Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Δράση και αδράνεια στη δημοτική ποίηση


Τα δημοτικά τραγούδια είναι μια εκ των πραγμάτων ιδιάζουσα ποίηση επειδή πάνω από όλα διηγούνται μια ιστορία. Πρόκειται δηλαδή για μια κατ’εξοχήν αφηγηματική ποίηση όπου συμβαίνουν γεγονότα, εδραιώνονται καταστάσεις, αντιδρούν οι άνθρωποι και εξελίσσεται η περιπέτεια του ελληνισμού τους τελευταίους δέκα αιώνες.

Η ιδέα της αφηγηματικότητας στη ποίηση, στην εποχή μας πλέον ούτε κατά διάνοια αιρετική, ήταν για την περίοδο που γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν τα δημοτικά τραγούδια άκρως πρωτοποριακή. Η αλήθεια είναι ότι ο λαϊκός ποιητής επικεντρώνεται στην περιγραφή των γεγονότων που συνθέτουν το εκάστοτε τραγούδι, θέτει τους πρωταγωνιστές σε κίνηση και κατευθύνει την εξέλιξη με τη μαεστρία.. σκηνοθέτη. Έχουμε δηλαδή αφηγηματικά κείμενα με αρχή, μέση και τέλος, και με απόλυτη αλληλουχία γεγονότων, αιτίων και συνεπειών, που σπάνια υπόκεινται σε αξιοσημείωτες αλλαγές.

Το γεγονός ότι προέρχονται από ένα ευρύ και ανώνυμο κοινό και απευθύνονται ακριβώς στο ίδιο, καθιστά άστοχη και μη ενδιαφέρουσα την όποια στενά υπαρξιακή θεματική: αυτό που εννοώ είναι ότι για να μπορέσει ένα τραγούδι να διαγράψει μια πορεία στον χρόνο, είναι απαραίτητο να αφορά όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, κάτι που αναγκαστικά δεν επιτρέπει προσωπικές παρεμβάσεις τόσο στο θέμα όσο και στα εκφραστικά μέσα. Αν στα κλέφτικα και τα ιστορικά τραγούδια η αφηγηματική δράση αποτελεί ένα μάλλον αυτονόητο στοιχείο δεδομένης της θεματολογίας τους, σε άλλες κατηγορίες όπως είναι τα τραγούδια του γάμου ή τα μοιρολόγια η ύπαρξή της είναι λιγότερο αναμενόμενη.

Οι πρωταγωνιστές των δημοτικών τραγουδιών, κατ’εικόνα του ακροατηρίου τους, δεν αφιερώνουν χρόνο για να σκεφτούν την συναισθηματική τους κατάσταση ως άτομα. Βλέπουν τον εαυτό τους αποκλειστικά ως μέρος του κοινωνικού συνόλου: αισθάνονται, σκέφτονται και αγωνιούν πάντα σε συνάρτηση με τους ομοίους τους. Σε αυτούς απευθύνονται και από αυτούς τελικά περιμένουν λύτρωση. Αν πάρουμε ως παράδειγμα τα μοιρολόγια, η ιστορία, η «υπόθεση» όπως θα λέγαμε σε ένα πιο κινηματογραφικό περιβάλλον, λαμβάνει χώρα και εκτυλίσσεται μετά από το γεγονός του θανάτου καθεαυτού. Η μοιρολογίστρα αναρωτιέται τι θα συμβεί στην οικογένεια που μένει πίσω, στις γεωργικές υποχρεώσεις του θανόντος ή στις οικογενειακές ευθύνες της γυναίκας που εγκατέλειψε τη ζωή της και τις ευθύνες της ως συζύγου και μητέρας για να πάει στον Κάτω κόσμο:

Νοικοκυρά ξεσπίτισε απ’τα νοικοκυργιά της
κ’έκλεισε και κατήνωσε και πήρε τα κλειδιά της
μήτε τ’αντρός της τά’δωσε, μηδέ στη γειτονιά της
στα τρίστρατα τα έρριξε να τά’βρουν τ’αρφανά της.[1]


Η ακρίβεια στην περιγραφή της καθημερινότητας στον Κάτω κόσμο, η λεπτομέρεια στη «σκηνοθεσία» της καινούριας ζωής του θανόντος και οι σχέσεις που πλέον θα έχει με όσους βρίσκονται εκεί, είναι τα στοιχεία εκείνα που στηρίζουν την επικοινωνία ανάμεσα στη μοιρολογίστρα και το κοινό, κυρίως όμως είναι το μέσο που θα επιτρέψει σε όσους μένουν πίσω να αποδεχτούν και να ανταπεξέλθουν στην και για αυτούς νέα πραγματικότητα.

Σκέφτομαι συχνά ότι τα δημοτικά τραγούδια αποτελούν ένα σπάνιο είδος... λειτουργικής ποίησης. Κάθε τραγούδι, μέσα από την ιστορία που πραγματεύεται, έχει σαν αποκλειστικό σκοπό να φέρει κοντά τα μέλη που απαρτίζουν μια κοινωνική ομάδα, να τους παρέχει ήρωες για να ταυτιστούν, ιστορικές αναδρομές για να θυμηθούν τις ρίζες τους και την ταυτότητά τους, περιγραφή της μετά θάνατον ύπαρξης για να αντιμετωπίσουν τις κατεδαφιστικές συνέπειες του θανάτου. Στα δημοτικά τραγούδια κανείς δεν αυτοψυχαναλύεται, δεν φιλοσοφεί, δεν διστάζει: ο λαϊκός ποιητής δημιουργεί ήρωες που γνωρίζουν εκ των προτέρων το σωστό και το λάθος, και κάνουν ό,τι είναι να γίνει χωρίς διλήμματα και υπαρξιακές αμφιβολίες. Δεν είναι ότι ο ήρωας στη δημοτική ποίηση δεν έχει ειδικό βάρος, είναι όμως επιλογή του ανώνυμου δημιουργού να μετατοπίσει το βάρος αυτό ώστε να κλίνει προς την ομαδική συνείδηση. Όπως η αδράνεια δεν υφίσταται σε ένα ενεργό κοινωνικό σύνολο που βρίσκεται σε αέναη κίνηση, έτσι και στα δημοτικά τραγούδια η δράση είναι προϋπόθεση για την ύπαρξή τους στο διηνεκές: εκεί οι άνθρωποι δεν κλείνονται στις σκέψεις τους αλλά ανοίγονται στις πράξεις που τους οριοθετούν.


Κρις Λιβανίου



[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια.εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 80.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου