυτό μετράει: από τον κάθε διώκτη τους, σε τούτον τον δρομάκο,
να βρίσκουν άσυλο κι ο άνθρωπος κι ο σκύλος.

Δε λέω, όμορφα θα ‘ταν και θα μ’ άρεζε, να ‘ναι πλακόστρωτος.
Αλλά, εν τέλει, δευτερεύον το θεωρώ.
Όμως, ετούτο το σημαντικό, το κύριο, αυτό μετράει πιο πολύ,
στον δρόμο που θα φέρει το όνομά μου
ποτέ του και κανέναν να μην εύρει η συφορά.

Ιζέτ Σαράιλιτς

ΙΖΕΤ ΣΑΡΑΪΛΙΤΣ (IZET SARAJLIĆ): Γεννήθηκε το 1930. Από το 1945, οπότε δημοσίευσε την πρώτη ποιητική του συλλογή, διέμενε στο Σαράγεβο, όπου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας τραυματίστηκε από ρουκέτα. Εργάστηκε ως επιμελητής στον εκδοτικό οίκο Veselin Masleša. Δημοσίευσε πάνω από τριάντα ποιητικές συλλογές. Η χάρη, η διαύγεια και η ακρίβεια των ποιημάτων του πηγάζουν από την επιθυμία του να έχει η ποίησή του άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη. Είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς και πιο πολυμεταφρασμένους ποιητές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πέθανε το 2002.



ΜΠΟΡΕΙ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ Η ΦΛΟΥΔΑ ΝΑ’ΝΑΙ ΚΙ ΑΛΜΥΡΗ

Εκεί έχει βροχές
ολόφρεσκες βροχές του πρωινού
απ’ τα σταφύλια πιότερες
απ’ το ουράνιο τόξο πιότερες
κι απ’ τις κουφοξυλιές

όμως
ΟΧΙ
μπορεί αυτές να μη βρίσκονται ΕΚΕΙ

μπορεί να ψιχαλίζει κάτου από τη φλούδα
μπορεί του πεύκου η φλούδα να’ναι κι αλμυρή
ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΜΟΥ τυλιγμένη να αιωρείται

εκεί καλάμι εκεί απαλή πάχνη της χλόης
προσκάλεσέ με με τις πεταλούδες στον αγρό
γι’ αγάπη στο φύτρωμα

εμείς οι δυο βλαστοί
το καπελάκι σου από ανθό και ήλιο
σε υμέναιο
ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΕ ΑΣΤΡΑΠΗ ΚΑΤΑΠΡΑΣΙΝΗ

Βεσέλκο Κόρομαν

ΒΕΣΕΛΚΟ ΚΟΡΟΜΑΝ (VESELKO KOROMAN): Γεννήθηκε το 1934. Σπούδασε στο Μόσταρ και στο Σαράγεβο, όπου πήρε και το πτυχίο Νοτιοσλαβικών Λογοτεχνιών και Φιλοσοφίας. Παρόλο που έχει γράψει και πεζά και δοκίμια, ο Κόρομαν είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, από τους πιο αυθεντικούς του τόπου του.



ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Τότε, λοιπόν, δεν ήταν η ημέρα αυτή.
Με τις άλλες όλες παρομοίαζε, η προσδοκώμενη, η ξεχωριστή
ανάμεσά τους. Τίποτε απ’τα όσα φανταζόμουν,
όσα φλεγόμενος αποθυμούσα. Οι μέρες, μοναχές τους, τι να καταφέρουν;
Ότι για εκπλήρωση απαιτεί να προετοιμαστείς, όχι απλώς
για αναμονή. Όταν έφτασε,
απάστραπτε ολούθε γαλανή, κι εγώ
στεκόμουν με τα χέρια μου αδειανά μες στη φεγγοβολιά
τη γαλανή. Τώρα οφείλω να προσδιορίσω, να φανταστώ
μιαν καινούργια ώρα εκπλήρωσης, που ξανά
έτσι, ξαφνική, μπροστά μου θα βρεθεί. Ίσως,
λέω, ανακουφιστώ, αν ξεκινήσω
να χτίζω τη στιγμή απ’ αυτές – ανεπανάληπτες, μονάκριβες.
Τον αέρα από αέρα να χτίσω, το νερό από νερό να χτίσω,
όχι όπως τώρα, βυθισμένος ή να αιωρούμαι. Μα όταν
έφτασε, ένα μου θύμισε, τις καθαρές μέρες,
σαν καταλάγιαζε ο χρόνος της αναμονής,
όταν δεν προσμετράτο ο χρόνος μου σε λογιστήρια.
Μόλο όπου γαλήνια ούτε η ώρα τούτη δεν υπήρξε, έξω
απ’ την οποία δεν μετρήθηκαν οι άλλες. Εκεί,
ολόκληρος παραμονεύοντας, δίχως ακόμη το βλέμμα μου
απέναντι να έχω προσηλώσει
στων λογισμών το βάθος, εκεί, μην και δεν διαισθανόμουν, μην και δεν
προσδοκούσα
μην και δεν, ώρες ανάλογες, μέρες αναμονής, ζωή ανεκπλήρωτη;

Ράνκο Σλαντόγεβιτς

ΡΑΝΚΟ ΣΛΑΝΤΟΓΕΒΙΤΣ (RANKO SLADOJEVIĆ): Γεννήθηκε το 1951. Σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Σαράγεβο, όπου εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή το 1988. Ήταν εκδότης των σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών «Ζωή» (Život) και «Πρόσωπα» (Lica). Έχει μεταφράσει ποίηση και φιλοσοφία από τα γερμανικά, έχει γράψει πολλές κριτικές, πεζά και μερικές ποιητικές συλλογές.

Skender Kulenovic
(Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμαΛόγου)

2 σχόλια:

  1. Μου άρεσαν πολύ, το πρώτο και το τελευταίο...
    Το πρώτο για την ατμόσφαιρα την οποία μεταδίδει και το τελευταίο για το μήνυμα που περνάει....μάλιστα μου θυμίζει κάπως και Καβάφη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φταίει η μετάφραση, νομίζω... Θα περιελάμβανα κι άλλα ποιήματα στην ανθολογία, αλλά η μετάφραση τους έδινε έναν αέρα που δεν είμαι σίγουρη ότι υπήρχε στο πρωτότυπο. Παράξενο, γιατί η έκδοση είναι 20ετίας μόλις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή