Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Φάκελος «Λαοί στο περιθώριο – Η ποίηση των γειτόνων»

Ναζίμ Χικμέτ
Το στίγμαΛόγου ανοίγει νέο φάκελο για την ποίηση γειτονικών λαών.

Αν καταφέρουμε να αφήσουμε κατά μέρος εθνικές στρατηγικές, αμυντικές στάσεις, επιθετικές προκλήσεις και τα όμοια, αυτό που μένει είναι να δούμε ότι στη ρίζα των πραγμάτων, στην καθημερινότητα δηλαδή δύο λαών, οι καρδιές χτυπούν με τον ίδιο τρόπο. Μένει επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι ο μοναδικός δρόμος προς την ειρήνη είναι να γνωρίσουμε τους γείτονες λαούς και πως το καλύτερο μέσο για να το κάνουμε αυτό είναι προφανώς η ποίησή τους.

Πρώτος σταθμός του ταξιδιού μας λοιπόν η Βαλκανική Τουρκία. Η σύγχρονη τουρκική προοδευτική ποίηση, στρατευμένη στη συντριπτική της πλειοψηφία, έχει δεχθεί καθοριστικές επιδράσεις από τους σοσιαλιστές γείτονές της και δεν είναι παράδοξο που κινείται μέσα στα πλαίσια και τα ποιοτικά μέτρα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αφοπλιστική, συγκινητική, συχνά αιφνιδιαστική για μας τους Έλληνες, μέρες που έρχονται ιδίως, η προοδευτική τουρκική ποίηση υμνεί την αδελφικότητα των λαών και μιλά για την ουτοπία της ειρηνικής συνύπαρξης σε έναν επιθετικό και ανταγωνιστικό σύγχρονο κόσμο.




ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Όταν σε πιάσει ο καημός του γυρισμού σου στην πατρίδα
καταλαβαίνεις πως είσαι με τον Έλληνα αδερφός
κι όταν ακούς ένα ρωμέικο τραγούδι βλέπε
της Πόλης το παιδί στην ξενιτιά

στα τούρκικα βρίσαμε τη μεγάλη καρδιά
γίναμε φονιάδες μαχαιροβγάλτες
μα πάλι μέσα μας φωλιάζει η αγάπη
κρυμμένη για τέτοιες μέρες της ειρήνης

ας μην είναι από την ίδια τη γενιά
το αίμα που στις φλέβες μας κυλάει
μέσα μας αυτός ο τρελοαγέρας
τον ίδιο παίζει σκοπό

μ’ αυτή την απλοχέρα τη βροχή
μ’ αυτόν τον ήλιο το ζεστό
απ’ την ψυχή μας ανοιξιάτικη νεροποντή ξεσπαάει
στις αγκαλιές γιομίζει αγαθά

απ’ το νερό αυτό η δοκιμή και για τους δυο αμαρτία
νόστιμο σαν όλα τα πιοτά
από μιας χώρας τον καρπό αποσταγμένο
η κακία μας είναι ένα ποτό

ανάμεσά μας μια γαλάζια μαγεία
μια θάλασσα ζεστή
η μια της ακρογιαλιά πιο όμορφη από την άλλη
είμαστε δυο έθνη

με μας θ’ αναστηθεί μια μέρα
του Αιγαίου ο χρυσός αιώνας
το ίδιο και η παλιά εστία
απ’ την πυρά της που αύριο θ’ ανάψει

ένα γέλιο αρχικά στ΄αυτιά σου θα ηχήσει
ύστερα τα νόστιμα τύρκικα του ρωμιού
εκείνος για το Βόσπορο μιλάει
εσύ θυμάσαι το ρακί

Καταλαβαίνεις πως είσαι αδερφός με το Ρωμιό
όταν σε πιάσει ο καημός του γυρισμού σου στην πατρίδα

Λονδίνο 1947
Μπουλέντ Ετζεβίτ



ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Να δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά τουλάχιστον για μια μέρα
Σαν χρυσοπλούμιστο μπαλόνι να τους δώσουμε να παίξουν
να παίξουν λέγοντας τραγούδια ανάμεσα στ’ αστέρια
να δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
σαν ένα μεγάλο μήλο να τους δώσουμε σαν ένα ζεστούτσικο καρβέλι

τουλάχιστον για μια μέρα να χορτάσουν
τον κόσμο να δώσουμε στα παιδιά
και για μια μέρα ο κόσμος να μάθει τι θα πει αδερφοσύνη
τα παιδιά θα πάρουν απ’ τα χέρια μας τον κόσμο
απέθαντα θα φυτέψουν δέντρα.

Ναζίμ Χικμέτ


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ: Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ποιητές του κόσμου, γεννήθηκε το 1902 στη Θεσσαλονίκη. Καταγόταν από πλούσια αστική οικογένεια: ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας και ο παππούς του είχε τον τίτλο του πασά. Ο Χικμέτ τελείωσε τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων στην Πόλη, αλλά δεν ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα. Το 1921 πήγε στη Μικρασία όπου δίδαξε ως δάσκαλος και την ίδια χρονιά έφυγε κρυφά για τη Σοβιετική Ένωση όπου φοίτησε στο Παν/μιο της Μόσχας. Εκεί γνωρίστηκε με τον Μαγιακόφσκι. Το 1924 επέστρεψε στην Πόλη, όπου έμαθε ότι είχε δικαστεί ερήμην για τα επαναστατικά ποιήματά του, και ξανάφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Στην Τουρκία ξαναγύρισε ύστερα από αμνήστευσή του, όμως μπαινόβγαινε στις φυλακές μέχρι το 1950. Εκτός από ποιήματα έγραψε θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και παραμύθια για παιδιά. Μέγας δάσκαλος της τουρκικής προοδευτικής ποίηση, ο Ναζίμ Χικμέτ δημιούργησε σχολή και πολλοί νέοι Τούρκοι ποιητές ακολούθησαν τα χνάρια του.



ΚΑΠΟΙΑ ΕΠΟΧΗ

Ύστερα απ’ αυτό
ούτε κανόνια,
ούτε σφαίρες,
ούτε τανκς.

Ούτε πια εκείνος ο άτιμος εχτρός.
Ούτε ένα κομμάτι ήλιος,
ούτε ένα ποτήρι νερό,
ούτε γέλιο,
ούτε μιλιά.

Πάνω στο δρόμο στέκεται ένα δέντρο,
ο ίσκιος του έπεσε καταγής,
κρέμονται τα κλαριά του.

Είσαι κι εσύ
δίχως χέρια,
δίχως πόδια,
τόσος δα.
Σκόρπια δίπλα σου τα τσιγάρα.
Κι όμως λίγο πιο μπροστά,
ολόρθος περπατούσες.

Βραδυάζει,
σώπασαν τα κανόνια.
Φοβήθηκε ο εχτρός.
Κάπως ξεθάρρεψε,
απίθανο του φάνηκε,
να πεθάνει σαν κι εσένα,
και κάπως αστείο.

Από πάνω σου τώρα ξαφνικά
πλάι-πλάι με τα πουλιά
θα περάσει ένα σύννεφο.
Σε λίγο θα βραχεί και το χορτάρι.

Κάποτε στα περασμένα,
αυτό που τόσο λαχταρούσες,
ήταν να δροσίζει το πρόσωπό σου η βροχή.

Α. Καντίρ

Α. ΚΑΝΤΙΡ: Εξέχουσα μορφή της τουρκικής προοδευτικής διανόησης, γεννήθηκε στην Πόλη το 1917. Φοίτησε σε διάφορες στρατιωτικές σχολές. Σπουδαστής στο τελευταίο έτος της Σχολής Πολέμου, συνελήφθη μαζί με τον φίλο του Ναζίμ Χικμέτ με την κατηγορία ότι διαδίδει ανατρεπτικές ιδέες στο στράτευμα και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών. Το 1941 παρακολούθησε μαθήματα στη Νομιχή Σχολή, δουλεύοντας παράλληλα ως διορθωτής σε εφημερίδες. Το 1943 εξορίστηκε εξαιτίας μιας ποιητικής συλλογής του. Το 1958 με τη συνεργασία του Αζρά Ερχάτ μετέφρασε την Ιλιάδα και το 1970 την Οδύσσεια. Από το 1943 έως το 1968 έγραψε τέσσερεις ποιητικές συλλογές.



ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑΝΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ
(απόσπασμα)

Μακραίνουν τα γένια μου, αγαπάω αυτή την κοπέλα
Μια Κυριακή, μιαν ηλιόλουστη Κυριακή, πώς πλημμυράει από αγάπη η καρδιά μου στους ανθρώπους
Ένα παιδί κοιτάζει απ’ το παράθυρο, ένα παιδί με ονειροπόλα μεγάλα μάτια
Κοιτάζει το παιδί που μοιάζει στις φωτογραφίες των παιδικών χρόνων του Λερμοντώφ
Γράφω ποιήματα στη γραφομηχανή, ανησυχώ για τις εφημερίδες, ακούω το κελάηδημα των πουλιών
Είμαι ένας ταπεινός ποιητής, αγαπημένη μου, όλα μου φαίνονται ωραία
Έτσι μούρχεται να κλάψω βλέποντας άνθρωπο του λαού
Κοιτάζω τ΄αυτιά του, το σβέρκο του, το μπόι του, τα μάτια του, τα φρύδια του, το πρόσωπό του που μορφάζει
Και καθώς μιλάω για το λαό, για το παιδί, με πιάνει ένα κλάμα
Σιχαίνομαι όλους τους εγωιστές ποιητές, ακόμα πάω και ψωνίζω πορτοκάλια
Σιχαίνομαι τους πολυλογάδες, τους στενόκαρδους, αυτούς που κοιτάζουν τον εαυτούλη τους
Σιχαίνομαι τους βιβλιοφάγους κι ύστερα τους συχωράω
Ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί ύστερα από τις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες
Ύστερα από τις μακρινές χειμωνιάτικες νύχτες των παραμυθιών.

Ατάολ Μπεχράμογλου

ΑΤΑΟΛ ΜΠΕΧΡΑΜΟΓΛΟΥ: Γεννήθηκε στην Πόλη το 1942. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Άγκυρας, μεταφραστής ρωσικής λογοτεχνίας. Από το 1965 έως το 1976 έγραψε τέσσερις ποιητικές συλλογές.



Ο ΦΟΒΟΣ

Καταντήσαμε να φοβόμαστε τον ίσκιο μας
να φοβόμαστε να χαιρετάμε, να ονειρευόμαστε,
τον ταχυδρόμο που χτυπάει την πόρτα μας,
το ζητιάνο, το μωρό στην κούνια του,
το λουλούδι μας στη γλάστρα,
το είδωλό μας στον καθρέφτη.

Τελειώνει η μέρα, ατέλειωτος ο φόβος
σταματάει η βροχή, ο φόβος ασταμάτητος,
κοιμάται η θάλασσα, τ' αστέρια σβήνουν
πάνε κι έρχονται τα σύννεφα
ο φόβος έρχεται δεν φεύγει.

Σουάτ Τάσερ

ΣΟΥΑΤ ΤΑΣΕΡ: Γεννήθηκε το 1919 στην Πόλη. Το 1945 αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή του Εθνικού Ωδείου της Άγκυρας. Ήταν μέλος του θιάσου του Εθνικού Θεάτρου της Τουρκίας. Από το 1942 έως το 1970 έγραψε οκτώ ποιητικές συλλογές.



ΨΩΜΙ ΚΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Στο γόνατό μου ψωμί
Τ' αστέρια μακριά, πολύ μακριά
Τρώγω ψωμί κοιτάζοντας τ' αστέρια.
Μη ρωτάτε πόσο αφαιρέθηκα,
Καμιά φορά τα χάνω
Και τρώγω αστέρια.

Οκτάι Ριφάτ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

Εδώ είναι ψαράδικη ταβέρνα
Όλα γύρω μαβιά
Τι λογής καπηλειό είναι τούτο, Αποστόλη
Στο πιάτο μου ένα σύγνεφο
Ένα κομμάτι ουρανός στο ποτήρι μου.

Οκτάι Ριφάτ

ΟΚΤΑΙ ΡΙΦΑΤ: Γεννήθηκε το 1914 στην Τραπεζούντα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι. Άρχισε τη σταδιοδρομία του σαν δημόσιος υπάλληλος και συνέχισε σαν δικηγόρος. Έγραψε και θεατρικά έργα. Από το 1941 έως το 1966 δημοσίευσε εννέα ποιητικές συλλογές.

* Όλα τα ποιήματα της ανάρτησης είναι σε μετάφραση του Έρμου Αργαίου. (Πηγή: "Ανθολογία τουρκικής προοδευτικής ποίησης", εκδ. Αλφειός, 1981).

***Συνεχίζεται

ΥΓ. Μέρα που είναι σήμερα (εαρινή ισημερία, δηλ. επίσημη αρχή της άνοιξης), δείτε και μια παλαιότερη ανάρτηση για την άνοιξη στην ποίηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου